Συνέντευξη Κικής Δημουλά

- Γίνατε «αθάνατη», λοιπόν...

«Η λέξη, ξέρετε, μου προκαλεί μια μελαγχολία, γιατί έχει ένα χιούμορ που είναι και ολίγον μαύρο βέβαια. Πώς \"αθάνατη\"; Τονισμός του \"θνητή\" είναι αυτό περισσότερο, παρά μια άλλη πραγματικότητα. Δεν νομίζω ότι τον φέρω αυτόν τον χαρακτηρισμό - Γίνατε «αθάνατη», λοιπόν...

«Η λέξη, ξέρετε, μου προκαλεί μια μελαγχολία, γιατί έχει ένα χιούμορ που είναι και ολίγον μαύρο βέβαια. Πώς \"αθάνατη\"; Τονισμός του \"θνητή\" είναι αυτό περισσότερο, παρά μια άλλη πραγματικότητα. Δεν νομίζω ότι τον φέρω αυτόν τον χαρακτηρισμό με πολλή άνεση, ούτε βέβαια και τον τίτλο ακόμα του ακαδημαϊκού, γιατί πρέπει πρώτα να τον πιστέψω. Εγώ δεν είμαι εύπιστη ούτε στα πράγματα που συμβαίνουν. Αλλωστε, δεν ήταν τόσο αγωνιώδης στόχος μου αυτό, ούτε εκφράζει την άπληστη πλευρά μιας φιλοδοξίας».

- Ομως βάλατε υποψηφιότητα.

«Εβαλα, πρώτον βέβαια, για λόγους που δεν ομολογούνται. Και μετά: Ισως για να ικανοποιήσω μια καθυστερημένη φιλομάθεια. Ισως για να βρω μια ειρηνικότερη και επομένως ασφαλέστερη στέγη για το μετέωρο και ευάλωτο είδος του λόγου που υπηρετώ. Ισως ακόμα με την ελπίδα ότι αυτό το είδος αποδειχτεί ευρύτερα και σταθερότερα χρήσιμο από όσο ασταθώς χρησιμεύει σε μένα. Ενδεχομένως να νοστάλγησα και την πειθαρχία. Να νοστάλγησα την περικοπή του ελεύθερου χρόνου, που σε μένα τουλάχιστον προσφέρει αρκετήν αταξία. Επεδίωξα έτσι την προσχώρηση στην Τάξη· των Γραμμάτων τώρα».

- Προσκομίζοντας τι;

«Για το μόνο που είμαι βεβαία ότι έχω, είναι ένα ήθος. Δεν ξέρω όμως, αν αυτό αρκεί στην Ακαδημία. Γιατί το διαθέτει πιστεύω. Δεν γνωρίζω περισσότερα. Το βέβαιον είναι ότι αυτός ο επιβλητικός χώρος μού προκαλεί ένα δέος».

- Είναι επίσης ένας χώρος συντηρητικός στη συνείδηση των πολιτών, αδιάφορος και απών ως πνευματικό ίδρυμα, σε εποχές ζοφερές για τον τόπο.

«Οι ακαδημαϊκοί είναι Ελληνες. Δεν έχω καμιά διάθεση να θεωρήσω ότι υπήρξε εσκεμμένη αδιαφορία στα μεγάλα θέματα. Εχω όμως μια διάθεση να βρω ελαφρυντικά, που αυτή τη στιγμή δεν μου είναι πρόχειρα. Ούτε εγώ πήρα ενεργό θέση στο θέμα, ας πούμε, της δικτατορίας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήμουν αδιάφορη, ότι δεν υπέφερα μέσα μου. Θα μου πείτε, εγώ ήμουνα μια μονάδα, ένα ασήμαντο πρόσωπο, το οποίο δεν μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο...».

- Εγώ δεν θα σας το πω αυτό, κυρία Δημουλά.

«Δεν παραδέχεστε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι αγωνιστικοί; Φυσικά, δεν χρησιμεύουν αυτοί οι άνθρωποι στην ανθρωπότητα, ούτε συζήτηση. Αλλά ας μην τους αποκλείσουμε κι από αυτό το άχρηστο ακόμα τού να συνυποφέρουν. Είναι και θέμα μιας κατασκευής το να μπορεί κανείς να βγει στους δρόμους να φωνάξει, είναι και θέμα μιας δειλίας πολύ μεγάλης, ιδίως για ανθρώπους που έχουν οικογένεια. Εγώ, στην Τράπεζα της Ελλάδος όπου δούλεψα, υπέστην μία δίωξη τρομακτική επί δικτατορίας».

- Για ποιον λόγο;

«Πραγματικά χωρίς λόγο. Επειδή ήμουν στο περιοδικό της τράπεζας \"Κύκλος\", το οποίο θεωρήθηκε ως αναρχοκομμουνιστικό. Ούτε κομμουνίστρια ήμουν όμως, ούτε μη κομμουνίστρια. Ημουν απλά ένας άνθρωπος που αγαπάει πάρα πολύ την ελευθερία και τη δημοκρατία. Δεν έκανα όμως τίποτα εναντίον της χούντας, γιατί είχα οικογένεια, παιδιά, όλα αυτά τα κακομοίρικα, αν θέλετε. Αλλά και δεν πούλησα ποτέ ηρωισμό, όπως έκαναν άλλοι».

«Προτιμώ να φταίω»

- Είναι ένα «φαινόμενο» της μεταχουντικής περιόδου και του δημόσιου βίου μας η εξαργύρωση αντιστασιακών, αληθινών ή ψεύτικων, περγαμηνών. Τι έχετε να πείτε πάνω σ' αυτό;

«Τι να πω; Να χαρακτηρίσω τώρα την ανθρωπότητα \"παπατζή\" που αρπάζει τις ευκαιρίες; Δεν είναι άγνωστο φαινόμενο αυτό, συμβαίνει αιώνες. Ολοι, ώς ένα βαθμό, επωφελούμεθα. Ακόμα και τα χαρίσματά μας όταν ασκούμε, πάλι ένα μέσον βάζουμε για να κερδίσουμε κάτι. Ακόμα και το να θέλει κανείς να είναι ποιητής, είναι μια φιλοδοξία από την οποία κάτι προσδοκά. Μα και η δόξα δεν είναι μικρό ούτε και τόσο ηθικό κέρδος».

- Εσείς είστε φιλόδοξη;

«Ασφαλώς, δεν υπάρχει περίπτωση να μην είμαι φιλόδοξη. Διότι αλλιώς δεν θα προσπαθούσα ούτε να κάνω το καλύτερο. Προσπαθώ, λοιπόν, αλλά δεν κάνω τίποτα λερό για να ικανοποιήσω αυτή τη φιλοδοξία».

- Είναι δύσκολο να κάνει «λερά» πράγματα για να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του ένας ποιητής;

«Το να μυθοποιούμε τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, το να τους θεωρούμε θεούς, είναι λάθος, οδηγούμαστε σε μια πλάνη. \"Θεός\" είναι κάποιος μόνο κατά εκείνο το κομματάκι και κατά τη στιγμή που ασκεί το χάρισμα που τού δόθηκε. Κατά τα άλλα, είναι ένας κοινός άνθρωπος, με όλες τις αδυναμίες και τα κακά του κόσμου μέσα του. Εγώ δεν μπορώ να δεχτώ καθαρόν άνθρωπο κανένα. Ακόμα και οι μύχιες σκέψεις του, κι αυτές που δεν τις γνωρίζει, μπορεί να απεργάζονται τον κακό εαυτό του. Τώρα, αν το καθαρό έχει φοβίσει επαρκώς το λερό και κάθεται και σιωπά, είναι μια άλλη ιστορία. Χρήσιμη εν τέλει».

- Εσείς το έχετε φοβίσει επαρκώς το «λερό» σας;

«Πιστεύω ότι το έχω ναρκώσει. 'Η του αφαιρώ τα περιθώρια δράσης με τη μάλλον ασκητική ζωή μου».

- Δίνετε, πράγματι, την εντύπωση ενός μοναχικού κι απόμακρου ανθρώπου.

«Ετσι είμαι. Ομως αυτό μπορεί κάλλιστα να οφείλεται σε μια δειλία, ότι δεν έχω όπλα ν' αντιμετωπίσω έναν άνθρωπο τον οποίο δεν γνωρίζω ποιος είναι. Δεν μπορώ, ας πούμε, να δω κάποιον να θυμώνει εξαιτίας μου. Θυμάμαι τη μητέρα μου όταν έκανα κάτι που δεν της άρεσε και είχε το πρόσωπο κατεβασμένο επί πέντε ημέρες. Εμένα αυτό μου ήταν αφόρητο. Ημουν πρόθυμη να ζητήσω συγγνώμη για να μη βλέπω αυτό το ύφος».

- Αυτό κάνετε ακόμη;

«Ναι, προτιμώ να φταίω, παρά να μου φταίνε. Ισως, με αυτή μου την προτίμηση, να τροφοδοτείται και το αρχετυπικό αίτημα της ενοχικότητας. Παρά ταύτα, αγαπάω πολύ τον κόσμο, σαν να έχω επαφή και επικοινωνία μαζί του, τον αγαπάω μέσα απ' τα δικά μου προβλήματα. Εγώ πιστεύω ότι η ποίηση αναπληρώνει αυτό που δεν μπορείς να ζήσεις».

«Δεν είμαι διεκδικητική»

- Τι δεν μπορέσαε να ζήσετε εσείς;

«Αυτήν την κοινωνικότητα, για παράδειγμα. Πολλά πράγματα, διότι δεν μπορώ να είμαι διεκδικητική. Ούτε και ήμουν ποτέ. Δεν τόλμησα, ας πούμε, και κακίζω τον εαυτό μου γι' αυτό, να επιβάλω στους γονείς μου να καλλιεργήσω την πολύ ωραία φωνή που είχα και να γίνω ελαφριά τραγουδίστρια, όπως ονειρευόμουν. Δεν επέμεινα να μάθω πιάνο, που τρελαινόμουν - σκεφτείτε, βλέπω σήμερα άνθρωπο να παίζει πιάνο, τον πιο άσχημο άνθρωπο να παίζει το χειρότερο πιάνο, και εξωραΐζεται η μορφή του και παραληρώ. Δεν μπόρεσα ακόμα να κατανικήσω, αντιθέτως όσο πάει και εντείνεται, ένα πολύ μεγάλο ελάττωμα, μια ευγένεια που έχω, η οποία δεν νομίζω ότι εκλαμβάνεται σωστά».

- Είναι ελάττωμα η ευγένεια;

«Εχει μια συγγένεια τρομακτική αυτή η ευγένεια με την ηττοπάθεια. Περισσότερο μοιάζει με ηττοπάθεια, γιατί βέβαια έχει κοινά χαρακτηριστικά και με τη δειλία. Ενας άνθρωπος που είναι συνεχώς ευγενής, δεν νομίζω ότι ασκεί οπωσδήποτε καθαρά αυτή την αρετή. Μπορεί και να φοβάται να είναι αγενής, διότι το να είσαι αγενής θέλει και μια γενναιότητα. Σημαίνει ότι είσαι πρόθυμος ν' αντιμετωπίσεις τις συνέπειες της αγένειάς σου».

- Δέχεστε για τον εαυτό σας κάποιο ίχνος ή μορφή υστεροβουλίας;

«Οχι, δεν είμαι αναιδής, απλώς· τώρα, εάν μου το είπε η μητέρα μου αυτό ή άλλα είναι τα βαθύτερα αίτια, δεν το ξέρω. Διότι κάποια οικονομία θα εξυπηρετώ φτιαγμένη έτσι όπως είμαι, ένας άλλος άνθρωπος θα είναι το αντίθετό μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι περισσεύω σ' αυτό τον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι έναν άνθρωπο που έχει πάρει τη λεζάντα, την επιγραφή του ευγενούς, οι άλλοι δεν τον φοβούνται. Και δεν ξέρω έτσι πόσο σκούρα θα τα βρει στη ζωή του. Εγώ τα έχω βρει πολλές φορές».

- Θα θέλατε να σας φοβούνται;

«Θα ήθελα λίγο να με λογαριάζουν. Επειτα, εγώ έχω αυτή τη μανία να κρατάω συνεχώς μια φωτογραφική μηχανή και να ανανεώνω τη συλλογή φωτογραφιών που βγάζω στις αδυναμίες μου και στις ατέλειές μου. Είναι φοβερό αυτό. Κι αυτές τις φωτογραφίες σαν να τις έχω μαζί μου και να τις επιδεικνύω σε όποιον άνθρωπο με γνωρίσει, ώστε να μη σχηματίσει καμιά εσφαλμένη εντύπωση για μένα. Τώρα, γιατί το κάνω αυτό, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται να μάθει τι είμαι ακριβώς, δεν ξέρω».

- Νομίζω ότι πολλοί αναζητούν και θα ήθελαν μιαν εξήγηση της βαθιάς μελαγχολίας που αναδίνει η φωτογραφία...

«Πρώτα πρώτα, δεν είχα πολύ χαρούμενα παιδικά χρόνια, με την έννοια ότι και το περιβάλλον μου δεν ήταν εύθυμο. Ηταν άνθρωποι κάπως βαρύθυμοι. Αν αυτό το αντέγραψα ή το κληρονόμησα, αν απορρόφησα την ατμόσφαιρα και τη φέρω εφ' όρου ζωής, δεν το ξέρω. Αλλά νομίζω ότι μπορώ να υποστηρίξω απλούστερα αυτό το θέμα. Με πλήττει θανάσιμα η ιδέα ότι είμαστε θνητοί παρά αθάνατοι. Και, παράλληλα, μ' αφήνει αποσβολωμένη το μέγα θαύμα, ότι αυτή τη μοίρα μας φαίνεται να τη λησμονάμε».

[σελίδα 1 , 2 ]

||\\\\_/||

Ποιοί είναι online

Έχουμε 24 επισκέπτες συνδεδεμένους