χρήστος σιδερής

Oι καλές κιουράδες

Τρεις ολόκληρους μήνες βρισκόμουν στο νησί και ακόμα η έρευνα που μου ανατέθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών βρισκόταν ακόμα στη μέση. Έφτασα στη Νάξο στις 20 Ιανουαρίου του 1985 και εγκαταστάθηκα σε ένα από τα μικρά Oι καλές κιουράδες

Τρεις ολόκληρους μήνες βρισκόμουν στο νησί και ακόμα η έρευνα που μου ανατέθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών βρισκόταν ακόμα στη μέση. Έφτασα στη Νάξο στις 20 Ιανουαρίου του 1985 και εγκαταστάθηκα σε ένα από τα μικρά χωριά της ημιορεινής Νάξου, τον Δαμαλά όπου κατάφερα να νοικιάσω ένα μικρό δίπατο χωριάτικο σπίτι. Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού θα ερχόντουσαν για διακοπές στις αρχές Ιουλίου και αυτό ήταν το όριο που μου είχαν δώσει και από τον οργανισμό για να ολοκληρώσω την καταγραφή των αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Τα πράγματα δεν πήγαιναν και ιδιαίτερα καλά. Όπου πήγαινα αντιμετώπιζα τη δυσπιστία λόγω της φύσης των ερωτημάτων μου αλλά πιστεύω και λόγω της εμφάνισης μου. Οι ορεινοί νησιώτες παρόλο που δέχονταν την επιστημονική μου ιδιότητα, δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι ένας σοβαρός επιστήμονας μπορεί να έχει μακριά μαλλιά και σκουλαρίκι. Δεν σκεπτόμουν πάντως να αλλάξω την εμφάνιση μου γι αυτούς. Ούτε και σκόπευα να αφήσω μουστάκι. Ευτυχώς ο Δαμαλάς είναι ένα πολύ μικρό και ήσυχο χωριό, έχει μόνο ένα καφενείο στο οποίο όλοι, αναγκαστικά συχνάζουν και σταδιακά οι εντόπιοι άρχισαν να με δέχονται όπως ήμουν και μετά από μία σεβαστή σειρά από κρασοκατανύξεις στο καφενεία και ακόμα περισσότερες παρτίδες πρέφα έγινα σχετικά αποδεκτός. Βέβαια, το ότι ήμουν αποδεκτός στον Δαμαλά δεν μου εξασφάλιζε σε καμία περίπτωση πρόσβαση στην κοινωνία του Φιλωτίου και των άλλων χωριών. Ευτυχώς τα πράγματα στην ορεινή περιοχή του νησιού ήταν κάπως καλύτερα.

Με αυτά και με αυτά έφτασε ο Απρίλιος που έφερε λίγες βροχές και η γης ανάσανε λιγάκι, οι αγροί και τα λιβάδια πρασίνισαν και τα λουλούδια άνθισαν μαζί με τις ψυχές των ανθρώπων. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι εκείνη τη περίοδο, εκτός βέβαια από εμένα που είχα να δω γυναίκα χωρίς μουστάκι από τον Δεκέμβρη.

Ήταν σε μία από τις κρασοκατανύξεις όταν άκουσα για πρώτη φορά να μιλάνε για τις καλές Κιουράδες. Στην Κόρωνο έλεγαν δύο χωρικοί έφυγαν για να πάνε στη Χώρα να διασκεδάσουν αλλά δεν έφτασαν ποτέ εκεί γιατί όπως διηγήθηκαν στον δρόμο είδαν δύο καλές Κιουράδες. Τρόμαξαν τόσο πολύ όταν τις είδαν που έκαναν επιτόπου στροφή και γύρισαν στο χωριό. Οι συνδαιτυμόνες μου έδειξαν να διασκεδάζουν το θέμα και για αρκετή ώρα έλουζαν με διάφορα κοσμητικά, διόλου κολακευτικά, επίθετα τους κάτοικους του χωριού Κόρωνος. Γεμάτος περιέργεια ρώτησα τι ακριβώς ήταν οι Καλές Κιουράδες αλλά οι απαντήσεις που πήρα από τους μισομεθυσμένους ομοτράπεζους δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικές. Ο Μανώλης, το παλικάρι με το οποίο ως επί το πλείστον έκανα παρέα μου έδωσε να καταλάβω ότι ήταν ένα θέμα το οποίο όσο λιγότερα γνώριζα τόσο το καλύτερο. Για να μου περάσει η περιέργεια μου συνέστησε να πάω να δω τον Σάλιακα, που κατοικούσε στην άκρη του χωριού.

Τον ήξερα τον Σάλιακα. Τον αποκαλούσαν έτσι γιατί μονίμως έτρεχαν σάλια από το στόμα του. Είχα διασταυρωθεί μαζί του μερικές φορές στα δρομάκια του χωριού. Πάντα μόνος με τον γάιδαρο του, πάντα κοιτώντας κάτω με σαστισμένα λαμπερά άγρια μάτια και με τα σάλια να τρέχουν από το στόμα. Αδιάφορος για όσα διαδραματίζονταν δίπλα του. Ήταν, αυτό που στη Νάξο λένε ο τρελός του χωριού ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα μέχρι τότε. Έμενε σε ένα σπίτι στα όρια του οικισμού, μόνος του. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ του μου είπαν. Οι συγγενείς του στο χωριό (και σχεδόν όλοι είχαν κάποια συγγένεια μεταξύ τους στον Δαμαλά) προτιμούσαν να καμώνονται πως δεν τον γνωρίζουν και όποτε αναφέρονταν σε αυτόν μιλούσαν λες και η συγγένεια τους ήταν πολύ μακρινή αν και γνωρίζω θετικά ότι είχε αρκετά πρώτα ξαδέλφια και θείους στο χωριό. Πάραυτα, το θέμα δεν με απασχολούσε τόσο ώστε να επιχειρήσω να μιλήσω του Σάλιακα Είχα πιο επείγουσες δουλειές να διεκπεραιώσω με πρώτη από όλες την καταγραφή των ενεργοποιημένων αγροτικών εκμεταλλεύσεων από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και την αντίστοιχη κατάσταση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων της ορεινής περιοχής. ʼλλωστε, με τρόμαζε αυτός ο τύπος.

Μια ακόμα εβδομάδα πέρασε αδιάφορα, αν και οι κρασοκατανύξεις μας που συνεχίζονταν επί καθημερινής βάσης με είχαν μετατρέψει μέλος της «παλιοπαρέας» του Δαμαλά και με έκαναν να χάνω αρκετά από τα πρωινά μου στο κρεβάτι. Οι χωρικοί παρά το συνεχές και ατελείωτο μεθύσι τους ξύπναγαν από τα χαράματα και πολλές φορές με κορόιδευάν όταν με έβλεπαν να βγαίνω από το σπίτι μου γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι, πάντα βιαστικός, πάντα με ένα χαρτοφύλακα στο χέρι.

- «Εεεεε, παλικαράκι, εβράδυασε» μου φώναζαν. Έτσι με αποκαλούσαν «παλικαράκι» και ήμουν μάλλον περήφανος για το παρατσούκλι αν και ενείχε μία μεγάλη δόση ειρωνείας. Πέρα από τον Μανώλη, έναν νέο αγρότη που προσέγγιζε σχεδόν τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το πώς θα έπρεπε να είναι οι νέοι αγρότες, το άτομο που με διασκέδαζε περισσότερο και το οποίο επιδίωκα να κάνω παρέα ήταν ο Ματθαίος. Ένας απίστευτος άνθρωπος, πραγματικά καλοσυνάτος και με ένα οπλοστάσιο με πολύ σκανδαλιστικές ιστορίες γύρω από τον πόλεμο, τα κορίτσια του χωριού και πολλά άλλα θέματα. Είχα πάντως την υποψία ότι ο Ματθαίος ήταν αλκοολικός. Ξημεροβραδιαζόταν στο καφενείο του χωριού, αρχίζοντας τα ρακόμελα από τα χαράματα. Όποτε πήγαινα στο καφενείο, συνήθως μόλις άρχιζε να βραδιάζει, τον έβρισκα εκεί, στο συνηθισμένο του τραπεζάκι, να κοιτάει καλοσυνάτα την πόρτα και να με προσκαλεί με δυνατές φωνές να κάτσω και να πιω μαζί του ένα μισαδάκι. Και πάντα δεχόμουν. Και πάντα είχε κάτι να μου ψιθυρίσει στο αφτί για τις όμορφες Φιλωτίτισσες και να μου προτείνει καλόκαρδα ένα ακόμα προξενιό.

Μια από αυτές τις νύχτες και μετά από αρκετά μισαδάκια, εγώ ο Ματθαίος και ο Μανώλης ξεκινήσαμε για τα σπίτια μας, αφήνοντας τον καφετζή να μαζέψει τα τελευταία ποτήρια από το τραπέζι. Αφήσαμε τον Μανώλη στο σπίτι του και συνόδεψα τον Ματθαίο στο δικό του. Αν και ήμασταν και οι δύο «λιώμα» μου πρότεινε να περάσω μέσα να πιούμε κάνα ποτηράκι για το «καλό». Δεν ήθελα να τον προσβάλω και δέχτηκα, αν και είχα σκοπό να πιω ένα ποτηράκι μόνο και να φύγω. Μετά από πολλά μάταια ψαχουλέματα στον τοίχο ο Ματθαίος κατάφερε να εντοπίσει τον διακόπτη του ηλεκτρικού και η μικρή κουζίνα πλημμυρίστηκε από χλιαρό φως. Το δωμάτιο ήταν πολύ ακατάστατο, πολλά άπλυτα πιάτα είχαν σχεδόν παγιωθεί στον νεροχύτη και μία δυσδιάκριτη μπόχα ερχόταν από το υπνοδωμάτιο. Ο Ματθαίος μου πρότεινε μία καρέκλα και πήρε δύο βρώμικα ποτήρια από τον νεροχύτη τα οποία έπλυνε επιμελώς. Μου έδωσε το ένα. Γέμισε προσεκτικά ένα μισαδάκι από ένα κίτρινο μισογεμάτο εικοσάρι μπιτόνι και κάθισε δίπλα μου. Γέμισε τα ποτήρια, με κοίταξε με τα γαλανά του μάτια και μου είπε

- «στην υγειά σου γιε μου». Ανταπόδωσα την πρόποση με κάποια πίκρα γιατί ήξερα πως του έλειπαν του Ματθαίου τα παιδιά και η γυναίκα του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει ενώ τα παιδιά του που διέμεναν στην Αθήνα σχεδόν προτιμούσαν να μην τον βλέπουν έτσι όπως είχε καταντήσει. Κυριεύτηκα από μία θλίψη για τους ανθρώπους και για τη ζωή μας μα σύντομα τα ξέχασα όλα καθώς ο Ματθαίος άρχισε να μου διηγείται με πονηρό ύφος μία από τις εκατοντάδες ιστορίες του.

- «Που να την έβλεπες την Μαριγώ» κατέληξε ο Ματθαίος και σούφρωσε τα πυκνά φρύδια του. Ένα γνώριμο πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. «Μα για στάσου, θαρρώ πως την έχω σε φωτογραφία» είπε και κίνησε τρεκλίζοντας για το υπνοδωμάτιο. Βγήκε κρατώντας στα χέρια του ένα άλμπουμ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Του έπεσε κάτω και το μάζεψα. Έφερε την καρέκλα του σιμά μου και άνοιξε το άλμπουμ ψάχνοντας για την φωτογραφία της Μαριγώς. Είδα πολλές φωτογραφίες από φαντάρους και χωριατοκόριτσα με δυνατά πόδια και μαντήλια στο κεφάλι, φωτογραφίες από γάμους, από μωρά και γέρους βρακάδες. Ο Ματθαίος επιτέλους βρήκε την Μαριγώ σε μία από τις σελίδες. Πόζαρε επιτηδευμένα με μία φίλη της και μία στάμνα στο κεφάλι. Γνώριζα ακόμα και την τοποθεσία, ήταν η παλιά βρύση στο ρεματάκι λίγο έξω από τον οικισμό. Η φωτογραφία ήταν παλιά και κιτρινισμένη αλλά ο Ματθαίος την κοίταξε με λατρεία, αναστέναξε βαθιά και γύρισε αποκαμωμένος στην θέση του, χαμένος θαρρείς σε νοσταλγικές και σίγουρα πικάντικες, σκέψεις. Ξεφύλλισα το άλμπουμ. Στάθηκα για λίγο σε μια πιο πρόσφατη φωτογραφία όπου εικονίζονταν τα παιδιά του Ματθαίου, δύο ψηλόλιγνοι, ωραίοι έφηβοι που πόζαραν μπροστά στο σπίτι με την μητέρα τους. Έδειξα την φωτογραφία του Ματθαίου και το πρόσωπο του έλαμψε για μια στιγμή λίγο πριν σκοτεινιάσει και γεμίσει οδύνη από την ανάμνηση της χαμένης του αγάπης. Σε μια από τις πολύ παλιές φωτογραφίες στάθηκα σε δύο κοτσονάτους βρακάδες. Τον ένα τον αναγνώριζα, ήταν σίγουρα ο Ματθαίος και πρέπει να ήταν πολύ μικρός σε εκείνη τη φωτογραφία. Υπολόγιζα ότι ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών, δηλαδή η φωτογραφία πρέπει να είχε παρθεί στη δεκαετία του 1930, λίγο πριν τον πόλεμο. Κοίταξα τον άλλο άντρα δίπλα του. Ήταν πιο ψηλός και ψωμωμένος, στεκόταν αλύγιστος δίπλα στον Ματθαίο και ήταν απίστευτα όμορφος. Ένα πραγματικό παλικάρι βγαλμένο από τα παλιά. Έδειξα την φωτογραφία του Ματθαίου και αυτός άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε. Τον είχε σχεδόν πάρει ο ύπνος. Τα μάτια του έδειξαν να αναγνωρίζουν την φωτογραφία. Χαμογέλασε.

- «βλέπεις παλικαράκι» μου είπε « κάποτε ήμασταν κι εμείς παλικάρια».

- «Ήσουνα πολύ ωραίος νέος» παρατήρησα «μα, για πες μου, ποιος είναι αυτός δίπλα σους» τον ρώτησα.

- « Α, ευτός » κοίταξε την φωτογραφία. «Ευτός ήτανε το μεγαλύτερο παλικάρι του χωριού, ένα θεριό, ένα πραγματικό θεριό σου λέω» είπε με ενθουσιασμό. «Στα νιάτα του τον έτρεμαν όλοι, είχε μια οργιά ίσαμε ένα δακτύλι» είπε και μου έδειξε το ροζιασμένο του δάκτυλο.

- «Τι εννοείς οργιά μπάρμπα;» τον ρώτησα

- «Α, παιδί μου, τα παλιά χρόνια υπήρχαν τα πραγματικά παλικάρια. Ήταν τόσο δυνατοί που μπορούσαν να σηκώσουν ολόκληρα βουνά. Και τα παλικάρια αυτά είχαν οργιά». «Να εδώ» μου είπε και μου έδειξε την βάση της σπονδυλικής στήλης.

- «Δηλαδή είχαν ουρά;» ρώτησα έκπληκτος

- «Ναι, είχαν ουρά, μια τόση δα μικρούλα ουρά» είπε και μου ξανάδειξε το δάκτυλο του. «Είχαμε μια πέτρα τότενες, ολόκληρο βουνό. Την χρησιμοποιούσαμε για να βγάλουμε το τελευταίο κρασί από την στροφυλιά. Εκείνη την πέτρα που μόνο μετά βίας την εσηκώναμε τέσσερις νιοι ετούτος εδώ που βλέπεις την εσήκωνε μοναχός του και μετά μας θωρρούσε που τα στόματα μας χάσκανε και γελούσε δυνατά. Πραγματικό παλικάρι σου λέω» συμπλήρωσε με έμφαση.

- «Ζει ακόμα μπάρμπα;» τον ρώτησα

- «Ζει» δίστασε ο Ματθαίος «ας το πούμε και έτσι». «Τον έκλεψαν οι ξωτικιές, τον έκαμαν σάλιακα» είπε κάνοντας με να ανασηκωθώ από τη θέση μου.

- «Τι λες μπάρμπα; Ο Σάλιακας είναι;» ρώτησα έκπληκτος

- «Είδες παιδί μου πως μας καταντά η ζωή» είπε συγκαταβατικά ο Ματθαίος μιλώντας περισσότερο για τον εαυτό του. «Αλλά αυτόν, τον έκλεψαν οι ξωτικιές, πήραν τα μυαλά του» συμπλήρωσε.

- «Ποιες ξωτικιές μπάρμπα; Τι εννοείς; Μήπως νεράιδες;» ρώτησα ακόμα πιο περίεργος

- «οι Οξαποδώ παιδάκι μου, ξωτικιές, στοιχειά των βουνών και των δασών. Γι αυτό σου έλεγα στον καφενέ να μην τριγυρνάς μονάχος σου τις νύχτες. Και άμα ποτέ τις δεις φευγαλέα να σφαλίσεις τα μάτια σου και να πέσεις στο χώμα. Ότι κι αν ακούσεις γύρω σου να μην ανοίξεις τα μάτια. Ποτέ! Μην ανοίξεις τα μάτια γιατί θα σε κλέψουν και σένα όπως έκλεψαν αυτόν, τον έρμο!»

- «Μα τι λες τώρα μπάρμπα; Μιλάς σοβαρά;»

Τα μάτια του κοίταξαν βαθιά μες τα δικά μου. Μπορούσα να νιώσω τον τρόμο που φώλιαζε μέσα τους να μεταφέρεται σε εμένα.

- «Κάμε όπως θες» μου είπε «μα πρόσεξε καλά αυτά που θα σου πω. Ποτέ να μην πηγαίνεις στις ερημιές όταν νυχτώνει. Αν όμως βρεθείς ποτέ μοναχός και αν ποτέ σου τύχει να ακούσεις θορύβους στην σιγαλιά, να κάμεις αυτό που σου είπα. Μη διστάσεις διόλου και μην ανοίξεις τα μάτια σου. Αν ακούσεις στο αφτί σου μία φωνή να σε προστάζει να την ονοματίσεις, εσύ να φωνάξεις με όλη σου την δύναμη και μετά να μην πεις τίποτε άλλο και να απομείνεις εκεί μέχρι να πάψουνε οι μουσικές και οι θορύβοι. Και έπειτα, να γυρίσεις αμέσως σπίτι χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου. Για το θεό, ποτέ μην κοιτάξεις πίσω σου. Αυτά έχω να σου πω Χρηστάκη μου και άμα θες ακούς έναν γέροντα σαν και μένα»

Ποιοί είναι online

Έχουμε 32 επισκέπτες συνδεδεμένους