χρήστος σιδερής

Oι βρουκόλακες

Σύμφωνα με την Ελληνική παράδοση, ο Βρουκόλακας, δεν πίνει αίμα, δεν μετατρέπεται σε νυκτερίδα και δεν μεταφέρει τις ιδιότητες του με το δάγκωμα σε άλλους ανθρώπους. Ο Έλληνας βρουκόλακας είναι ένας άνθρωπος του οποίου το πτώμα δεν έχει λιώσει Oι βρουκόλακες

Σύμφωνα με την Ελληνική παράδοση, ο Βρουκόλακας, δεν πίνει αίμα, δεν μετατρέπεται σε νυκτερίδα και δεν μεταφέρει τις ιδιότητες του με το δάγκωμα σε άλλους ανθρώπους. Ο Έλληνας βρουκόλακας είναι ένας άνθρωπος του οποίου το πτώμα δεν έχει λιώσει και δεν έχει λιώσει διότι προφανώς ο θεός δεν τον θέλει ούτε στον παράδεισο ούτε στην κόλαση. Το ξέθαμα του πτώματος τρία χρόνια μετά τον θάνατο που συνοδεύεται από το πλύσιμο των οστών, οριστικοποιεί τον θάνατο του ανθρώπου γιατί τότε και μόνο τότε, οι συγγενείς του μπορούν να είναι σίγουροι ότι ο άνθρωπος τους έχει όντως περάσει στην βασιλεία των ουρανών και δεν έχει μετατραπεί σε ανίερο βρουκόλακα. Ο μύθος που συνόδευε τον «αφορισμό» που κάνουν οι ιερείς (ότι δηλαδή τα πτώματα δεν λιώνουν όταν ο άνθρωπος έχει αφοριστεί) έλκει τις ρίζες του σε αυτή ακριβώς τη παράδοση. Όμως, δεν είναι σαφές γιατί κάποιος γίνεται βρουκόλακας. Πολλές παραδόσεις θέλουν οι βρουκόλακες να είναι άνθρωποι ανίεροι, βαρυμένοι με πολλές αμαρτίες από την πραγματική τους ζωή αν και, αν ανατρέξει κανείς στις αφηγήσεις, φαίνεται ότι οποιοσδήποτε μπορούσε να γίνει βρουκόλακας.

Πέρα όμως από τις «κλασικές» αφηγήσεις, σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδος, η τοπική παράδοση θέλει τον βρουκόλακα περισσότερο ακραίο και πολλές φορές ανατριχιαστικό, όπως στο μικρό νησί του Αιγαίου στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία που ακολουθεί. Το κείμενο αυτό έπεσε στα χέρια μου σαν ένα μάτσο παλιόχαρτα που μου πέρασε ένας καταρρακωμένος τρόφιμος γνωστού Αθηναϊκού ψυχιατρείου, όταν είχα πάει να επισκεφτώ ένα φίλο μου που νοσηλευόταν εκεί. Μετά από αυτό το περιστατικό και αφού διάβασα και εξωράισα όπως μπορούσα τις πρόχειρες σημειώσεις μου κινήθηκε το ενδιαφέρον και την επόμενη φορά που επισκέφτηκα τον φίλο μου, έψαξα και βρήκα αυτόν τον άνθρωπο. Δεν είπαμε πολλά, αλλά μου έδωσε να καταλάβω ότι ήθελε να δημοσιεύσω το κείμενο και αυτό κάνω. Λόγω της φύσης των γεγονότων δεν χρησιμοποιήθηκαν τα πραγματικά ονόματα όσων συμμετείχαν σε αυτή την ιστορία, ούτε προδίδεται η τοποθεσία που εκτυλίσσεται.

Εκείνο τον χειμώνα είχα κατορθώσει το ακατόρθωτο, να είμαι άνεργος χωρίς να είμαι άφραγκος. Από τις 1.000.000 δραχμές του βραβείου για τον καλύτερο νέο συγγραφέα οι 800.000 αναπαύονταν στον τραπεζικό μου λογαριασμό ενώ ο νεαρός φίλος που μου δάνεισε το όνομα του κόστισε μόνο 200.000. Σύντομα το σύνολο του ποσού θα κατατίθονταν στα διάφορα δισκάδικα και στα μπαρ που στέγαζαν τις χειμερινές μου εξόδους. Η ευκαιρία που μου έδωσε ο Κώστας να ξεφύγουμε με ένα σύντομο ταξιδάκι στο νησί του παππού του ήταν ιδανική. Ο Κώστας ήταν αυτό που λέγαμε παλιοροκάς, μετρίου αναστήματος, αδύνατος, γύρω στα σαράντα με μακριά γκρίζα μαλλιά. Φορούσε γυαλιά με χοντρό κοκάλινο σκελετό και ντυνόταν σαν Αμερικάνος που έλειπε καμιά σαρανταριά χρόνια στο διάστημα. Είχαμε γνωριστεί στην Αντίπαρο όπου κάναμε διακοπές το καλοκαίρι του 2001. Εκεί είχα γνωρίσει και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας που θα μας συνόδευε στο ταξίδι, την Σοφία και τον Τρύφωνα. Η Σοφία μου άρεσε από τη πρώτη στιγμή που την γνώρισα αλλά, παρότι συναντηθήκαμε μερικές φορές στην Αθήνα, δεν είχα καταφέρει να την .. ρίξω στο κρεβάτι. Η μύτη της ήταν υπέροχη, ίσια και σουβλερή, σαν αρχαίας θεάς της Κνωσού. Καστανά ζεστά μάτια και υπέροχο γυμνασμένο σώμα. Το τέταρτο μέλος της συντροφιάς, ο Τρύφωνας, ήταν ένας αφασιακός τύπος πάντα στον κόσμο του, πάντα φορώντας φαρδιά κοτλέ παντελόνια, στενά ψυχεδελικά φανελάκια και χοντροκομμένες παππουτσάρες (Σημ: συγ: αυτές που όλοι οι νέοι φοράνε σήμερα επειδή βαριούνται να δένουν τα κορδόνια τους ή επειδή απλά δεν ξέρουν να τα δένουν).

Το πρωί του ταξιδιού ο ουρανός ήταν σκεπασμένος με γκρίζα σύννεφα. Έκανε τσουχτερό κρύο. Φορούσα σκούφο, στρατιωτικές αρβύλες, τζιν παντελόνι και το μπουφάν που μου δάνεισε ο Τάκης πριν από 4-5 χρόνια. Συναντηθήκαμε στο σταθμό του Πειραιά και αφού ανταλλάξαμε μερικά πειράγματα και κοινοτυπίες για το πόσο κρύο έκανε, περάσαμε τη λεωφόρο και μπήκαμε στο πλοίο που ήταν δεμένο ακριβώς απέναντι από τον σταθμό του ηλεκτρικού. Για κατάστρωμα δεν γινόταν ούτε λόγος, έτσι πιάσαμε με τα μπαγκάζια μας μια σειρά καθίσματα στην τουριστική και καθίσαμε στο κυλικείο όπου επιτρεπόταν το κάπνισμα. Τα αεροπορικά καθίσματα δεν χρειάστηκαν διόλου, η προνοητικότατη Σοφία είχε κουβαλήσει δύο τράπουλες μαζί της και το στρώσαμε στην μπιρίμπα. Είχα την εντύπωση ότι τις δύο τράπουλες θα αποδεικνύονταν ιδιαίτερα χρήσιμες και στο νησί, ειδικά σε περίπτωση που η Σοφία δεν ενέδιδε στο φλερτάρισμα μου.

Παίξαμε μπιρίμπα μέχρι που τα μεγάφωνα φώναξαν ότι φτάνουμε στη Κ. Το πλοίο αποτελείωσε τις τελευταίες μανούβρες και πλησίασε την αποβάθρα του δύσβατου λιμανιού. Περιμέναμε στο γκαράζ να ανοίξουν οι μπουκαπόρτες εμείς και πέντε έξι επιβάτες ιδιαίτερα μεγάλης ηλικίας. Μια γκρίζα γραμμή ουρανού έκανε την εμφάνιση της. Ο καιρός δεν ήταν διόλου καλύτερος από ότι στην Αθήνα. Βγήκαμε στην έρημη αποβάθρα και προχωρήσαμε προς το σπίτι ακολουθώντας τον Κώστα. Προσπεράσαμε την μεγάλη εκκλησία, το δημαρχείο, πολλές σφαλιστές πόρτες και κάμποσους υπερήλικες που απέστρεφαν το βλέμμα του όταν αναγνώριζαν τον φίλο μας. Συμπέρανα ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο νησί.

Μια απότομη σκάλα οδηγούσε στο σπίτι που ήταν δίπατο. Στη βάση της υπήρχε ένας στάβλος γεμάτος άχυρα, αλλά δεν είδαμε κανένα ζώο μέσα. Ο Κώστας είπε ότι κανονικά δεν επιτρέπονταν τα ζώα μέσα στο χωριό αλλά τον χειμώνα χαλάρωναν οι κανόνες και όλο και κάποιος έφερνε κοντά στο σπίτι το οικόσιτο του, κυρίως τα μόνοπλα. Το σπίτι ήταν δίπατο, στερεωμένο θαρρείς στους πρόποδες ενός λοφίσκου, δύο δρόμους μακριά από την αποβάθρα. Μαζί με άλλα παρόμοια σπίτια, ακολουθώντας την φυσική άνοδο του εδάφους σχημάτιζαν ένα λόφο από σπίτια. Στη κορυφή του λόφου δέσποζε ένα παλιό, ερειπωμένο αρχοντικό.

Τα 2/3 του κάτω σπιτιού αποτελούνταν από μία μεγάλη κάμαρα με τέσσερα κρεβάτια και ένα τραπέζι στην μέση, ενώ ένα παραδοσιακό βόλτο οδηγούσε στο υπόλοιπο 1/3 που ήταν η κουζίνα. Μύριζε έντονα, κλεισούρα και μούστο. Το κρασί ψηνόταν στο κελάρι που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το πάτωμα. Μία καταπακτή οδηγούσε σε αυτό. Η τουαλέτα βρίσκονταν στην αυλή, δίπλα σε μία σκάλα που κατέληγε στον πάνω όροφο του σπιτιού που αποτελούνταν από δύο μικρά υπνοδωμάτια. Καθώς στον επάνω όροφο δεν υπήρχε καθόλου θέρμανση. Προτιμήσαμε τα κρεβάτια του κάτω ορόφου που θερμαινόταν από μια ξυλόσομπα που περίμενε να την παραγεμίσουμε με ξύλα. Δυστυχώς έκανε πολύ κρύο για να αερίσουμε το σπίτι, αλλά σε λίγη ώρα είχαμε σχεδόν συνηθίσει την πολύ έντονη μυρωδιά που έγινε ακόμα χειρότερη καθώς ανοίξαμε τη καταπακτή για να δοκιμάσουμε το φετινό κρασί. Δεν τόλμησα να ακολουθήσω τον Κώστα στο κελάρι, ήταν πολύ σκοτεινό για τα γούστα μου. Ήπιαμε μια πήλινη κανάτα κρασί πριν κάνουμε οτιδήποτε άλλο και έπειτα διαλέξαμε κρεβάτια.

Αφήσαμε στη Σοφία και τον Τρύφωνα τα κρεβάτια κοντά στη σόμπα και εγώ με τον Κώστα πήραμε τα κρεβάτια που βρίσκονταν κοντύτερα στην πόρτα. Η Σοφία ανέλαβε να μαγειρέψει με τη βοήθεια του Τρύφωνα. Ευτυχώς στα ντουλάπια του σπιτιού είχαν αφήσει ένα σωρό τροφές από το καλοκαίρι. Εγώ θα συνόδευα τον Κώστα σε μία επίσκεψη στον θείο του που έμενε πολύ κοντά για το «Καλώς σας βρήκαμε» και κυρίως για να δανειστούμε μερικά ξύλα.

Ο θείος Βασίλης και η θεία Ειρήνη μας καλοδέχτηκαν και αφού έκαναν μερικές ερωτήσεις για την υγεία των γονέων του Κώστα και μερικά ειρωνικά σχόλια για την επαγγελματική του κατάσταση, μας κέρασαν ζεστό ρακόμελο που έφτιαξε εκείνη τη στιγμή η θεία. Το σπίτι του θείου έμοιαζε κάπως με το σπίτι του Κώστα, αν και πιο μικρό. Η μικρή κουζίνα στην οποία καθόμασταν ήταν το δωμάτιο υποδοχής. Μια μικρή καμάρα χώριζε μια υπερυψωμένη κρεβατοκάμαρα από τη κουζίνα ενώ δεξιά μια πόρτα που φαινόταν πιο μοντέρνας εποχής οδηγούσε σε ένα μεγάλο δωμάτιο με κρεβάτια και ένα μεγάλο τραπέζι. Η τουαλέτα ήταν μέσα στο σπίτι στη δεξιά μεριά του μεγάλου δωματίου, που κάποτε πρέπει να ήταν αυλή που έγινε δωμάτιο λόγω των αυξανομένων αναγκών της οικογένειας του θείου. Τα παιδιά όμως μετακόμισαν, άλλος στην Αθήνα, άλλος στο μεγάλο νησί και έτσι ο θείος και η θεία απόμειναν ολομόναχοι στο χωριό περιμένοντας τον ερχομό του καλοκαιριού, τις φωνές των παιδιών και των εγγονών. Ρώτησα τον κυρ-Βασίλη πόσους κατοίκους έχει το χωριό και εκείνος μου είπε ότι ένα πρωί που δεν είχε ύπνο κάθισε και τους μέτρησε από την Ταβέρνα του Λ. μέχρι τα τελευταία σπίτια στην άλλη μεριά του λόφου και του βγήκανε 360, αλλά μου επισήμανε ότι μπορεί να του ξέφυγαν και κάνας δυο.

Μια ωρίτσα αργότερα, εγκαταλείψαμε το σπίτι ζαβλακωμένοι από το ρακόμελο. Παρότι επέμεναν να φωνάξουμε και τους άλλους να μας φιλέψουν δεν θέλαμε να βάλουμε τους ανθρώπους σε κόπο παρά την πολύ καλή τους διάθεση και όπως φαινόταν είχαν ήδη φαει, αν και νωρίς. Τελικά συμβιβαστήκαμε με ένα μπουκάλι ρακί και το υπόλοιπο του βραδινού φαγητού τους, που για καλή μας τύχη ήταν φρικασέ. Παρά το ρακί που είχαμε καταναλώσει μόλις ξεμυτίσαμε κόντεψαν να μας πέσουν οι μύτες. Στον ουρανό είχαν συγκεντρωθεί μαύρα σύννεφα. Ανεβήκαμε φουριόζοι τις σκάλες και μπήκαμε στο κυρίως δωμάτιο. Είχαν τελειώσει το μαγείρεμα και κάθονταν εκνευρισμένοι στο τραπέζι περιμένοντας. Είχαν βέβαια δίκιο, έκανε πολύ κρύο. Συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε ξεχάσει να πάρουμε ξύλα και πριν ακούσουμε τις δικαιολογημένες βρισιές τους πεταχτήκαμε δίπλα, ξεσηκώνοντας τους ανθρώπους από το κρεβάτι τους. Ευτυχώς η υπομονή τους ήταν παροιμιώδης και μας έδωσαν τα ξύλα και τις ευχές τους για ένα καλό βράδυ.

Επιτέλους η ξυλόσομπα άναψε και μαζευτήκαμε γύρω της. Μόλις ζεστάθηκε λίγο το κοκαλάκι μας ο Κώστας κατέβηκε στο κελάρι και γέμισε ένα εικοσάκιλο μπιτόνι από το περυσινό κρασί γιατί το φετινό μας φάνηκε κάπως άψητο. Βάλαμε να φαμε, τελικά η Σοφία δεν μαγείρευε και άσχημα, αλλά δεν προλάβαμε καθόλου φρικασέ γιατί το περίλαβε ο Τρύφωνας. Ήταν δεν ήταν έντεκα όταν πέσαμε στα κρεβάτια εξουθενωμένοι, φροντίζοντας να τροφοδοτήσουμε την σόμπα με μία χοντρή κουτσούρα. Ξαγρύπνησα για λίγο παρατηρώντας τα μαλλιά της Σοφίας που αιωρούνταν έξω από το κρεβάτι.

Το επόμενο πρωί μας ξύπνησαν πένθιμες καμπάνες. Ο Κώστας είπε ότι πιθανότατα κάποιος είχε πεθάνει εδώ ή στην Αθήνα. Μόλις σταμάτησαν οι καμπάνες ξανακοιμήθηκα. Ξύπνησα κατά τις δώδεκα το μεσημέρι. Ο Κώστας και η Σοφία έλειπαν ενώ ο Τρύφωνας είχε «πιάσει» σόμπα και διάβαζε Tery Brooks. Κατάφερα να πλύνω τα δόντια μου στο νεροχύτη αλλά όχι και να κατουρήσω, αν και πολύ θα το `θελα. Έξω έκανε τρομερό κρύο, τα σύννεφα όμως είχαν διαλυθεί και ο ήλιος έκανε σταδιακά την εμφάνιση του. Παρόλο που η κουζίνα δούλευε με γκάζι δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να φτιάξω καφέ και μία κούπα ρακί με μέλι. Ο Τρύφωνας με κοίταξε επιτιμητικά. Δεν του έδωσα σημασία.

Πένθιμες καμπάνες κτύπησαν εκ νέου. Ταυτόχρονα η εξώπορτα άνοιξε και ο Κώστας με την Σοφία μπήκαν μέσα. Μας είπαν ότι είχε πεθάνει κάποιος γέρος στο παλιό αρχοντικό και η γυναίκα του ειδοποίησε να έρθουν να τον πάρουν. Το πτώμα όμως, καθώς έλεγαν οι φήμες, βρωμούσε αφόρητα. Έτσι τουλάχιστον ισχυριζόταν ο χωρικός που έκανε περιοδικά τον νεκροθάφτη και πήγε να πάρει το πτώμα. Πάραυτα δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε πεθάνει μέρες τώρα γιατί, όπως μας είπαν, το πτώμα δεν είχε νεκρική ακαμψία. Η γριά δεν έλεγε κουβέντα. Τελικά αναγκάστηκαν να το βγάλουν από μέσα κρατώντας τις μύτες τους και πακετάροντας το κατευθείαν στο πρόχειρο φέρετρο. Η κηδεία μάλιστα, παρότι σύμφωνα με το έθιμο οι νεκροί θάβονταν την επομένη του θανάτου, θα γινόταν εκείνη την ίδια ημέρα. Όλο το χωριό θα παραβρισκόταν στην τελετή. Όχι επειδή ο νεκρός ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Ο θείος του Κώστα είπε ότι ήταν τοκογλύφος και δεν τον συμπαθούσε κανείς, αν και αυτό δεν συνάδει με ότι είχε διατελέσει δήμαρχος για σχεδόν 16 χρόνια. Όπως και να `χει όμως, στα μικρά χωριά οι κηδείες είναι κοινωνικά γεγονότα, μια ευκαιρία να συναντηθούν όλοι μαζί κάπου

Κανείς μας δεν είχε διάθεση να παρευρεθεί στη κηδεία. Δεν είχαμε καμία σχέση με τους χωρικούς και τον μακαρίτη και ο καθαρός ουρανός μας έφτιαχνε την διάθεση. Αποφασίσαμε να βγούμε μια βόλτα στο έρημο χωριό.