ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Νύχτα λοιπόν κι ακολουθώντας τα’ ουρανού τα κελεύσματα, κίνησαν οι άνθρωποι με τις βαριές καρδιές τους, ν’ ασκούν τον χτύπο τους ηχηρό κάτω απ’ τα στήθη, για τα μεγάλα πέλαγα όπου η ζωή, δεμένη δυο φορές κόμπο με την ομορφιά, Νύχτα λοιπόν κι ακολουθώντας τα’ ουρανού τα κελεύσματα, κίνησαν οι άνθρωποι με τις βαριές καρδιές τους, ν’ ασκούν τον χτύπο τους ηχηρό κάτω απ’ τα στήθη, για τα μεγάλα πέλαγα όπου η ζωή, δεμένη δυο φορές κόμπο με την ομορφιά, ανάσαινε πικρό τον αέρα του μάταιου. Το όλο, δυο σύννεφα παράστεκαν στον κόπο τους, καμωμένα κι αυτά από τους ίδιους το ‘να από όνειρο και τα’ άλλο από αδελφική φωτιά. Και δυνάμωνε συνέχεια η ακατανόητη ψιχάλα κάτω απ’ τα μάτια τους και δυνάμωνε συνέχεια η ψιχάλα μέσα στα σπλάχνα.
Μα εκείνοι αγόγγυστα ολοένα τραβούσαν ίσια, ίσια κι επάνω, δένοντας (με τη σειρά τους κι αυτοί) κόμπο τα φύλλα της καρδιάς του ενός με του άλλου. Κι ολοένα μετρώντας την ψυχή που τους απόμενε, πότιζαν τη γης με διαμαντένια δάκρυα απόρροια της απεραντοσύνης του ανθρώπου, που τώρα πια ξέρανε. Κι ολοένα ξημερώνοντας ο ήλιος τις μέρες, δυνάμωνε γύρω τους η λάμψη και το βήμα τους πιο στέρεο πάνω στον κόσμο.
Ώσπου ήρθε ετούτη ή ώρα. που έφερε εμένανε εδώ, να τους εξιστορήσω τούτη η ώρα που εκείνοι, τραβούν ακόμη το δρόμο τους το δρόμο που ίσως δεν βγάλει πουθενά, μα έχει ήδη εδραιώσει μέσα τους την πρώτη αρετή, που τη βλόγησαν με το αίμα τους και την είπαν: «αδελφοσύνη».

------------------------------------------------------------------------------

~~~ σχολιασμός και γνώμες για την ποίηση του αθανάσιου κούρτη ~~~

------------------------------------------------------------------------------

Ποιοί είναι online

Έχουμε 20 επισκέπτες συνδεδεμένους