νίκος-jdivision

Η πόλη

Η πόλη στεκόταν πάνω σε κάτι θεμέλια στεγανά και ατρόμητα. Τα κτήρια με απλές γραμμές έσπρωχναν το ένα το άλλο προσπαθώντας να αναπνεύσουν και να ζήσουν λίγο παραπάνω.

Λειτουργικότητα. βιασύνη και σταθερότητα είναι η αρχιτεκτονική της.

Τα αυτοκίνητα κυλούσαν Η πόλη

Η πόλη στεκόταν πάνω σε κάτι θεμέλια στεγανά και ατρόμητα. Τα κτήρια με απλές γραμμές έσπρωχναν το ένα το άλλο προσπαθώντας να αναπνεύσουν και να ζήσουν λίγο παραπάνω.

Λειτουργικότητα. βιασύνη και σταθερότητα είναι η αρχιτεκτονική της.

Τα αυτοκίνητα κυλούσαν βαριεστημένα μέσα στους μονόδρομους. ʼλλα παρκαρισμένα στα πεζοδρομία και στις γωνίες διεκδικούσαν λίγο από το χώρο και σκουντουφλούσαν πότε - πότε έτσι για να δείχνουν ότι δεν είναι νεκρά. Τα λεωφορεία αγκομαχούσαν γεμισμένα με ανθρώπους. Αυτοί με την σειρά τους άγγιζαν με απέχθεια ο ένας τον άλλον για να δείξουν ότι πιάνουν και αυτοί χώρο κάπου μέσα στην πόλη.

Ο χρόνος της παρατήρησης της πόλης είναι εξαρτημένος.

Τα σύννεφα λίγο άσπρα, λίγο γκρίζα, συνωστίζονται κι αυτά, αλλάζουν γίνονται ζώα, καράβια, τέχνη χλευάζουν για κάποιες στιγμές και αποχωρούν, άυλα, παρακάτω. Δρόμοι, στενάκια, πυλωτές, αυτοκίνητα, εργάτες, σκουπίδια που μυρίζουν φλούδα πορτοκαλιού, μηχανάκια που κουβαλάνε κακόμοιρους άνεργους νέους, γιαγιάδες μαυροντυμένες με μπαστουνιά, παντοπωλεία που μυρίζουν τυρί και λαχανικά.

Η πόλη . Βιτρίνες με φορέματα, παπούτσια, σκόνη από τα φυματικά αυτοκίνητα. Βιβλιοπωλεία, μικρά γήπεδα μπάσκετ με κομμένα συρματοπλέγματα, πολύχρωμα σχολεία, φωτογραφεία, γυράδικα που ανάβουν τα λάδια τους. Παιδάκια κοιμισμένα με σάκες στους ώμους. Γάντια βρώμικα που μαζεύουν σακούλες από σούπερ μάρκετ. Μανια, στο χαλί, με ρυθμό από παγανιστική τελετή. Μπουζούκια, νότες από μηχανουργεία. Τυρόπιτες που θυσιάζονται στο γυριστό μαχαίρι των εξτρεμιστών.

Χθεσινοί που παραπατάν στις γραμμές του πεζοδρομίου, αυτοκίνητα ντισκοτέκ, τρυπάνια και γέλια στις ουλές του δρόμου. Χαρτάκια στα χέρια ηλικιωμένων στους καναπέδες των ταμιευτηρίων. Κολόνια της πωλήτριας. Γυαλάδα στα μαλλιά του τελειόφοιτου Λυκείου. Ο αφαλός της σερβιτόρας με το ανατριχιασμένο χνουδάκι. Καθηγητής που πίνει μόνος του καφέ διαβάζοντας εφημερίδα. Μεγάφωνο για πλαστικές καρέκλες. Ένα τυφλό ακορντεόν. Ξυπόλητα τζάμια. Ελιγμοί κορναρίσματα κύματα και χιόνια στη σύνδεση.

Μπορτνω φουλάρια γύρω από το λαιμό των κοριτσιών. Σκορδίλα του παππού. Αποπνικτικό βλέμμα της κύριας. Υποσχετικό βλέμμα του αγρότη στη λαϊκή. Η κοιλιά του μαγαζάτορα που ξεχωρίζει από την πόρτα. Απλωμένα τζην στον τρίτο. Μυρωδιά από σαμπουάν του κομμωτηρίου. Ασπροντυμένοι καφετζήδες πάνω στον ασημένιο δίσκο τους. Πνιγμένοι περιπτεράδες βλέπουν τηλεόραση. Ένας καλλιτέχνης πετάει βάζα στον τοίχο και σκίζει ότι έχει δημιουργήσει. Μια κοπελίτσα κλαίει στο παγκάκι διαβάζοντας ένα γράμμα.

Μεσήλικες μετακινούνται σιγά-σιγά με δυσανασχέτηση για να χωρέσει μια κύρια με σακούλες στο κάθισμα της στάσης. Κατεβαίνει η μπάρα για να περάσει το τρένο. Κάποιοι φεύγουν για πάντα και πετάν αγκίστρια στα μηχανάκια που περιμένουν να περάσει και αυτό το τρένο. Ο φούρνος που ανακατώνει το καυσαέριο. Πεθαμένα πάρκα. Χέρια ξεχωρίζουν από τα κάγκελα ζητώντας τσιγάρα. Φαντάροι περιμένουν να πάνε να κοιμηθούν. Ο ταχυδρόμος χαριεντίζεται με τη γειτόνισσα. Παππούδες διαβάζουν τα περίπτερα.

Ο λαχειοπώλης τα έχει χάσει εδώ και καιρό. Παιδάκια τραβάνε τις μαμάδες από το χέρι στα παιχνίδια. Μαμάδες μαλώνουν τα παιδάκια. Ένα μειονοτικό σκάκι μέσα στο καφενείο. Γάτες που κρύβονται στους κάδους. Σκύλοι που μοιάζουν στα αφεντικά τους. Σεντόνια κρέμονται στην αποκάτω. Κάποιος κατεβαίνει από το αυτοκίνητο για φασαρία. Τσάι από το μηχάνημα. Τρίκυκλο της οικογένειας. Χαμένοι που ψάχνουν κάτι από καιρό. Μαυρισμένο κουνουπίδι από τη λάσπη που κατακάθεται στην άκρη της πόλης.

Ποιοί είναι online

Έχουμε 15 επισκέπτες συνδεδεμένους