βιβλία

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

...o καλύτερος φίλος του ανθρώπου...ας συζητήσουμε για φίλους εδώ!

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:44 pm

Την άλλη μέρα ξαναπήγα το πρωί. Πήρα μαζί και την Ιρένα. Δηλαδή ακριβώς δεν την πήρα εγώ. Υποτίθεται πως αυτή με πήρε να με πάει μαζί με τα τσιμπράκαλά μου, γιατί δεν ήξερα τι μου γινόταν.
Με είχαν αμέσως διώξει χτες και μου είχαν πει να ξαναπάω με τέσσερεις φωτογραφίες. Και εγώ δεν ήξερα που παν τα τέσσερα. Που να μπορέσω να φέρω σε πέρας μια τόσο δύσκολη αποστολή όπου μου είχαν αναθέσει και που χρειάζεται να τάχεις τετρακόσια. Και ήτανε αυτή η πρώτη στη ζωή μου στρατιωτική αποστολή.
Κρεμόταν απ’ αυτή της πατρίδας μας ολάκερη η τιμή. Δεν ήθελα να αποτύχει. Γι’ αυτό με πήγε η Ιρένα. Γιατί το ήθελε κι αυτή πολύ να βοηθήσει. Μάλιστα για να μην τύχει και τις χάσω κόλησα με ούχου τις φωτογραφίες σε μια φαρδειά, μακριά και μπλε λουρίδα από πανί και για να μπερδέψω τον εχθρό (για καμουφλάζ που λένε) κόλησα ανάμεσά τους και διάφορα θηρία, που είχα φωτογραφίες. Όπως και κάτι παλαιστές, συνθέτες και ποδοσφαιριστές.
Αλλά απογοητεύτηκα πολύ γιατί όταν τους έδωσα ο ίδιος τη λουρίδα, δεν καταλάβανε οι χάνοι, τα σχέδιά μου τα μεγαλοφυή, που είχα καταστρώσει και μπερδευτήκανε οι ίδιοι. Μου δείχναν τη φωτογραφία του Κινγκ Κονγκ και με ρωτάγαν αν αυτός είμαι εγώ. Και χαχανίζαν. Για τούτο φαίνεται πως δεν με θέλει ο στρατός.
Γιατί φοβάται τη μεγαλοφυία μου. Δεν την καταλαβαίνει και την απορρίπτει ασυζητητί.
Καθόμουνα κει χάμω έξω απ’ τη μπαράγκα, εκεί στον καθαρό αέρα. Κι άκουσα πολλά εκεί. Για τα χαρτιά μου είχα αφήσει την Ιρένα, που τους είχε πει πως ήτανε γειτόνισσα. Και ήτανε γειτόνισσα στ’ αλήθεια. Και προσπαθούσε και ο Μούλος και αυτήν να την ψαρέψει. Μόνο που αυτή δε ψαρευόταν.
Μαζεύονταν πολλοί και με πειράζαν. Μου ήταν εύκολο πάρα πολύ να τους κομπλάρω. Με μια κίνηση, ένα βλέμμα ή μια λέξη. Τους έκανα και χάνανε τα λόγια, μπερδεύανε τα χέρια και τα πόδια. Διότι λέγανε βλακείες όπως: “ʼντρας είσ’ εσύ! και φοράς πλεξούδες”. Ή: “Σου αρέσουνε οι Ντόρς, η Ροκ μιούζικ”.
Αυτόν τον έκανα μονάχο του να πέσει. Είχε πάρει φόρα κάπου τριάντα μέτρα και φαίνεται το σκέφτηκε πολύ το τι θα με ρωτήσει. Φορούσε και πολιτικά και μου φαινόταν ασφαλίτης. Όταν έφτασε μπροστά μου και σταμάτησε και τόπε, απλώς δεν τούδωσα καμμιά σημασία, είχα κάπου σταματήσει το βλέμμα μου και συνέχισα να το κρατώ εκεί. Αυτός μπερδεύτηκε και έπεσε. Σηκώθηκε και τόβαλε στα πόδια.
Ξάφνου έρχεται ο Μούλος και με ρωτά: “Αν τάϊσα εκείνη την τσουκάλα και τέλος πάντων ποια είναι εκείνη η τσουκάλα”. Γιατί του τόχα πει και κείνου ακριβώς το ίδιο, πριν με στείλει στο νοσοκομείο. Του απάντησα πως “Ναί”, και πώς γίνεται του λέω να μην ξέρεις την Τσουκάλα.
“Έλα”, μου λέει, “δε σε θέλει ο στρατός. Πάρε αυτό εδώ να μας θυμάσαι”.
Και μου έδωσε ένα λουλούδι κι έφυγε. Και ήταν μία μαργαρίτα. Και ήτανε φτιαγμένη με σύρμα και κλωστή.
Μούρθε τότε στο κεφάλι πως η κίνηση αυτή του Μούλου ίσως και νάτανε προσπάθεια αληθινή να με πλησιάσει, κι όχι πια να με ψαρέψει. Αλλά το λουλούδι ήταν ψεύτικο και ίσως ψεύτικη ήταν και η κίνησή του. Και σκέφτηκα πως ένα τέτοιο δώρο εγώ δεν το θέλω, και θα τους το δώσω πίσω. Αλλά έχοντας ακόμα αμφιβολίες μήπως στο λουλούδι υπήρχε κάτι, ίσως έστω κι ένα ψήγμα ανθρωπιάς, έβγαλα απ’ το σακούλι ένα φτυαράκι παιδικό και ένα κουβαδάκι και το φύτεψα εκείνο το λουλούδι λέγοντας από μέσα μου πως αν είν’ αληθινό θα βλαστήσει και θα μεγαλώσει και θα βγάλει μαργαριταράκια.
Ήρθε τότε η Ιρένα και μου φώναζε “Έλα ρε συ να υπογράψεις και μετά φυτεύεις το λουλούδι”. Εγώ δεν ξεκόλαγα από κει, και το πότιζα, ρίχνοντας νερό απ’ το παγούρι. Και μαζευτήκαν όλοι γύρω. Εγώ να σκαλίζω το λουλούδι και να το ποτίζω και ο Μούλος να κουνά το κεφάλι του με λύπη και να λέει: “Εγώ του τόχα δώσει! Κρίμα το παιδί!” Είχε πια κι εκείνος ολότελα πειστεί για την τρελότητά μου.

Σημείωση συγγραφέα: “Τσουκάλα” ήταν το όνομα της γάτας που είχε σπίτι του ο Έτσι. Φεύγοντας είχε αφήσει εκεί διάφορα υποτιθέμενα φρικιά, αλλά τόξερε πως κανένας δε θ’ ασχολιόταν με τη γάτα. Γι αυτό ήθελε να γυρίσει πίσω γρήγορα.
Για να μη μείνει η γάτα νηστικιά. Το σκέφτηκε και τόπε εντελώς απλά. Μόνο που δεν το διευκρίνησε. Πάντως εσύ που το μαθαίνεις αυτό τώρα, μην πας αμέσως να το πεις στο Μούλο και τους άλλους.
Ας τους να ψάχνουν να το βρουν, γιατί θα τους βασανίζει ακόμα της τσουκάλας το αίνιγμα.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:46 pm

Συνεχίζω την καταγραφή από το μαγνητόφωνο.
“Ξαναπήγα στο ίδιο μέρος την επόμενη χρονιά. Πήγα μοναχός μου, με την ίδια περίπου αμφίεση. Το ίδιο ρεμπούμπλικο καπέλο με το ινδιάνικο ανάγλυφο ραφτό, και πλεξούδες, μόνο που τώρα ήταν πολλά-πολλά μικρά κοτσιδάκια δεμένα στην άκρη με χρωματιστά καλωδιάκια από ένα χαλασμένο τρανζίστορ. Είχα κρεμασμένα δυο ταγάρια με διάφορα άσχετα και σχετικά γεμάτα. ή μάλλον το ένα ήτανε ταγάρι, γιατί στα δεξιά κρεμότανε μια τσάντα που στο εξωτερικό τσεπάκι είχα χώσει μια βίδα κάπου 20 πόντους μάκρος και 3 πάχος, απ’ αυτές που βιδώνουνε τις σιδηροτροχιές. Μάλιστα, θυμάμαι τώρα, απ’ τη τσάντα μου εξείχε ένα τεράστιο φτερό, που έτσι και πήγαινες να το κουνήσεις ξεπουπουλιαζόταν και γέμιζε τη περιοχή φτερά, φτερά σα χαρτοπόλεμος. Και το φτερό αυτό στεκόταν δίπλα στο κεφάλι, με το καλάμι του χωμένο μες την τσάντα.
Πήρα μαζί μου και μια ταμπακέρα όπου ήταν γεμάτη με φωτογραφίες, καμμιά τραναταριά. Ήταν όλες δικές μου, άλλη κομένη τρίγωνη, άλλη οβάλ, άλλη ρόμβος, άλλη ακαθόριστου σχήματος. Πάντως καμμιά δεν ήτανε τετράγωνη. Μες την ταμπακέρα υπήρχαν κορδελάκια, χάντρες και μυρωδικά, όπως ρίγανη, δυόσμος, φασκόμηλο και βάλε. Ίσως και κάτι τσίχλες χιώτικες. Δεν είχα λιβάνι. Δεν είχα καταφέρει να βρω. Βέβαια όλη αυτή η προετοιμασία που έγινε μόνο και μόνο για να ξεμπλέξω την ίδια μέρα και να μη με στέλνουν πίσω να βγάλω φωτογραφίες, απέτυχε παταγωδώς. Έκανα τρεις μέρες για να ξεμπερδέψω. Α, κουβάλαγα κι ένα κομμάτι απ’ τη σπασμένη μου κιθάρα.
Πέρασα τη πύλη χωρίς να δώσω σημασία στους φρουρούς. Αυτοί ίσως είδαν ένα φτερό μ’ ανθρώπινο κορμί να περπατά και δε με πήραν πρέφα. Κόντευα να φτάσω στις παράγκες όταν είδα ένα τύπο έξαλλο και ξαναμμένο να ουρλιάζει και να βρίζει τους φρουρούς. Ήταν ο Μούλος.
“Γεια σου”, του λέω, “εσύ δεν είσαι που μου έδωσες εκείνο το λουλούδι. Πάρε αυτό. σου το χαρίζω”, και του δίνω το φτερό.
Ο Μούλος κατάπιε κάτι λίγα πουπουλάκια κι έτσι αναγκάστηκε να ηρεμήση και γλυτώσαν κι οι σκοποί απ' τις φωνές του. Με γνώρισε κι αυτός αμέσως και με ρώταγε τι κάνει η τσουκάλα. “Α!” του λέω, “την πάτησε αυτοκίνητο”. Και τον ρώταγα κι εγώ για το λουλούδι αν είχε βγάλει μαργαριταράκια. “Όχι”, μου απαντά, “μαράθηκε”.
Τελικά δε με στείλανε Νοσοκομεί. μούπανε να φύγω και νάρθω την άλλη μέρα το πρωί στις 7 διότι “Μπορεί εσύ να μη μπορείς να ξυπνήσεις, αλλά εδώ είναι στρατός” και τέτοια.
Διαπίστωσα πως δε θα ναύλωναν ιδιαίτερο ταξί για μένα, όπως πέρσυ. Είχαμε παραγνωριστεί πια…Έτσι έφυγα λέγοντας πως θα γυρίσω αύριο, αλλά όχι στις 7, αλλά στις 3 τη νύχτα. ʼφησα το Μούλο αναστατωμένο να ψάχνει ποιος θα είναι ο νυχτερινός φρουρός και να τον ενημερώσει κατάλληλα.
Έφτασα στο στρατόπεδο νύχτα. Όχι στις 3, αλλά στις 5. Με κρατήσανε για λίγο εκεί στη πύλη. Γύρω στο χάραμα με πήγαν στη μπαράγκα με τους άλλους σαν εμένα που τους είχανε κρατήσει να κοιμηθούν εκεί το βράδυ. Με πλησίασε ένας από δαύτους και μου λέει: “Γεια σου ρε φίλε τι γίνεσαι. Τι σειρά είσαι;” Τον αγνόησα τελείως. Υποτίθεται πως ήτανε τρελός και μου μιλούσε για “σειρά”. Το νιονιό του ήταν τόσο. Έκοβα βόλτες πάνω κάτω, ανάμεσα σε δυο παράγκες. Είχε βρέξει το βράδυ και υπήρχαν κάτι μπάρες με νερά κι όταν έφτανα στο πλάτωμα υπήρχε εκεί μια μπάρα όχι και πολύ μεγάλη. Πάντως όταν έφτανα σ’ αυτήν την γυρνούσα γύρω-γύρω και πάλι προς τα πάνω και πάλι κάτω και ταυτό.
Ξημέρωσε. Περιμέναν τη μεγάλη κλούβα να μας πάνε στο νοσοκομείο. Μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Φτάσανε ακόμα και δυο τρεις αργοπορημένοι χθεσινοί τρελλοί, που τους είχαν κι αυτούς διώξει όπως και μένα. Δεν τους είχανε κρατήσει όπως τους άλλους να κοιμηθούν εκεί. Ομολογώ ότι με αυτούς τους ξεχασμένους βρήκα μερικά κοινά.
Το πρώτο περιστατικό. Ξαφνικά μου κλείσανε το δρόμο. Γύρω από τη μπάρα καθίσανε και συζητάγαν 5-6 αξιωματικοί. Όπως έφτασα εκεί δεν είχα άλλη λύση παρά να τους σπρώξω όλους πέρα και να συνεχίσω τις βόλτες μου αφού γύρισα τη μπάρα γύρω-γύρω. Αυτοί αγρίεψαν.
Μπαίνει στη μέση ένας απ’ τους αργοπορημένους χθεσινούς και λέει: “Από κει περνάει” και μαρμαρώσαν όλοι.
Το χαρτί που του δώσαν αυτουνού έγραφε “Ψυχονεύρωση αντικοινωνικού χαραχτήρα. Τοξικομανία κτλ.”
Το δεύτερο περιστατικό. Στο νοσοκομείο. Εκεί που μας στιβάξαν όλους να περιμένουμε πότε θάρθει ο γιατρός να μας περάσουν έναν ένα από δαύτον. Εγώ κάπνιζα τσιγάρα, το ένα πάνω στο άλλο. Ήρθανε κάποιοι με στολές και είπαν πως απαγορεύεται. Το γράφει και η ταμπέλα. “Απαγορεύεται το κάπνισμα”. Εγώ συνέχισα να καπνίζω. Έκαιγα με το τσιγάρο το μουσαμά στο πάτωμα κάνοντας διάφορες ζωγραφιές, και στο τέλος έριχνα τη γόπα τη σβυσμένη στην εξωτερική του σακακιού μου τσέπη. Πετάγεται ο άλλος απ’ τους αργοπορημένους χθεσινούς και λέει: “Τι θα πει απαγορεύεται. Εγώ αυτό δεν το καταλαβαίνω”. Κι άναψε κι αυτός τσιγάρο.Βέβαια μετά καπνίζαν όλοι οι τρελοί. Πάντως το χαρτί που τούδωσαν αυτουνού έγραφε: “Ανώριμος προσωπικότης”.
Το τρίτο περιστατικό. Την επομένη στο στρατόπεδο. Όπου ξαναπήγαμε με τις φωτογραφίες να μας δώσουν τα χαρτιά μας. Όπου ήταν μαζωμένοι όλοι μα όλοι οι τρελοί, και αυτοί που τους κρατήσαν και αυτοί που τους διώξαν. Όπου εγώ έκανα και άλλο δώρο στο διοικητή το Μούλο. Μια άσπρη πάπια πλαστική που έμοιαζε του Ντάφυ Ντακ. Και του είχα τότε πει πως “Αυτό δεν είναι πραγματικό παπί, κι ας φαίνεται για τέτοιο. Γιατί έπρεπε νάναι μαύρο και είναι άσπρο. Και για τούτο να το βράσεις στο ζουμί του με σινική μελάνη και τότε αφού το πιεις θα μπορέσεις αμέσως να αντιληφτείς το σινικό τείχος που έχεις γύρω στο κεφάλι και σου βουλώνει τ’ αφτιά”.
Ο Μούλος πήγε να το πάρει, αλλά όλοι οι τρελλοί εσκάσανε στα γέλια. Και τσαντίστηκε ο Μούλος και αρχίζει να φωνάζει. Και πετάει χάμω το παπί, κι εγώ του είχα τότε πει, πως είναι τούβλο. και σαν τούβλο θα πεθάνει, διότι δε μπορεί να καταλάβει την αξία αυτού του δώρου. Και ότι πια τον αγνοώ και δεν θα υποφέρω πια για δαύτον.
Ο Μούλος τάχασε και βγήκε έξω. Τότε με ρωτήσαν οι φαντάροι “Τι είναι τούτο δω” (εννοώντας το κομμάτι απ’ τη σπασμένη μου κιθάρα). Και τους απάντησα εγώ “Τίμιο ξύλο”. Και πέσαν πάνω μου οι τρελοί και μου ζητάγαν από δαύτο. Κι εγώ τους μοίραζα θυμάμαι και όλοι σκάγαμε στα γέλια. Όπως συνέβει και με τις φωτογραφίες. Όπου ο γραφιάς είχε αγανακτήσει γιατί δεν εύρισκε καμμιά της προκοπής, καμμία τρετραγωνισμένη, μα οι υπόλοιποι τρελοί τις κάναν κέφι και τις θέλαν για αναμνηστικό κι άλλος διαλέγει την οβάλ, άλλος τη στρογγυλή, άλλος το ρόμβο ή τις ακαθόριστες στο σχήμα.
Αλλά το τρίτο περιστρατικό συνέβει όταν είπα του γραφιά πως δε μπορώ άλλο πια να περιμένω και μου απάντησε αυτός πως γράφει απ’ τις 7 η ώρα το πρωί και του σπάσαμε τ’ αρχίδια…
Εγώ του είπα αμέσως πως δεν πρέπει να παραπονιέται, διότι είναι η δουλειά του αυτή και πως “εμένα που με βλέπεις, έχω κάνει κίνημα εγώ για την εξάπλωση της ξάπλας και με ρωτάς που με κρατάς τόση ώρα όρθιο!”
Και είπα τότε στους υπόλοιπους τρελούς να πάρουμ’ όλοι τα χαρτιά μας ανυπόγραφα και πως αν ξεχυθούμε έξω τι θα κάνουν, θα τρέξουν από πίσω οι διοικητές να υπογράψουν κι όχι να καθόμαστε εμείς να περιμένουμε.
Αλλά οι τρελοί δίσταζαν και φοβόντανε να το ρισκάρουν κι είπα πως θα πάω εγώ να πιω καφέ κι ήρθε μαζί μου και ο τρίτος αργοπορημένος χθεσινός, ο γυαλάκιας παλαβός. Και πήγαμε κι ανοίξαμε το κυλικείο, παρ’ όλο που μας είχαν πει οι φαντάροι πως αυτό τέτοια ώρα ήτανε κλειστό.
Μα συμφωνήσαμε εγώ και ο γυαλάκιας πως δεν υπήρχε δύναμη στον κόσμο να μας εμποδίσει να πιούμε τον καφέ μας. Εγώ κρατούσα στο δεξί μου χέρι και τη βίδα. Και μας πήραν οι φαντάροι από πίσω, και ξυπνήσαν και τον καφετζή και τ’ ανοίξαν και το κυλικείο και μας ψήσαν δώδεκα καφέδες. Τόσοι ήταν όλοι κι όλοι οι τρελοί και τους είχαμε μετρήσει εγώ κι ο γυαλάκιας.
Αυτουνού του είχαν γράψει στο χαρτί “Ψυχωσική μανιοκατάθλιψη. σύνδρομον αυτοκαταστροφής”, ή κάτι τέτοιο. Δε θυμάμαι καλά.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:47 pm

Τώρα θα σου αφηγηθώ τι έγινε στο νοσοκομείο. Τον διάλογο που είχα με το γιατρό. Εκεί να με συγχωρείς, αλλά δε μου ρχόταν τίποτ’ άλλο στο κεφάλι και δανείστηκα τα δικά σου λόγια, ʼσιμε. Δεν έχει όμως τούτο σημασία γιατί και συ δανείστηκες δικές μου εμπειρίες όταν έφτιαξες εκείνο το τραγούδι “Είμαι παλιάνθρωπος”. Αλλά καμμιά σημασία δεν έχει τούτο. Το ποιός αντιγράφει ποιον, γιατί κανείς δεν αντιγράφει. Γιατί όλα τούτα υπάρχουν από μόνα τους. Σαν τη ροή του ποταμού. Όχι τον ήχο του νερού, ούτε το ίδιο το ποτάμι. Τη ροή. Τη ροή που υπάρχει εν δύναμει. Όσοι από μας κοιτάξαμε βαθειά εντός, όσοι σκιστήκαμε εντός.
Τέλος πάντων. Εκείνος ο γιατρός υπήρξε ευγενικός. Με ρώτησε αν έχω κανένα πρόβλημα. “Όχι”, του λέω, “μήπως έχεις εσύ;”
“Δε μου λες παιδί μου. Τα χαρτιά σου εδώ λένε πως ήσουν φοιτητής και εγκατέλειψες σπουδές και είσαι ανυπόταχτος και τι θα κάνεις μ’ αυτό. Και γιατί παιδί μου εγκατέλειψες σπουδές; Θα μπορούσες τώρα να ήσουν ένας πολύ καλός επιστήμονας”.
“Τίποτα”, του λέω, “Εγώ κάνω ΚΡΟΚ. Και αφ’ ότου ανακάλυψα το ΚΡΟΚ...αλλά εσύ δε μπορείς να καταλάβεις...”
“Δηλαδή”, μου λέει αυτός μ’ ενδιαφέρον.
“ʼκου να δεις”, του λέω, “όταν χάνω το κορμί μου...πιάνομαι απ’ τις πλεξούδες.
…σκαρφαλώνω…” και του λέω όλα αυτά αφήνοντας το σώμα μου ελεύθερο. Τα χέρια μου αρπάξανε τα κοτσιδάκια και το κορμί μου του έδειχνε το πώς γίνεται.
“Δηλαδή γινόσουν άϋλός;”. “Όχι”, του απάντησα.
Και συνέχισα λέγοντας ακριβώς αυτά που έλεγες εσύ, πως “εγώ μένω σε υπόγειο, και κοιμάμαι κάτω απ’ το ταβάνι κι έτσι βρίσκομαι πάνω από τη γη κι εκεί ανακάλυψα το ΚΡΟΚ”.
“Μα τι είναι αυτό το ΚΡΟΚ”
“Το Κροκ είναι Κροκ”, του απαντώ. “Αλλά είναι και Κροκ. Όπως τρόζει ένα γρανάζι, όπως καταρέει ένας θεσμός, όπως κροκορόζει ένα βρέφος που γεννήθηκε απλά”.
“Πες το σε παρακαλώ πιο δυνατά”, μου λέει, “δεν καταλαβαίνω”.
“Ανακάλυψα πως υπάρχουν Κροκάνθρωποι”, συνεχίζω εγώ, “και πως εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς”. “Α!” μου λέει, “ώστε έτσι”.
“Είχες όμως δίκιο”, του λέω. “Όντως έχω ένα πρόβλημα. Βρίσκομαι τόσο καιρό να ψάχνω για κροκανθρώπους, αλλά δεν βρίσκω κανέναν…”
Ο γιατρός με κοίταζε με συγκατάβαση. Έδειχνε πως προσπαθούσε να με νοιώσει.
Ένας γραφιάς με άσπρη μπλούζα κρατούσε πρακτικά.
“Και δε μου λες παιδί μου. Με την ανυποταξία τι θα κάνεις. Κινδυνεύεις να πας φυλακή. Το ξέρεις; Γιατί εγκατέλειψες το Πανεπιστήμιο;”
“Εγώ”, του λέω, “εγώ έδινα εξετάσεις”.
“Μα πώς γίνεται αυτό;”
“Ναι!”, του λέω, “ίσως να έχεις δίκιο. Νομίζω πως μερικές φορές εκείνοι δε με βλέπανε”.
“Δηλαδή γινόσουν άϋλος;”
“Όχι”, του απαντώ, “εκεί ήμουνα”.
Αυτό ήταν. Ο γιατρός με κοίταξε με συγκατάβαση και μου υποσχέθηκε πως θα φρόντιζε αυτός. Και να μη φοβάμαι και όλα θα πηγαίνανε καλά.
Πράγματι ήρθαν και με πήρανε και με πήγανε και με περάσανε από την επιτροπή, απ’ το ίδιο εκείνο μέρος με τη μοκέτα και με έδιωξαν αμέσως. Εκεί δε χρειάστηκε να κάνω τίποτα. Μπήκα κι όρμηξα προς το γραφείο κρατώντας εκείνη τη βίδα στο δεξί μου χέρι. Οι επίτροποι τα χρειαστήκανε και πετάχτηκαν απάνω.
Εγώ απλώς σταμάτησα. Έβγαλα το αριστερό μου χέρι από τη τσέπη και άδειασα σιγά-σιγά όλες τις μαζεμένες γόπες μέσα σ’ ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι. Ούτε καν που με ρώτησαν τίποτα. Με διώξανε αμέσως.
Αλλά για να μη σε ταλαιπωρήσω άλλο αγαπητέ μου γνώριμε, Νικόλα, θα σου διηγηθώ και το τελευταίο επεισόδιο. Και τα λέω αυτά σε σένα για να τα ξεφορτωθώ.
Είναι η τελευταία φορά που τ’ αφηγούμαι. Δεν πρόκειται να μ’ απασχολήσουν πια.
Και δεν έχει σημασία αν το μαγνητόφωνό σου γράφει ή είναι χαλασμένο. Εμένα με απασχολεί να ξεμπερδεύω από δαύτα. Αυτά φύγαν από μένα. Κι ίσως και για τούτο διάλεξα εσένα για να τ’ αφηγούμαι, που είσαι ο παλιός μου γνώριμος. Κι άμα καταφέρω και ξεφορτωθώ πάντα ολότελα, ακόμα και αυτή τη γνωριμία, σίγουρα θα ξεκολήσω και θα ξαναβρώ τη δύναμή μου.
Γι αυτό άκου λοιπόν και το τελευταίο περιστατικό στο στρατό. Όταν γυρίσαμε με τους καφέδες στο δωμάτιο του γραφιά, οι μισοί απ’ τους μουρλούς είχαν πάρει το χαρτί τους κι ήταν έτοιμοι να φύγουν, αλλά ο γυαλάκιας κι εγώ δεν τους αφήσαμε. Τους γυρίσαμ’ όλους πισω και πίναμ’ όλοι μας καφέ. Ώσπου μπήκε μια κλώσσα. Πώς αλλοιώς να τήνε πεις. Ήταν απ’ αυτές που πήγαν να καταταγούνε εθελοντικά στο στράτευμα.
Μούρθε και τραγούδαγα τραγούδια του Νικόλα. “Κι αν μ’ έχουν κόψει φέτες...δε φταίνε οι γυναίκες...” κτλ.
Μπαίνει ο Μούλος και της πιάνει την κουβέντα. Εμείς πίναμε καφέ και τραγουδάγαμε. Και ομολογώ τη βρίσκαν όλοι. Πιάνει ξαφνικά τ’ αυτί μου τα εξής: “Μα έπρεπε δεσποινίς μου να είχατε έρθει από το πρωί. Το σχολείο έχει αρχίσει απ’ το πρωί κι έχετε πολύ καθυστερήσει, αλλά τέλος πάντων κάτι θα κάνουμε. Θα δούμε τι θα κάνουμε...”
Οπότε εγώ αλλάζω ξαφνικά σκοπό και τραγουδάω “Παράτα το σχολείο...κτλ., παράτα το στρατό...κτλ.” Και τη βρίσκαν όλοι και ρώταγαν “Που τα ξέρεις ετούτα τα τραγούδια, δικά σου είναι;” Αλλά εκείνη τη φορά ο Μούλος αγριεύει ξαφνικά όπως δεν είχε αγριέψει στη ζωή του έτσι ίσως ποτέ. Ίσως του θίχτηκε το αντρικό του γόητρο γιατί τον ξευτελίζαμε μπροστά σε μια γυναίκα. Φουκαρά και μαλάκα φαλοκράτη. Πόσο εξαρτημένος είσαι από κείνες που καταπιέζεις!!!....
Και πέφτει απάνω μου ουρλιάζοντας. “Εσύ δεν τάφερες ετούτα τα σκουπίδια; Πήγαινε και πέταξέ τα” Και μου δείχνει τους καφέδες και το χαρτονένιο δίσκο.
“Αδύνατο”, του λέω, “μπορεί να κάνω για σερβιτόρος, όποτε μου κάνει κέφι. Αλλά ποτέ δε κάνω με σκουπίδια. Να πας να τα πετάξεις εσύ”.
Ο Μούλος τότε αγριεύει πιο πολύ, αλλά ξεσπά πάνω στους άλλους. Και βγάζει έξω όλους τους τρελούς. “Το χαρτί σας το πήρατε! Τι θέλετε μωρέ! Έξω! Έξω! Όλοι έξω!”. Μόνο εμένα δεν τολμά να με πλησιάσει. Τότε εγώ του ξαναείπα πως είναι τούβλο και τα γνωστά και δε μπορεί να με καταλάβει και δε θα ξανασχοληθώ με δαύτον και θα τον περιμένω απ’ έξω να μου φέρει το χαρτί ο ίδιος.
Κι έτσι βγήκα έξω.
Πράγματι ο Μούλος μούφερε έξω ο ίδιος το χαρτί. Αφού προηγουμένως είχε βάλει έναν φουκαρά φαντάρο να πετάξει τα σκουπίδια. Το παίρνω εγώ και το διαβάζω.
Βλέπω πως απάνω γράφει: “Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου”. Και του το δίνω αμέσως πίσω. Του λέω πως δεν έπρεπε να γράφει έτσι και πως έπρεπε να γράφει “Σχιζοφρενοβλαβίωση”. “Δεν ξέρω εγώ από αυτά”, μου λέει. “Να πας πίσω στο νοσοκομείο και να τους το πεις να στο αλλάξουν. Πώς τόπες. Σχι-ζο-βλα-βίω-ση;” Όχι του λέω. Πες το σωστά. “Σχι-ζο-φρε-νο-βλα-βίω-ση”. Μπήκε στο λούκι κι επανέλαβε τη λέξη. Μα δεν την έλεγε σωστά. Εγώ περίμενα υπομονετικά και τούκανα μαθήματα ορθοφωνίας. Τελικά κατάφερε και τόπε. “Σχι-ζο-φρε-νο-βλα-βίω-ση”. Έτσι πήρα το χαρτί κι έφυγα.
Έχετε γειά Ελληνικά στρατά.
Και όλα τα στρατά του κόσμου έχετε γεια”.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:48 pm

Δεν μπορώ να σου χαρίσω τίποτα από την ουσία του ΚΡΟΚ.
Εσύ δεν απουσίασες ποτέ σου στην ουσία. Στην ουσία της απουσίας.
Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου δείξω με τα λόγια.
Σου χαρίζω λοιπόν την λεκτουσία.



Ρώτησε κάποιος κάποτε. Παλάβωσες Νικόλα. Γυρίζεις γύρω-γύρω τ’ άγαλμα της πλατείας κι επιταχύνεις το ρυθμό κι έχουν περάσει ώρες. Εγώ απάντησα τότε αυτά: Όλοι, ο καθένας, η καθεμιά κάνετε κύκλους παρ’ όλο που πάτε ευθεία. Γυρίζετε σα σβούρες και δε παίρνετε χαμπάρι. Προκειμένου να κάνω κύκλους εγώ μπαίνω μέσα στον κύκλο και τον αντιμετωπίζω. Παρ’ όλο που βρίσκομαι ακόμα στην περιφέρεια.
Θα φτάσω και στο κέντρο. Πάντως το θυμάμαι. Είχα απαντήσει. Μίλαγα ακόμα με τους ανθρώπους.
Τώρα πια δεν εξηγώ. Τόχω σταματήσει.



Τώρα ξέρω. Ο πάγος υπάρχει. Αυτό είναι.
Ίσως με επηρέασε η κασέτα ή μάλλον ο τρόπος που μου την έδωσε ο Κώστας το πρωί. Και μετά το άγγιγμα που είχα με τη Στέλλα.
Όλο το πρωινό ξεφάντωμα ήταν κι αυτό παραμύθιασμα. Εκείνος ο χορός κι εκείνοι οι χώροι δικό μου κατασκεύασμα. Θέλω το κρατάω. Μπαίνω μέσα. Θέλω το πετάω. Αλλά ξέρω ο πάγος υπάρχει.
Αφού δε μπορώ ν’ αντέξω ούτε κι ετούτο δω το σπίτι. Αφού μου φαίνεται ψεύτικο. Αφού ιδρώνω, κάνω προσπάθειες να το ξεπεράσω, λέω πως έχω λάθος, το ξεπερνάω, αλλά και πάλι ξαναϊδρώνω. όπως τότε με τη Χάρις.
Και ξέρω. δεν έχω τίποτε να ξεπεράσω. και φεύγω, και ξανακλείνομαι εδώ. Στο δικό μου μαυσωλείο. Αυτό το σπίτι είναι η τελευταία μου ελπίδα. Από κει περνάει όλος ο κόσμος που γουστάρω κι εγώ το βρίσκω ψεύτικο. Σκέψου πως θάβρισκα τα περιβάλοντα των άλλων, αυτών που ήταν στο χορό μαζί μου. Δε θέλω να κάνω λίμπα όλα τα περιβάλοντα. Φοβάμαι να χάσω την ελπίδα. Την τελευταία μου ελπίδα. Γουστάρω νάταν αλλοιώς. Δε γουστάρω...Γουστάρω...Παραμύθιασμα...Ελπίδα...Θάνατος...Ζωή...Ζωικός...βασίλειο... μέγας...μέγιστος...πανύψηλος...τάπα...κοντός....σουλούπι...ασύληπτος…
Εγώ είμαι συ...εσείς, αυτοί, εμείς, εγώ ειμί...μέσα σας, έξω σας, είσαστε...μέσα μου, έξω μου.
Ελπίδα. το μέσα σας...Ελπίδα. το μέσα μου.
Αλλά αυθεντικό μόνο το έξω. Αλλά ξέχασα…η ελπίδα δεν είναι ΚΡΟΚ.
Πρέπει να βρεις τη δύναμη Νικόλα ʼσιμε. Αλλά και το πρέπει δεν είναι ΚΡΟΚ;
Θα περπατήσω στα σύννεφα πατώντας στη γη. Ή θα πετάξω τη γη πατώντας τα σύννεφα…Κι όμως ο πάγος υπάρχει. Με γη, χωρίς γη. Με σύννεφα, χωρίς σύννεφα.
Αλλά εγώ είμαι φωτιά. Φωτιά στον πάγο. Μες τον πάγο.
Από φωτιά και πάγο είναι φτιαγμένος ο κόσμος. Αλλά όχι δε θέλω. φωτιά και γύρω πάγος. Όμως αν ήταν ανάποδα...πάγος στη φωτιά...ο πάγος λιώνει.
Γι αυτό. φωτιά στον πάγο. Ο πάγος με κρατάει. Αυτή είν’ η φυλακή μου. Το σύμπαν φωτιά και πάγος. Φωτιά στον πάγο...ο κόσμος υπάρχει.
Αυτή είν’ η φυλακή μου.
Πάγος στη φωτιά - ο πάγος λιώνει. Αλλ’ όμως μένει μόνο φωτιά. Ο Κόσμος δεν υπάρχει. Εγώ τον κόσμο τον θέλω. δε θέλω να τον κάνω λίμπα.
Αλλά ο κόσμος. Φωτιά στον Πάγο. Εγώ...φωτιά. Κόσμος...η φυλακή μου.
Αν φέρω το πάνω κάτω ή το μέσα έξω ο κόσμος δεν υπάρχει. Γίνεται; Δε γίνεται; Η Δύναμη…ο Πάγος…η Φωτιά…
Ο Κόσμος...μόλις με προσπέρασε. Φοβάμαι, με φοβάται;
Φοβάμαι, με φοβάσαι; Πάλι εσύ στη μέση. Είσαι, δεν είσαι; Είμαι; Όχι, δεν είμαι…
Φόνος; Ναί θάνατος; Ναι. Λύτρωση; Όχι.
Τότε γιατί; Αλλά εσύ τόπες ετούτο.
ʼμα μπαίνει το γιατί ΧΕΣΤΗΚΑΜΕ.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:53 pm


















Είπες πως είσαι η τελευταία μου σύνδεση με τον κόσμο.
Ότι φοβάμαι μη τη χάσω.
Αν εγώ κόψω τη τελευταία μου σύνδεση και βρω τη δύναμη,
εσύ θα βρεις τη δύναμη να μην ξεκόψεις από μένα;
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τετ Οκτ 13, 2004 1:30 pm

Σήμερα συνδέουν τα σκατά της πολυκατοικίας με νέα σύνδεση.
Εκεί που έλεγα να ησυχάσω. Κυριακή και από το πρωί δουλεύουνε τα κομπρεσέρ
ακριβώς μπροστά στο παρεθούρι μου.
Σε λίγο η μπόχα θα ισοπεδώσει τα πάντα.
Αλλά εγώ το ξέρω. Το πνεύμα δεν έχει όσφρηση.
Γι’ αυτό θα κάτσω να συνεχίσω το βιβλίο τώρα.
Δε θα με καταστείλλουν ούτε τα σκατά τους, ούτε τα κομπρεσέρ τους.






ΑΑΑΑΑΑ αα Αυ-γό που-δε-ζει γίνεται κοπριά
ΟΟΟΟΟΟΟΟοοο ʼνθρω-ποι που πέ-θαναν ζού-νε στον αέρα
ου ου ου ου ουου ʼρα ανα-πνέ-ουμε ανθρώπινες μορφές και τρώμε
ε ε ει ει ε λαχανίδες που τράφηκαν απ’ την κοπριά.
ιι αι αι αιιιιι
Το αυγό που δε ζει μου δίνει την τροφή μου. Κι οι πεθαμένοι συντηρούν την άφθαρτη πνοή μου.
Ζωή = θάνατος, θάνατος = Ζωή, Ζωή = μηδέν, Ζωή = άπειρον, άπειρον = μηδέν. Ο βόας είναι ερπετόν.
Ο άνθρωπος είναι θνητόν, ο θεός είν’ αθάνατον. Οι φοίνικες ανακάλυψαν τα σύμβολα. Τα σύμβολα έγιναν αριθμοί. Οι ήχοι έγιναν φθόγγοι. Οι φθόγγοι λέξεις. Βαβοβουβεβιβα-Βάβω
Μαμομουμεμιμα-Μαμά
Ο θεός εποίησεν τον άνθρωπον διαφέρων των τετραπόδων.
Ο άνθρωπος εποίησεν τον θεόν. Θεός = ον άϋλον, διαφέρων των σπονδυλωτών, ως και των ασπονδύλων, και όσων εν τη γη κάτω εν τω ουρανώ άνω, κινουμένων και μη κινουμένων όσμων και αόσμων.
Η γη κινείται, ο ουρανός αιωρείται. Η γη είναι σφαίρα. Τούτο απεδείχθη πασιφανώς. Παλαιότερον επιστεύετο η γη ήτο ταψί - τούτο απερρίφθη. Η γη εγένετο σφαίρα και Γαλιλαίος εμελλοποίησεν το λαϊκό τραγουδάκι “Είναι νωρίς για δάκρυα, Στέλλα, ήσουν ταψί κι έγινες σφαίρα, παίξε ποδόσφαιρο μια μέρα...μην τον ρωτάς τον ουρανό...” Ο Ουρανός ήτο θεός. Ουρανός εγέννησεν τον Κρόνον. Κρόνος εγάμησεν Ρέα και έτεκεν Δία πρωτότοκον υιόν. Δίας = Ζεύς εξ’ ού Ερωτιδεύς, εξ’ ού και ζέον ύδωρ.
Ύδωρ = θάλασσα. Θάλασσα = ύδωρ. Ύδωρ αλμυρόν εν μέσω κυλότητος εδάφους, εν είδει μεγάλης γαβάθας, ύδωρ αλμυρόν μη ζέον περιέχον ψάρια - κοινώς ιχθείς. Ψάρια εν μέσω γαβάθας, εν μέσω ζέοντος ύδατος + ποσότης τινά άλατος = εύγευστος σούπα. Εύγευστος επομένως θάλασσα περιέχουσα ψάρια + άλας και ύδωρ, μη ζέον εν μέσω γαβάθας = μη εύγευστος σούπα.
Είν’ η ζωή μια θάλασσα (μη εύγευστος σούπα) και μεις καπεταναίοι. Είναι στ’ αλήθεια τυχεροί όσοι πεθαίνουν νέοι...ΧΑ ΧΑ ΧΑ. Ο Κολόμβος ανεκάλυψε την Αμερική και ο Γουτεμβέργιος την τυπογραφία. Τυπογραφία = Πρόοδος. Πρόοδος = εξέλιξις. Εξέλιξις = νοσταλγία. Α' είδος τυπογραφίας η χάραξις στοιχείων επί πλακός. Ο Μωϋσής έλαβε τας εντολάς. Αι εντολαί ήταν 10.
Αι 10 εντολαί ήτωσαν χαραγμέναι επί πλακών. Τας πλάκας παρέδωσεν ο θεός. ʼρα ο θεός είναι Τυπογράφος. Ο Μωϋσής ήτο άνθρωπος. ʼνθρωπος = ον δίποδον διαφέρων των τετραπόδων.
Ο Κολόμβος ανεκάλυψε την Αμερική. Η Αμερική ήτο ήπειρος. Ήπειρος = Ηπειρώτικα τραγούδια.
Ηπειρώτικα τραγούδια = κλαρίνο. Αμερική = κλαρίνο. Κλαρίνο = όργανον εν είδη ορθίου πέους.
Αμερική = όρθιον πέος. Ο Κολόμβος έμεινε στην ιστορία το αυγό του Κολόμβου. Η Αμερική περνά στην ιστορία ως κόκα-κόλα.
Οι Ασσύριοι ανεκάλυψαν τα μαθηματικά.
Ο Πυθαγόρας ανακάλυψε το Πυθαγόρειον και ο Ευκλείδης το Ευκλείδιον θεώρημα. Ο Νεύτων έρριξε το μήλο. Το μήλο το πήρε η Αφροδίτη η θεά. Το έφαγε η Εύα και απεπλάνησε τον Αδάμ.
Ο Ουρανός είναι διάστημα. Το διάστημα απεπλάνησεν το πρώτον ο Ρώσος Γκαγκάριν.
Την Παρθενόπη την απεπλάνησα εγώ. Ρωσία μεγάλη γαμιόλα που βγάζεις τέτοια παιδιά. Ο Ιησούς ήτο άνθρωπος. ʼνθρωπος = θεός. Ιησούς = θεάνθρωπος. Ιησούς περπάτησε τον Γολγοθάν και ανεκάλυψε τον σταυρόν. Σταυρός = χωρίον της Χαλκιδικής παραπλεύρως Αγίου Όρους. Ο Ιούδας περπάτησε το όρος των Ελαιών και ανεκάλυψε το Καρφί.
Καρφί = οξύ μέταλον το οποίον ευδοκιμεί εις Νότιον Αμερικήν. Είδη καρφιών υπάρχουν πολλά.
Είδος καρφιού ο Μπάτσος. Μπάτσος = Μπάτσος ουχί καρφί. Καρφί = χαφιές. Χαφιέδες θα βρης...ρε συ δεν κοιτάς καλύτερα να ξεπεράσεις τη χαφιεδοφοβία σου, αντί να προσπαθείς να μου αποδείξεις μαθηματικώς πως ένα και ένα κάνουν δύο. Ε! ΑΜΑΝ!





Ονομάζομαι Νικόλας ʼσιμος.
Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος
Νικόλας και το “ʼσιμος” με γιώτα
Ουχί Ασίμος. ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμωφ.
Τώρα θα μου πεις, γιατί το “ʼσιμος” με γιώτα.
Γιατί όταν λέμε “ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής...” η λέξη “άσημος” παίζει
το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη “τραγουδιστής” και γράφεται με ήτα.
Ενώ το “ʼσιμος” είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί ο επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τετ Οκτ 13, 2004 1:32 pm

Κι έπλασε ο Θεός τον άνδρα και τη γυναίκα, υποκατάστατα την αγωνίας του ανθρώπινου γένους.

***

Εμείς είμαστε πλασμένοι για να υποφέρουμε είναι όμως γλυκός ο πόνος όταν ξέρεις πως διαφέρεις απ’ τους άλλους.

***

Αδιαφορείτε και προσεύχεστε. Τσιμεντένιους στήστε τους πύργους της συνήθειας. της συνήθειας τους πύργους στήστε. της τάξης. Αδιαφορείτε και προσεύχεστε. στα ίδια στα ίδια, μη παρέκει...στα ίδια. όπως βολεύεστε.

***

Είμαι πάντα πρόθυμος να δεχθώ μαθήματα.
Είμαι πάντα ανοιχτός στο να δεχτώ μηνύματα.
Είμαι πάντα έτοιμος για να δεχτώ χτυπήματα.
Είμαι πάντα αυτό που ήμουν πάντα.
Έτσι γεννήθηκα στο κυπαρίσι.

***

Εκεί που θα πάω...
Τι να κάνεις...τι να κάνεις...
Με ίδιο πάντα το σκοπό
για τον αγώνα που αν έχει
θα ψάχνουμε να βρούμε νόημα.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τετ Οκτ 13, 2004 1:40 pm

Τραγούδια των αρχών της περασμένης δεκαετίας και του β'
μισού της προηγούμενης


Ο εξερευνητής στίχοι - διασκευή μουσικής από το γαλλικό Νικόλας ʼσιμος

Στην Αφρική μες το απέραντο και απροσπέραστο παρθένο δάσος
Βγήκε μονάχος εξερευνητής με το ντουφέκι του, είχε το θράσος
Εξερευνητά μη σταματάς
Πάντοτε στο τέρμα να κοιτάς
Εξερευνητά είσαι τρελός
Γιατί θα αποθάνεις νεαρός.

Βαδίζει άφοβος κι αγέρωχος και μεγαθήρια σκοτώνει
Από κινδύνους πλέον τρομερούς, πείνα και πυρετό γλιτώνει
Εξερευνητά παλικαρά
των θηρίων έγινες βορά
όρισες (?) μοναχός εαυτόν
Σ’ ό,τι δεν αρμόζει σε θνητόν.

Όμως ο φίλος εξερευνητής που την εγλίτωσε με την τρεχάλα
Μες το καζάνι του ιθαγενούς ανακατεύεται με μια κουτάλα
Μεσιέ Κανιμπάλ τι το κρατάς
το κουτάλι και με γαργαλάς
Μεσιέ Κανιμπάλ παρακαλώ
Ρίξε και αλάτι στο νερό
Και για να σιτέψω πιο καλά
Βάλε κι άλλα ξύλα στη φωτιά
Μεσιέ Κανιμπάλ στην Αφρική
Υστερείτε στη μαγειρική...
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τετ Οκτ 13, 2004 1:42 pm

Τα δύο εστιατόρια

Είχα φίλε δυο αγάπες και τις δυο τις λαχταρούσα.
Το μεράκι για τη μία, το μεράκι για την άλλη ήταν ίδιο, πάθος μ’ έδενε και με τις δυο.
Πικρό-πικρό το μεροκάματο του πόθου
δύσκολο να τρως σε δυο εστιατόρια συγχρόνως βερεσέ
τρως χορταίνεις δεν πληρώνεις κάθε μέρα δυο φορές.

Και τα χρέη ν’ ανεβαίνουν και τα χρέη να πληθαίνουν κάθε μέρα με την πρώτη αφορμή.
Και να πρέπει ο πελάτης να πληρώσει ως το τέλος όλο το φαΐ.
Πολλές-πολλές οι αμαρτίες του πελάτη
Κάποτες του έρχεται να πάρει το ψαλίδι και να κόψη το μπελά
Απ’ τη βάση μήπως χάσει τη μανία του φαγά.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τετ Οκτ 13, 2004 1:43 pm

ΤΟ ΘΕΡΙΟ
Το παραμύθι που θα πω
θα το θυμάστε για καιρό
Είναι φίνο όμορφο πολύ
Να το ακούει κάθε καλό παιδί

Και τον παλιό παιδιά καιρό
Ήταν ένα τρανό θεριό
Με δόντια στόμα πούβγαζε αφρό
Μάτια φλόγα και μακρύ λαιμό
- Ήταν δυνατό

Μα το θεριό δεν έτρωγε ανθρώπους
Κι ήταν ήρεμο πολύ
Αγαπούσε τα παιδάκια
Ολόκληρης της γης

Και τα παιδιά παρακαλώ
εκαβαλούσαν το θεριό
Το ένα στη ράχη
το άλλο στο λαιμό
Στην ουρά του κρεμόταν
το τρίτο το πιο μικρό

Όλοι μαζί καμάρωναν καβάλα
και το θεριό χαιρότανε κι αυτό
Τ’ αγαπούσαν το θηρίο
Γιατί ήτανε καλό.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

ΠροηγούμενηΕπόμενο

Επιστροφή στο βιβλία

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 2 επισκέπτες

cron