Ένα Αφιέρωμα

στους βετεράνους που τους κλέψαν πίσω τα παράσημα•
σʼ όσους ερήμην τους ψυχρά καταδικάστηκαν
από το χέρι που θα έφτανε σαν ύστατη βοήθεια•
σε κείνες τις μανάδες που τους έσκισαν τα στήθια
τα κτήνη που τα βύζαιναν μέσα στο ίδιο σπίτι
και από τα σπάργανα στους βετεράνους που τους κλέψαν πίσω τα παράσημα•
σʼ όσους ερήμην τους ψυχρά καταδικάστηκαν
από το χέρι που θα έφτανε σαν ύστατη βοήθεια•
σε κείνες τις μανάδες που τους έσκισαν τα στήθια
τα κτήνη που τα βύζαιναν μέσα στο ίδιο σπίτι
και από τα σπάργανα όσους κατά κύματα τους πλήττει
ο Αιώνιος που στα πύρινα σανδάλια του το δάκρυ
ορμά σαν ποταμός από κάθε κορφή κι άκρη,
μα ευθύς γίνεται ατμός, δεν φτάνει να δροσίσει
τα πυρακτωμένα σίδερα από τα δικά μας μίση...

σʼ αυτούς που πάντα νηστικοί κι ενίοτε διψασμένοι
κράζαν παντού “η Πίστη μας αυτήʼναι, δεν πεθαίνει!”
κι η πίστη αυτή τους πρόδωσε, τσακίζοντάς τους χάμω,
στον άνεμο τους σκόρπισε λες κι ήτανε από άμμο•

σʼ αυτούς που ωριμάσανε γινόμενοι σκληροί
ακριβώς διότι δεν είχανε σε τίποτα να ελπίζουν
και μία στιγμή τους δόθηκε, σαν αμοιβή μεγάλη,
κάτι μικρό, να στηριχθούν με όρθιο το κεφάλι
μόνο και μόνο ύπουλα η Μοίρα να τους βάλει
σε πειρασμό, ώστε βάναυσα να τους το πάρει πάλι...

σε όσους κάψαν μέχρι τέλους της Συμπόνιας το κερί
με άθλους, μοχθώντας μάταια για χρόνια να φωτίσουν
τη Νύχτα, τα σκοτάδια στον μεσαίωνα του ανθρώπου,
μη λογαριάζοντας ποτέ το μέγεθος έως ότου
σκυλέψαν και τους τάφους τους οι ευεργετηθέντες,
μιαίνοντας και τη Σιωπή τους με εμετικές κουβέντες...

σʼ όσους τα πάντα χάσανε, ως και την τελευταία σφαίρα
της Αξιοπρέπειας, φυλαγμένη αυτή για τη δική τους μέρα,
που από στερνή έγινε πρώτη για το γραφτό τους βίο,
βίος κατάρας στο Θεό, που έγραψε βιβλίο...

Μʼ ακούς; θάʼχες στις τάξεις Σου τους πιο όμορφους αγγέλους
έστω μιʼ ανάσα αν άφηνες να πάρουν προ του τέλους•
μʼ αυτήν θάʼδιναν άφεση στις μοχθηρές τους μοίρες
και τόʼξερες, υποκριτή, γιʼ αυτό και τους την πήρες!
Μα εκείνοι τα νεκρά όνειρά τους στοιβάξαν σαν κοτρώνες
κι από τις μαύρες αναμνήσεις τους υψώσαν προμαχώνες,
το αίμα τους πέτρωσε, σχημάτισε τις πορφυρές επάλξεις•
τι θρόνος που πλέον ποτέ! ποτέ δεν θα υποτάξεις
κι ήταν γραφτό του να στηθεί ενάντια στον δικό Σου
με όπλα, σημαίες και τακτικές για τον αφανισμό Σου.

Σʼ όποιον τον πούλησε -τον ρήμαξε!- το ίδιο του το αίμα,
που τούʼταξε, του ορκίστηκε κι απʼ την αρχή ήταν ψέμα...
Κι έπειτα σύρθηκε στα γόνατα, εκλιπαρώντας θαύμα
μόνο και μόνο για να δει επάνω του το τραύμα
νʼ ανοίγει περισσότερο, να τον ρουφάει μέσα
στης Αγωνίας την λαδωμένη μʼαίματα αγίων πρέσσα...

Σʼ αυτόν που όχι απλώς τον φτάσανε ως τον πάτο
μα τον χρησιμοποίησαν να βρουν πετρέλαιο από κάτω...
Σε σένα, αδερφέ μου, πούʼψαξες μια απόμερη γωνία
να δώσεις τέρμα ήρεμα κι απλά, με ψυχραιμία...

Σʼ όλους εσάς που στο Μηδέν μπήκε ενέχυρο η ψυχή σας,
διότι τα κύματα σας έσυραν πάνω σʼ αφρούς της λύσσας
και μόνο θαμμένοι ζωντανοί σε λάσπη, χολή, πύον
είδατε εν τέλει αυτή τη ρίζα όλων των “μεγαλείων”,
ότι σας σφράγισε ο Αιώνιος σημάδι από τη γέννα,
ω γιοι του Κάιν, ξέστρατα να βρείτε πεπρωμένα...

Σας λέω πως σανίδα υπάρχει μέσα στην τρικυμία,
απʼ των καιρών την καταχνιά, αγκάλη κι ευλογία:
σας περιμένει κείνος που αφαιρεί απʼ την καρδιά το βέλος,
ο αρχάγγελος που ήταν εκεί όταν παιζόταν η Αρχή
και θα είναι εκεί και για το Τέλος...




||\\\\_/||
------------------------------------------------------------------------------

~~~ σχολιασμός και γνώμες για την ποίηση του χρήστου κατσαρού ~~~

------------------------------------------------------------------------------






Ποιοί είναι online

Έχουμε 20 επισκέπτες συνδεδεμένους