Η ταχεία ανάρρωση της απληστίας

Ακούω μεσημεριάτικα το λαχειοπώλη
να προσκαλεί αγοραστές στο γέλιο της τύχης.
σπρώχνω πιό πέρα την εγρήγορση
μου πιάνει όλο το χώρο και το ρίχνω
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θα άλλαζε η ζωή μου
άν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.

Θα ξαναέχτιζα την πείρα μου με θέα
τους απέραντους Ακούω μεσημεριάτικα το λαχειοπώλη
να προσκαλεί αγοραστές στο γέλιο της τύχης.
σπρώχνω πιό πέρα την εγρήγορση
μου πιάνει όλο το χώρο και το ρίχνω
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θα άλλαζε η ζωή μου
άν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.

Θα ξαναέχτιζα την πείρα μου με θέα
τους απέραντους κατάφυτους ξενώνες.
Επικλινείς σκεπές να μη λιμνάζουν
θέατρα και δάκρυα κακοκαιρίες ρόλων.

Στους κήπους διάχυτα αγάλματα
κομμωτές της ποικιλίας και της πρόβλεψης.
Αγάλματα νεράκια με την πετονιά ροή τους
να ψαρεύουν όσο θέλουν συντριβάνια.
Μάκρος μυστηριώδες βουβός θαυμαστής
θα παίρνει από πίσω τις αλέες
άηχα θα τις ακολουθεί πατώντας
μέσα στον ίδιο θόρυβο βημάτων που αδειάζουν
εκείνες καθώς προχωρούν. Ώσπου
να τις χάσει ξαφνικά - θα του κρυφτούν
σε κάποιο άλλο σχέδιο περιπάτου.

Θ΄αγόραζα λιμάνια αυτοκίνητα ρολόγια ιλιγγιώδη
την κάθε ώρα μου θα ΄ρχόταν ο δικός της
σωφέρ να την παίρνει - θ΄αγόραζα
όλη την άγονη γραμμή επιπλωμένη
με καινούργιους επιβάτες
και πολυτελέστατους καπνούς - θα δρομολογούσα
το πρώτο μακρινό μου εκείνο τρένο,
νεόνυμφη που ήμουν με ταξίδι
άμαθη στα χάδια των συνόρων
στην αγρυπνία των σταθμών και ξένων τόπων
που τίναζαν απρόσεκτα της ονομασίας τους
την καύτρα στα μάτια της ταχύτητας και φεύγαν.
Wagon lit - τότε που πρωτοβλέποντας
τον καναπέ να γίνεται κρεβάτι
ταξίδεψα πως όλα μετατρέπονται
από αναπαυτικό σε αναπαυτικότερο.

Θ΄άρπαζα θα έδιωχνα θ΄ανέβαζα
θα ποδοπατούσα θα φοβέριζα θα σκόρπιζα θα νόμιζα
θα γκρέμιζα και σε τρείς μέρες θα ξανάκτιζα
θα με τρέμαν οι στερήσεις.

Γιά να μπορέσω έτσι θρασύτατα ισχυρή
ν΄αγοράσω πιά την ανάστασή σου.

Σωστά το άκουσες, μή μελαγχολείς.
την ανάστασή σου.
Είδες ποτέ του θαύμα να χάλασε χατίρι
παραμυθένιας τύχης;

Χωρίς παζάρια θα ΄δινα πίσω όσα κέρδισα
και θα γυρίζαμε πεζή, απίστευτοι στο σπίτι.

Θα ξάπλωνες έκει, στη συνέχειά σου.
Θα ΄γερνα κι εγώ, διπλανή αμύθητα.
Κι αφού βεβαιωνόμουνα πως έχεις προσδεθεί
καλά πάνω στο σώμα σου
πως κούμπωσες καλά την ασφαλή επιστροφή σου
θα το ΄ριχνα σιγά-σιγά
σε μιά τρελή ονειροπόληση,
αμύθητα πως θ΄άλλαζε η ζωή μου
αν κέρδιζα ένα
ανισόρροπο λαχείο.



||\\_/||

Ποιοί είναι online

Έχουμε 25 επισκέπτες συνδεδεμένους