theodore marinos

Στην μέση ξέφωτου η σκιά του σαν μαραμένη βαλανιδιά σε λόφο πέτρινο. Μαύρη, μακάβρια και επιβλητική σκαλισμένη με γράμματα περίτεχνα, σαν όρκος αιώνιος αγάπης ίσως, που έδωσαν δυο άνθρωποι αγνώστων λοιπών στοιχείων… Τα ίδια χαρακτηριστικά καταγεγραμμένα: ημερομηνία, κάποια ονόματα Στην μέση ξέφωτου η σκιά του σαν μαραμένη βαλανιδιά σε λόφο πέτρινο. Μαύρη, μακάβρια και επιβλητική σκαλισμένη με γράμματα περίτεχνα, σαν όρκος αιώνιος αγάπης ίσως, που έδωσαν δυο άνθρωποι αγνώστων λοιπών στοιχείων… Τα ίδια χαρακτηριστικά καταγεγραμμένα: ημερομηνία, κάποια ονόματα φθαρμένα πια. Το αλλόκοτο αυτό δέντρο μου φέρνει στο νου το ξύλο που κάποτε σταυρώσαν τον σωτήρα τους…Μα ποιος νοιάζεται πια, εξάλλου πάνω στις πέτρες που χει ριζώσει, μόνος σκοπός του μοιάζει η επιβίωση.

Η φωνή του κόρακα που μέσα από την απειλητική σκιά του δάσους αγκαλιάζει ηδονικά και απειλητικά τον φτωχό από βλάστηση και κάθε είδους ζωής χώρο, προσδίδει ένα τόνο νοσηρότητας στο ήδη εξώκοσμο τοπίο και λούζει με αδικαιολόγητη μακαβριότητα την διεστραμμένη φαντασία του μοναχικού και ανυποψίαστου ταξιδιώτη.

Πλησιάζει. Απορεί. Κοιτάει τριγύρω του. Με το δεξί του χέρι ακουμπάει το μέτωπο του, μετά την περιοχή χαμηλά στην κοιλιά του, τον δεξί του ώμο και ύστερα τον αριστερό , τελετουργία που επαναλαμβάνεται άλλες δύο φορές. Κατά την διάρκεια της, ο κόρακας παρακολουθεί απορημένος –Ε! Βέβαια τι μπορεί να γνωρίζει αυτός- ενώ ο ταξιδιώτης εξακολουθεί να προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στην απρόσμενη αυτή συνάντηση με το κρύο μάρμαρο που καλύπτει τα απομεινάρια κάποιας εποχής όχι τόσο μακρινής και που βρίσκεται στην βάση του ξύλου όπου έχουν καταγραφεί περιληπτικά τα στοιχεία του τωρινού κατοίκου του ξέφωτου. Ξανακοιτάει τριγύρω του και ξαφνικά, σαν να τον διαπέρασε ρεύμα –η δέχτηκε την Αγία Επιφοίτηση όπως θα λέγαν κάποιοι κακεντρεχείς, το πρόσωπο του φωτίζεται από την ημισέληνο που σχηματίζει το στεγνό του στόμα. Ημισέληνος όμοια με εκείνη που υπο το φώς της οι μάγισσες καλούσαν την Εκάβη σε δάση σκοτεινά και στοιχειωμένα. Βέβαια τέτοια πρακτικά και τελετές σήμερα φαντάζουν σα το παιχνίδι του μωρού που ανακαλύπτει τα χαρίσματα του σώματος του. Ο ταξιδιώτης δείχνει να το γνωρίζει αυτό – όπως και όλα τ’ άλλα και σαν να απευθύνεται στον κόρακα φιλοσοφεί…

«Μα ποιος άνθρωπος είναι αρκετά διεστραμμένος και ανόητος για να ζητήσει να τον θάψουν ολομόναχο παρέα με τα στοιχειά και τα θηρία; Ποιος άνθρωπος απαρνείται τον σπουδαίο μας πολιτισμό και προτιμά να ζει σε καλύβα ξύλινη στην μέση του αφιλόξενου δάσους; Ποιος άνθρωπος απαρνείται την φιλάνθρωπη και συμπονετική κοινωνία μας και προτιμά να ζεί σαν ερημίτης –που ακούστηκε στην εποχή μας ;»

Βέβαια ο ταξιδιώτης μας δεν περιμένει απάντηση από τον χαμηλής νόησης κόρακα –πως θα μπορούσε άλλωστε αφού μόνο να κράζει ξέρει, και έτσι αφήνοντας το ειρωνικό του χαμόγελο του να πέσει στο άσπρο σάβανο του τάφου σαν δάκρυ υποκριτή μάρτυρα σε δίκη-παρωδία, αποχωρεί μαγεμένος σαν σωστός και συνειδητοποιημένος οικολόγος από τους ήχους της φύσης. Αυτό όμως που δεν ακούει, είναι το πιο ειρωνικό γέλιο των κλαδιών των δέντρων καθώς σηκώνεται το αεράκι, το πιο ειρωνικό γέλιο των θηρίων του δάσους καθώς ουρλιάζουνε περιμένοντας το θήραμα, το πιο ειρωνικό γέλιο της ψυχής που σαν καπνός ταξιδεύει...

Ποιοί είναι online

Έχουμε 22 επισκέπτες συνδεδεμένους