ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ


Καβάλα σ’ άσπρο άλογο, μ’ άσπρο μανδύα
τον λούζει φως λαμπρό στ’ άσπρα μαλλιά του
κι εγώ στη γη σερνόμενη μ’ αίμα στα χέρια
σκύβω το πρόσωπο και βρίσκομαι κοντά του.
Του λέω κοφτά με μια φωνή όλο μανία:
«Που να’ ναι εκείνα που
Καβάλα σ’ άσπρο άλογο, μ’ άσπρο μανδύα
τον λούζει φως λαμπρό στ’ άσπρα μαλλιά του
κι εγώ στη γη σερνόμενη μ’ αίμα στα χέρια
σκύβω το πρόσωπο και βρίσκομαι κοντά του.
Του λέω κοφτά με μια φωνή όλο μανία:
«Που να’ ναι εκείνα που δεν ήρθαν έως τώρα
Τι περιμένω στη ζωή και τι μου πρέπει,
νοιώθω πως έφτασε επιτέλους πια η ώρα».
Αυτός με κοίταζε, μα εγώ δεν τον κοιτούσα
κι όταν μίλησε, ήχοι πολλοί με πλημμυρίσαν
(λαμπρό αστέρι στη νυχτιά την κοιμισμένη),
το μόνο που άκουσα θαρρώ ήταν αστείο.
Μου είπε: «ω θεά τρανή, ω Μελπομένη,
γυναίκα εσύ που όλο παράπονο προστάζεις
κοίτα το φεγγάρι εκεί ψηλά και συλλογίσου
πως είναι οι πράσινοι οι κήποι της Εδέμ.
Και σαν την Εύα, που το φίδι της παγίδευσε
το μήλο φέρε μου, στο στόμα να στο δώσω
να λύσω μάγια και κοντά μου να σε πάρω».
Τότε δεν άντεξα άλλο πια, δύναμη βρήκα
στα πόδια στάθηκα με κόπο και με θράσος
κι είπα με στόμφο, με καημό και χαζομάρα:
«Πως η ζωή είναι ζωή για να τη ζήσεις
κι εγώ σε θάλασσα σκοτεινή χαροπαλεύω».
Την πλάτη γύρισα, δεν σκέφτηκα πια διόλου,
τα μάτια έκλεισα και τότε είδα το φεγγάρι.

------------------------------------------------------------------------------

~~~ σχολιασμός και γνώμες για την ποίηση του Κωνσταντίνου Βενιζέλου ~~~


------------------------------------------------------------------------------

Ποιοί είναι online

Έχουμε 60 επισκέπτες συνδεδεμένους