καρπάθιος φραντζέσκος



Ένα τίποτα στη μέση των πάντων

Λένε υπάρχει στο φεγγάρι ένα κενό που γεμίζει τις καρδιές μας όταν όλα δείχνουν να καταλήγουν στο πουθενά. Λένε πως κάθε που κοιταζόμαστε βλέπουμε το πρόσωπο του θεού

Ένα τίποτα στη μέση των πάντων

Λένε υπάρχει στο φεγγάρι ένα κενό που γεμίζει τις καρδιές μας όταν όλα δείχνουν να καταλήγουν στο πουθενά. Λένε πως κάθε που κοιταζόμαστε βλέπουμε το πρόσωπο του θεού ο ένας μέσα στον άλλο. Κι όμως , τόση κενότητα δεν έχω ξαναδεί στον καθρέπτη , τόση ψυχρότητα να δεσπόζει σε ένα και μόνο κοίταγμα. Δεν έχω την αντοχή των μαρτύρων μα όλη μου η ύπαρξη στηρίζεται σε αυτήν, και το παραμικρό μου σκίρτημα καταλήγει στην κόλαση. Τι είναι αυτό που με διώκει φιλεύσπλαχνο εγώ μου? Ποια η ταυτότητα του? Τι αποζητά από την ταπεινή μου οικία που παράδοξα ονόμασαν ψυχή? Εγώ επαίτης εξουσιαστής της και δεν κατάφερα να τη δαμάσω. Τι θέλει να πράξω για να με αφήσει ελεύθερο? Τι προστάζει η θρησκεία του και τι ο προστάτης του?

Μην προλογεις μου είπε και με άφησε σακάτη. Έτσι δεν είναι η ζωή άλλωστε? Ένα ατελείωτο αντίο σε ότι συναντάμε , και αγαπάμε η μισούμε. Μην προλογεις στρατιωτάκι. Μα εγώ ήθελα να σφίξω κάθε του λόγου του αρχή και να την κάνω θέμα. Ήθελα να κρατηθώ από κάθε του λέξη και να βουτήξω στον απέραντο ωκεανό της λεπτομέρειας της. Δεν μου έφτανε η παράκληση του να τον κοιτάξω στα μάτια, δεν μου έφτανε η γαληνή της σιωπής του, και φώναξα , κραυγαξα ,και χάθηκε και πάλι, και εγώ μαζί του, και έμεινα μόνος χωρίς σπίτι να κείτομαι και να κοιτάω το ταβάνι. Σαν τι να εισπράξω για την τόση μου φθορά? Σαν τι να δεχτώ για ανταλλαγή του φρουρίου που μου έχτιζαν τόσα χρόνια? Μια στιγμή σιωπής? Είναι αρκετή? Είναι αρκετή να με αναστήσει ανέραστε καθρέπτη? Είναι αρκετή για να με σώσει? Είναι αρκετή για να σκεφτώ? Για να αγαπήσω? Εμένα ίσως?

Το ταβάνι χαμήλωσε και ο ιδρώτας μου κρύος μα δροσερός σαν το αγιάζι έσταξε στο πάτωμα. Νωχελικά κινήθηκα και κούρνιασα σαν μωρό στη κοιλιά της μάνας άρνησης. Δεν είχα να επιλέξω τίποτα για να με κάνει να νιώσω όμορφα, τίποτα για να πιαστώ, και τίποτα για να πιστέψω σε αυτό. Καθώς η ματιά μου γλιστρούσε στο χείλος της άδειας μου σιωπής και η ελπίδα ύφαινε το νεκροσεντονο της , είδα το πρόσωπο της να μου χαμογελά και άνθισαν οι άθλιες της μαρμαρυγής σκέψεις. Υπάρχει άραγε στιγμή να με νεκρώσει? Να νεκρώσει του σφυγμούς του ερωτά μου έστω?

Γιατί σε αυτόν πιστεύω και υποτάσσομαι μόνο. Για αυτόν πιάνω την άβυσσο του μίσους και τον ουρανό τη αγάπης. Κοίτα τη θέρμη μου πατέρα δημιουργέ. Κοίτα πως αυτοχειρει και ανασταίνεται συνάμα για τον ίδιο λόγο της ύπαρξης που έψαχνα. Κοιτά τελικά τι με διώκει, ένα τίποτα στη μέση των πάντων, ο ίδιος μου εαυτός.

Ποιοί είναι online

Έχουμε 24 επισκέπτες συνδεδεμένους