Ο Συλλέκτης

Σοφός δεν ήταν μόνο ο Σολομώντας... Σοφός, μικρέ στρατιώτη είσαι και συ.
Τα περιττά σου κόψε!
Αναχωρείς απόψε.
Για να δούμε αν το σκαρί σου είναι γερό...
Κοίτα να μετρήσει η τελευταία κρίση. Σκύψε και δώσε του νεκρού λιγο νερό.
Όποιος δε γίνεται θυσία, δεν Σοφός δεν ήταν μόνο ο Σολομώντας... Σοφός, μικρέ στρατιώτη είσαι και συ.
Τα περιττά σου κόψε!
Αναχωρείς απόψε.
Για να δούμε αν το σκαρί σου είναι γερό...
Κοίτα να μετρήσει η τελευταία κρίση. Σκύψε και δώσε του νεκρού λιγο νερό.
Όποιος δε γίνεται θυσία, δεν ζει. Πέρνα την πύλη του θανάτου πολεμώντας!...

Δυνάμεις πέρα απʼ την εμβέλειά μας, ορίζουν κάθε επόμενη στιγμή,
στοιχειώνουν τις εικόνες, τα όνειρά μας,
οι εφιάλτες παίρνουν σάρκα και μορφή,
συρρικνώνοντας τον άνθρωπο ολοένα στα μέσα δυσβατου μονοπατιού.
Ιδανικό δεν έμεινε κανένα... Πανηγυρικός ο θρίαμβος του Κακού.

Είναι θέμα προαιώνιας κόντρας... που καθρεφτίζεται από τον Ουρανό στη γη.
Εσύ όρθιος στάσου!
Έρχονται να σε δικάσουν
όλοι εκείνοι που αδικούσες για καιρό
Νίκη, ναι, υπάρχει, μόνο μετά τη μάχη. Εσύ κι αυτός έξω από τʼ οχυρό.
Ισχύς είναι νʼ αντέχεις την πληγή. Πέρνα την όχθη του θανάτου πολεμώντας!...

Η θύελλα των παθών μας καταβάλλει.
Για ένα εξαντλητικό βήμα εμπρός
τρία μας σπρώχνει πίσω πάλι.
Τους όρκους μας πατάμε διαρκώς,
μένοντας έτσι άπραγοι στον χρόνο,
που ακαριαία περνά σαν κεραυνός,
μέχρι που ανακαλύπτουμε με πόνο
πως δεν είνια πια για τίποτα καιρός...

Αργό και άσπλαχνο το κλείσιμο της πόρτας... Αναμνήσεις από μια ζωή μισή.
Κοίτα με στα μάτια!
Αυτά τα δυο κομμάτια
ίσως σου δώσουν όσα οι λέξεις δεν μπορούν.
Στη δοκιμασία βρίσκεται η ουσία
για όσους στο χτύπημα του εχθρού τολμούν νʼ ατενίζουν και την εξιλέωση.
Πέρνα την πύλη του θανάτου πολεμώντας!...

Όσες καρδιές σπαρμένες άσπιλες σαν κρίνα,
με λαχτάρα στην ανυπαρξία περνούν,
γνωρίζοντας περισσότερα από κείνα
που πρέπει, για να προτιμούν να ζουν.
Μόνη μας ισχύς πλέον και σθένος, να κλοτσάμε με απόγνωση κι οργή
ό,τι κληροδοτεί κάθε ηττημένος:
τα ερείπια σε μια καυτηριασμένη γη.

Μα στα μπουντρούμια που κλειδώνουν οι ψυχές μας,
μια δίψα, ένας πόθος καίει βουβός:
περιμένουμε να γεννηθεί ο Ένας,
που τους ώμους του αγγαλιάζει ο Λυτρωμός,
φτερά νʼ ανοίξει πάνω απʼ τʼ όχημά του,
αδυσώπητος, ατσάλινος, στεγνός
και στη χούφτα του η κάρα του θανάτου να στείλει από τις κογχες τις νέο φως...

Κεκρυμμένε επόπτη, εσύ, του κόσμου,
που ένα στοιχείο σου φέρει το ποίημα αυτό,
σε μένα, τον ασήμαντο, αν θες δως μου την τιμή προτού πεθάνω να τον δω,<
τα δηλητηριασμένα, εμάς, σαρκία του παρελθόντος
να συντρίβει στʼ όνομα της Τιμής
και με τα σκήπτρα του και τη στρατιά του μόνος,
να στήνει έναν κόσμο εξ αρχής.

Ω Ζέμιαλ, πάντοτε δίπλα μου ήσουν!
Στις φλόγες μαρτυρίου, μα όχι κάθαρσης,
που καίνε γύρω μας και μέσα μας βαθιά
θημήθηκα ό,τι είχε πει ο Ανάχαρσης:
“νικημένοι είναι εκείνοι μοναχά
που δεν πίστεψαν ποτέ πως θα νικήσουν\"





||\\\\_/||
------------------------------------------------------------------------------

~~~ σχολιασμός και γνώμες για την ποίηση του χρήστου κατσαρού ~~~

------------------------------------------------------------------------------





Ποιοί είναι online

Έχουμε 26 επισκέπτες συνδεδεμένους