βιβλία

Ο Άγγελος της Στάχτης

...o καλύτερος φίλος του ανθρώπου...ας συζητήσουμε για φίλους εδώ!

Ο ʼγγελος της Στάχτης

Δημοσίευσηαπό pertri » Πέμ Απρ 10, 2003 10:40 am

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥΣ στο έρημο μονοπάτι, με το φεγγάρι να κυλιέται ανάμεσα στα λυγισμένα δέντρα και στα σκοτεινά νερά. Ο Φοίβος κρατά ψηλά τη λάμπα να τους φέγγει τα βήματα. Μπροστά πάει ο Κωνσταντίνος, πίσω του ο Κέρβερος με τη γλώσσα εξω, και τελευταίος ο Φοίβος. Σαν την άλλη φορά.
Αισθάνεται μια παράξενη έγερση. Τούτη η νύχτα του ανέμου με τον Κωνσταντίνο να τον οδηγεί στα μυστικά της γοητείας του, τούτη η άσωτη νύχτα των παραισθήσεων, λιώνει σαν μουσική έγερση στην ψυχή του.
Τι ζητά ο Κωνσταντίνος τούτη τη νύχτα; Πού πάει;
Δεν ρωτά. Του φτάνει που είναι μαζί του. Που βλέπει τη στητή κορμοστασιά του κι ανασαίνει την ευωδιά της νιότης του -- ευωδιά των εφτασφράγιστων μυστικών του.

Γερμένοι, ερειπωμένοι σταυροί πάνω στους χορταριασμένους τάφους.
΄Εφτασαν.
Ο Κωνσταντίνος τρέχει ευθύς στο Πέτρινο Δέντρο, αυτό που ο Νικόλας είπε πως βλασταίνει. Έχει γείρει ως τη γη, ένας πελώριος πανύψηλος κορμός. Έχει γείρει πάνω στους χορταριασμένους τάφους κι ακόμα μουγκρίζει, λες και σφαδάζει από τους πόνους.
Στέκεται λίγες στιγμές μπροστά του ασθμαίνοντας από την αγωνία. Ύστερα, απλώνει τα χέρια του και το αγκαλιάζει -- εκείνος που αιώνες δεν άγγιξε πλάσμα ζωντανό... εκείνος, εκείνος, που όποτε περνούσε από εκεί, το σώμα του έλιωνε, γινόταν στάχτη. Κι έφευγε, όλο έφευγε, κλεινόταν στην ερημιά του.
Όμως τώρα το αγκαλιάζει, αυτό που πέτρωσε για κείνον -- όπως είπε ο Δομίνικος, πέτρωσε τη μέρα του θανάτου του από το θρήνο της μάνας. Κι ανοίγει ξανά και ξανά τα χέρια του, τ’ ανοίγει διάπλατα. Τρέμει από τον πόθο να το σφίξει στον κόρφο του.
Και το σφίγγει. Ένας χιλιόχρονος ροζιασμένος κορμός, που αναδίνει γλυκές ανάσες, ζεστές γλυκές ανάσες, κι ένα άρωμα Μεγάλης Παρασκευής.

Ο Φοίβος πλησιάζει κοντά τη λάμπα, να δει. Απορεί που ο Κωνσταντίνος έχει τόση τρυφερότητα για τούτο το στοιχειωμένο δέντρο, το ξεχασμένο εδώ, στην ερημιά του θεού. Και στην τρεμάμενη λάμψη της φλόγας, βλέπει το πουλί. Κοιτάζει με κάτι πελώρια μάτια, σαν τρύπες αβύσσου, βγάζοντας μικρές θρηνητικές λαλιές. Κι ο Κωνσταντίνος σηκώνει το κεφάλι και το βλέπει. Αυτό το θρηνητικό λάλημα κάπου το ξέρει, όμως δεν θα μάθει ποτέ πως το λένε Τειρεσία και πως είναι το ίδιο θρηνοπούλι -- εκείνο που του άνοιξε το χρόνο να μπει στη νύχτα του αρραβώνα.
Ο Φοίβος ανάβει και το φακό, να βλέπει καλύτερα. Τι θέλει να κάνει ο Κωνσταντίνος; Κάτι προσπαθεί. Ο ιδρώτας κυλά στο πρόσωπό του. Τον βλέπει που βάζει το σώμα του κάτω από τον κορμό του δέντρου... μα είναι δυνατόν; Το στηρίζει στη ράχη του, σαν να θέλει να το σηκώσει. Ένα πελώριο δέντρο, μισό πέτρινο, μισό χλωρό, σαν σάρκα κοραλιού, που δεν θα μπορούσαν εκατό άνθρωποι να το μετακινήσουν. Κι εκείνος μόνος, ο ανέγγιχτος ο τρυφερός Κωνσταντίνος, με τα ακατάδεχτα σαν εύθραυστα χέρια, το σηκώνει στη ράχη του... το σηκώνει.


Με κομμένη ανάσα τον βλέπει ο Φοίβος ν’ ανοίγει τα σκέλια του, πατώντας γερά στη γη, και ν’ ανοίγει τα μακριά του χέρια, να τ’ ανοίγει αργά, σχεδόν τελετουργικά, σαν φτερούγες υπερφυσικές. Και με μια τελική κίνηση, που ήταν περισσότερο νοητή παρά πραγματική, σηκώνει το δέντρο όρθιο.
Μούγκισε αυτό. Ένα μουγκρητό που βγήκε, λες, από τα σπλάχνα της γης, από τα σπλάχνα του ʼδη. Ύστερα, τίναξε το φρέσκο φύλλωμά του και στηρίχθηκε στα πόδια του.
Αγέρωχο.
Ένα πελώριο πανύψηλο δέντρο.
Και στη λάμψη του φεγγαριού, παρατήρησαν κι οι δυο πως ήταν ένα πανέμορφο άσπρο κυπαρίσσι.
Αυτό που κρατούσε τη γενιά του από τα κυπαρίσσια του ʼδη -- όπως είπε ο Νικόλας.
Αυτό που καταγόταν από τον Ασφοδελό Λειμώνα των ψυχών.

Μια γαλήνη απλώθηκε στο τοπίο, που το έλουζε το φεγγαρόφωτο. Δίπλα, το Νεκυομαντείο φάνταζε βουβό και απρόσιτο. Όμως ίσως δεν ήταν. Ίσως μια άλλη ζωή, αυτή του ζώντος μύθου, συμμετείχε ακατανόητα σε αυτό που συνέβαινε.
Σήκωσε ο Φοίβος το χέρι του ασυναίσθητα και άγγιξε το μικρό σημάδι στον κρόταφο. Το χέρι του μάτωσε. Κι ο Κωνσταντίνος με την άκρη της ματιάς το είδε και έσκυψε το κεφάλι. Ντράπηκε. Τον χρησιμοποιούσε τον Φοίβο. Χρησιμοποιούε την αφοσίωσή του, την καθαρότητα της αγάπης του.
“Μια μέρα θα καταλάβεις. Όπου και να ΄μαι, μια μέρα θα σου ανταποδώσω την αγάπη. ”
Ήταν η δεύτερη φορά που έλεγε τον ίδιο λόγο. Ο Φοίβος δεν μίλησε. Εκείνη τη στιγμή ζούσε τη δική του έκσταση, το δικό του πάθος. Ένα πάθος που ήταν μαζί έρωτας και μουσική και ακατανόητο. Ήταν πόθος και νόστος του αδύνατου. Ήταν υπέρβαση και ύβρις και μυστήριο.
Ήθελε να πάει γρήγορα στο σπίτι, να γράψει τη μουσική που ξεχείλιζε το σώμα του.
Αυτή που γεννιόταν από τον πόνο του μυαλού για το ακατανόητο.
Κι ο Κωνσταντίνος το είδε.
“Πήγαινε εσύ με το Σγουρό..., εγώ θα έρθω σε λίγο.”

Στάθηκε να τον κοιτάζει, ώσπου χάθηκε στο μονοπάτι. Με το μαύρο ρούχο και τα χρυσά στο κεφάλι. Ένας λυπημένος άγγελος. Ψηλός σαν ίσκιος κυπαρισσιού.
Σαν τον ίσκιο του ʼσπρου Κυπαρισσιού κάτω από το φεγγαρι.

σ. 451-452(Ο ʼγγελος της Στάχτης)

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ βέλος του χρόνου γυρίζει πίσω.
Το πρωινό μουντό.
Μια καταχνιά σαν θαμπό κρύσταλλο τυλίγει το τοπίο, κι όλα μοιάζουν αιωρούμενα, τα δέντρα, τα ιερά ποτάμια της Αχερουσίας, τα νερά. Πρέπει να έβρεξε τη νύχτα, συλλογίζεται ο Φοίβος, και κοιτάζει κάτω από τον εξώστη μικρά αυλάκια με λασπόνερο που τρεμουλιάζει πίσω από τις κινούμενες μάζες της ομίχλης.
Φτιάχνει έναν καφέ και τον απολαμβάνει βουτηγμένος στο χρόνο.
Σήμερα τον βασανίζει η μισοτελειωμένη του σύνθεση, η παρατημένη στο συρτάρι, που είχε γράψει όταν πέθανε η ʼλμα, “Η κάθοδος στον ʼδη”. Θα μπορούσα να γράψω στην Αλέξια να μου τα στείλει. Απορεί με την πένθιμη διάθεσή του.
“Από αυτή πηγάζει η ελευθερία σου...”
Ακούει τη φωνή του Κωνσταντίνου και στρέφει ευθύς το κεφάλι. Δεν τον άκουσε που ανέβηκε τη σκάλα, κι ούτε τον είδε στο μονοπάτι. Φορά το ίδιο λευκό λινό και τα μάτια του έχουν ακόμα το φέγγος του κεχριμπαριού. Στα σγουρά του κυλούν ξανθές αύρες, με τα κωνσταντινάτα γύρω στο κεφάλι, και το δέρμα του είναι απαλό και λευκασμένο σαν σατινένιος ανθός. Ένα άρωμα ρόδου στον αέρα, και σκύβει να τον μυρίσει. Η σάρκα του αναδίνει αυτό το εξαίσιο άρωμα. Η ίδια μεταμόρφωση, συλλογίζεται, όπως τον είδα εκεί, στο Πέτρινο Δέντρο. Δεν είναι πια ένα πλάσμα με το έρεβος στα μάτια και την καταχνιά στο δέρμα. Είναι ένας καινούριος Κωνσταντίνος που μοσκοβολά φως και ρόδο.
Κοιτάζει ένα πάκο με χειρόγραφα, που κρατά στο χέρι.
“Είναι η‘Κάθοδος στον ʼδη’, λέει εκείνος, και του δίνει το πακέτο.
Μένει άφωνος. “Και πώς ήξερες ότι εγώ... πώς...”
Η ερώτηση μετέωρη. Παίρνει το χειρόγραφο και το σφίγγει στον κόρφο του, όπως παλιό αγαπημένο πρόσωπο. Κι ο Κωνσταντίνος χαμογελά. Ακτινοβολεί ολόκληρος. Πρώτη φορά τον βλέπει έτσι. Κι ο Κέρβερος στα πόδια του με τις μικρές φωνούλες της αφοσίωσης.
Η αδημονία τον κυριεύει. Θέλει να μάθει τώρα, να μάθει ποιος είναι, τι σημαίνει αυτή η μεταμόρφωση. “Θα μου μιλήσεις, σήμερα θα μου μιλήσεις, δεν μπορώ να περιμένω άλλο, ήρθε η ώρα.”
Ο Κωνσταντίνος κοιτάζει μακριά τους δρόμους που άφησε πίσω του για να φτάσει σ’ αυτή τη σατινένια σάρκα που ευωδιάζει.
“Ναι, ήρθε η ώρα! Ετοίμασε το τραπέζι με όλα τα καλά, μέλι και γάλα και σταφύλι και καθαρό νερό. Φέρε και δυο κούπες κόκκινο κρασί, άκρατον οίνον, θέλω να πιω... έχω ανάγκη να γευτώ το αίμα της γης, να το νιώσω στις φλέβες μου... ύστερα θα σου μιλήσω.”
Τρεμούλιασε από τη συγκίνηση. Έστρωσε στο τραπέζι το λινό τραπεζομάντιλο που του είχε φέρει δώρο η κυρά Λένη, η γυναίκα του κυρ Μαθέου, και έβαλε επάνω όλα τα καλά του κόσμου. Γάλα και μέλι κεχριμπάρι και σταφύλι πρώιμο και μια μποτίλια κόκκινο μυρωδάτο κρασί. Σήκωσαν το ποτήρι κι η ματιά τους αγκαλιάστηκε σαν μαγνήτης. Δυο κόσμοι διαφορετικοί, που αντάμωναν στις παρυφές του χρόνου, για να

συμπληρώσει ο ένας τον άλλον, να χωνευτεί ο ένας μέσα στη γνώση του άλλου, να αγαπηθεί, να τελειωθεί ο ένας στη σιωπή του άλλου, να σπαράξει από τον θρίαμβο της παρουσίας του.
Τα χέρια τους μετέωρα ακόμα, μια καμπύλη του θριάμβου. Και στα πρόσωπά τους η ευτυχία έχει τόσο διαφορετικό νόημα. Για τον Κωνσταντίνο είναι η μνήμη. Θυμήθηκε τη ζωή και το θάνατό του, τις παλίρροιες των βυθών, τη μεγάλη δίψα. Θυμήθηκε τον Ιεζεκιήλ και τον Ιεροκλή, τον Ιερό Πάπυρο, τον αγώνα που έκανε να βγει από τα ερείπια, την ευφυϊα του.
Για τον Φοίβο πάλι, που τίποτε δεν ξέρει από όλα αυτά κι ούτε να μαντέψει μπορεί, τούτη η στιγμή είναι η ανταπόδωση της αγάπης. Όποιος κι αν είναι ο Κωνσταντίνος, όποια ιστορία κι αν κουβαλά, τούτη την ώρα αποθεώνει την αγάπη, αυτή τη λατρεία που τον έφερε εξόριστο στα πέρατα της αγωνίας του, να περπατήσει γυμνός και ξυπόλητος τα μονοπάτια της ψυχής του.
“Στην αλάνθαστη συνάντησή μας!” λέει ο Κωνσταντίνος, και φέρνει το κρασί στο στόμα.
Η γεύση τον τρελαίνει. Αδειάζει το ποτήρι και το ξαναγεμίζει. Και πάλι το αδειάζει παράφορος. Νιώθει τον κόκκινο μεθυστικό χυμό ως τις άκρες του ολοκαίνουριου κορμιού του, και κλείνει τα μάτια, να ζήσει την άφατη ευδαιμονία.
“Στην αλάνθαστη συνάντησή μας!” λέει και ο Φοίβος, προσπαθώντας να καταλάβει το λόγο, “με ποια έννοια αλάνθαστη;”
Δεν απαντά, όπως πάντα. Κοιτάζει το τοπίο τυλιγμένο στο θαμπό κρύσταλλο, και σκιρτά. Είναι δικό μου, το κέρδισα ξανά. Και νιώθει μέσα του να σέρνονται οι δρόμοι της περιπλάνησής του, οι σκοτεινοί δρόμοι της ιστορίας του.


Ο Φοίβος περιμένει, με τα νεύρα τεντωμένα. Για κείνον οι στιγμές είναι μαζί και αγωνία. Δεν ξέρει τι θα μάθει. Τι ζητά από κείνον ο Κωνσταντίνος. Και κάπου φοβάται μήπως συνεχίσει το παιχνίδι της σιωπής. Όμως δεν έχει άλλα περιθώρια υπομονής. Ή τώρα ή ποτέ. Θα πάρει την αγωνία του και θα φύγει, θα χαθεί, δεν αντέχει άλλο το μυστήριο που κουβαλά - αυτή η μεταμόρφωσή του τον αναστάτωσε.
Ο Κωνσταντίνος τον κοιτάζει σοβαρός.
“Ποτέ δεν έπαιξα με τη σιωπή, κι ούτε μπορείς να μαντέψεις από πού πέρασα για να φτάσω εδώ. Θα σου μιλήσω, ναι, θα σου πω όσα μπορείς να καταλάβεις. Τα άλλα θα τα κάνεις μουσική. Αυτή θα σε ελευθερώσει από μένα. Θυμάσαι, όταν σε συνάντησα την πρώτη φορά, σου είπα πως είσαι ο Ορφέας. Αυτό το χειρόγραφο που σου έφερα, το υπογράφεις ως Ορφέας. Για μένα, αυτός είσαι.”
Τα χέρια του Φοίβου τρέμουν, καθώς κρατούν ακόμα το ποτήρι με το κρασί. Αισθάνεται παγιδεμένος στην ερωτική σαγήνη που ασκεί επάνω του ο Κωνσταντίνος, παγιδεμένος στα επτασφράγιστα μυστικά που κουβαλά, στην ακατανίκητη ομορφιά του, στην ευφυϊα του, στην υπερφυσική δύναμή του.
“Μα δεν θέλω να ελευθερωθώ από σένα, του λέει με θυμό, θέλω να σε γνωρίσω...”

Ήταν η πρώτη φορά που του μιλούσε με απαίτηση. Κι ο Κωνσταντίνος ταράχτηκε.
Αν τον εγκατέλειπε τώρα, ήταν χαμένος. Είχε ανάγκη από τη μελωδία του για να ελευθερωθεί από τον ʼδη, να αναμετρηθεί μαζί του, όπως του είχε πει ο Ιεροκλής. Κι ακόμα, σκεφτόταν πως όσα κέρδισε τα χρωστούσε στον Φοίβο, στην χωρίς όρους αποδοχή του.
Κούνησε το κεφάλι και τα μάτια του σκοτείνιασαν. Έλεγε πως είναι δυνατός, ενώ στο βάθος ήταν ακόμα πολύ αδύναμος. Η παραμικρή ταραχή γινόταν σκοτεινιά στο σώμα του. Κι ο Φοίβος ήξερε πως σε τέτοιες στιγμές, έπινε νερό. Και έτρεξε να του φέρει φρέσκο. Πήρε μια γυάλινη κανάτα και κατέβηκε στη βρύση του κήπου, αυτή που έπαιρνε το νερό κατευθείαν από την πηγή, δροσερό νερό πεντακάθαρο. Όμως σήμερα του φάνηκε θολό και, όπως γέμισε την κανάτα, την άδειασε ευθύς πάνω σ’ εκείνα τα αυλάκια της λάσπης, που ήταν κάτω από τον εξώστη. Καλύτερα να του δώσω εμφιαλωμένο, σκέφτηκε. Όμως όταν ανέβηκε επάνω, βρήκε έναν Κωνσταντίνο έξαλλο.
Τι ήταν εκείνη η στιγμή που είδε τον Φοίβο να χύνει άσκεφτα το νερό στα αυλάκια της λάσπης... Μια μικρή, ασήμαντη στιγμή, που μεγεθύνθηκε, ξαφνικά, και μετακίνησε βίαια τα χίλια χρόνια μέσα του, μετακίνησε το χρόνο. Και ξύπνησαν οι αιώνες της δίψας, οι αιώνες της μεγάλης στέρησης, ξύπνησε ο πόνος της στάχτης, που φλόγιζε το πληγωμένο σώμα του. Και πετάχτηκε σαν γίγαντας επάνω. Ορθώθηκε παράφορος.
“Πώς μπορείς να πετάς στη λάσπη το νερό... να το χύνεις με τόση περιφρόνηση... είναι γιατί δεν έζησες εσύ τη μεγάλη δίψα... δεν ζητιάνεψες τη μία σταγόνα.”
Δεν ήξερε τι έλεγε. Η στέρηση, που ξύπνησε άγρια μέσα του, τον τρέλαινε. Τα μάτια του άστραφταν. Έτρεμε ολόκληρος. Θυμήθηκε τους καιρούς που ήθελε να γίνει νερό, να γίνει μία σταγόνα νερό, μία τέλεια σταγόνα, που θα κρατούσε τη μνήμη του για πάντα - μνήμη του πόνου και της άσωτης δίψας. Θα ήταν εκείνος μέσα στη μία τέλεια σταγόνα. Κι αν είχε γίνει έτσι, σήμερα ο Φοίβος θα τον πετούσε με την ίδια περιφρόνηση στις λάσπες. Μια τρέλα έδερνε το μυαλό του, μια άγρια παραφροσύνη.
“Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από τη μεγάλη δίψα... όμως εγώ αιώνες ικέτευα τις πηγές για μια σταγόνα νερό... εγώ που έζησα το μαρτύριο της στάχτης.”
Ο Φοίβος πισωπάτησε έντρομος. Πρώτη φορά έβλεπε έναν Κωνσταντίνο έτσι παράφορο, να τρέμει από οργή. Και, πάνω απ’ όλα, δεν κατάλαβε γιατί. Έβρισκε τόσο παράλογη την συμπεριφορά του. Κι εκείνο το “εγώ αιώνες ικέτευα τις πηγές...” του φάνηκε ακατανόητο και λίγο αστείο.
Περιμένει να ηρεμήσει και να του ζητήσει συγγνώμη. Όμως, αντίθετα, τον βλέπει που δρασκελάει τον εξώστη σαν τσακάλι και κατεβαίνει κάτω, με το κανάτι στο χέρι.Ύστερα, με την ίδια παραφορά, προσπαθεί να βγάλει το νερό από τα μόρια της λάσπης, το ίδιο νερό, αυτό που εκείνος έχυσε.
Τον βλέπει που γονατίζει πάνω στα μικρά λασπώδη αυλάκια, αποφασισμένος να το πάρει πίσω... να γυρίσει πίσω το χρόνο, να τσακίσει το βέλος του, να καταργήσει την εντροπία.

Ήταν η πρώτη φορά που το έκανε αυτό: Να γυρίσει πίσω το χρόνο, να τον απορρυθμίσει, να μπει στην αδησώπητη ροή του και να την αντιστρέψει, να βρει τη στιγμή: πριν το νερό χυθεί. Πρέπει να το πάρω πίσω από τις λάσπες, αυτό το συγκεκριμένο νερό, έλεγε τρελαμένος, αυτό θέλω, σαν να ήταν αυτή η σταγόνα που τον περιείχε, το πρωταρχικό στοιχείο της ψυχής του, όταν πονούσε, η αρχή του κόσμου.

Και το πήρε.
Το σπασμένο βέλος του χρονου τον κοιτάζει τώρα κατάματα.
Εκείνος μπόρεσε να το τσακίσει και να το στρέψει πίσω, ανοίγοντας δρόμο στο Αδύνατο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ
Ο ʼγγελος της Στάχτης

Μαρίας Λαμπαδαρίδου - Πόθου
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Πλειάδες για σένα...

Δημοσίευσηαπό pertri » Πέμ Απρ 10, 2003 9:15 pm

"Η αγάπη θα περάσει εκεί που ματαπέρασε..."
Σαν τα ποτάμια... σαν τα ποτάμια!
Η αγάπη είναι σαν τα ποτάμια...
σελ. 516

Έχει ανάγκη από τη σιγουριά μιας λογικής, όμως όπως ήρθαν τα πράγματα καμιά λογική πια δεν μπορεί να τον σώσει.
σελ. 519

-"που με πας;"
-"λίγο ακόμα...αγάπα με λίγο ακόμα..."
σελ. 523
Τελευταία επεξεργασία από pertri και Παρ Απρ 11, 2003 1:08 pm, έχει επεξεργασθεί 1 φορά/ες συνολικά
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Παρ Απρ 11, 2003 8:40 am

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Δεν είναι βιβλίο, ταξίδι είναι. Ταξίδι μέσα στις μυρωδιές, την ομίχλη, το φως και τον έρωτα. Ταξίδι, και αφήνεσαι να σε μαγέψει και να σε πάει σε μέρη απάτητα, από τη ζωή έως το θάνατο. Ο χρόνος δεν κυλάει πια, διπλώνεται, αναδιπλώνεται και ξετυλίγει την αγάπη μέσα από την αναζήτηση του τρόπου της ανάστασης.
Χαλαρό και ταυτόχρονα ρυθμικό, σαν νανούρισμα και σαν κραυγή. Όχι δεν είναι βιβλίο ....


-"που με πας;"
-"λίγο ακόμα...αγάπα με λίγο ακόμα..."


... και ξανά :
ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ!!!!!!!!!!!
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Παρ Απρ 11, 2003 1:20 pm

εγω απλά να συμφωνήσω...
δεν προκειται για ένα βιβλίο απλά, αλλά για Ανάσταση! και νομίζω πως και αυτό όπως και το άξιον εστί όπως και η Αγία Γραφή πρέπει να υπάρχει στη βιβλιοθήκη κάθε σπιτιού!
Να την παρακαλέσω, την απίστευτη συγγραφέα μέσα απο εδώ, και ίσως να ακούσει την κραυγή της καρδίας μου, να συνεχίσει να γράφει, να συνεχίσει να μας ταξιδεύει σ αυτά τα τόσο πολύτιμα μέρη της....
ο αγγελος της στάχτης νομίζω πως είναι γύρω μας συνέχεια...
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό pleiades » Παρ Απρ 11, 2003 6:03 pm

παλι την έκανα... έγραψα πριν χωρις να υπογράψω... :oops: :oops: :oops:
Άβαταρ μέλους
pleiades
full member
 
Δημοσιεύσεις: 122
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 2:13 am

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

Δημοσίευσηαπό pertri » Κυρ Αύγ 03, 2003 10:38 pm

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

Μάνα με τους εννιά σου γιούς και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δεν σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και στον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν παμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε».
«Φρόνιμος είσαι Κωσταντή, μ’ άσκημ’ απολογίθης.
Κι α μόρτει, γιε μου θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;»
«Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχειθ κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
και μπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι,
κι έπεσε το θανατικό κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
« Ανάθεμά σε Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
όπου μου την εξόρισες την Αρετή στα ξένα!
Το τάξιμο που μου ‘ταξες πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης ανατράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύννεφο άλογο και τ΄άστρι χαλινάρι.
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την και χτενίζουνταν όξω στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«ʼιντε, αδερφή να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε».
«Αλοίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω».
«Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως κι αν είσαι».
Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μον’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!»
«ʼκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;»
«Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο, μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;»
«ʼκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια,
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!»
«Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν».
«Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις».
«Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Αι – Γιάννη
και θύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγαινε, κι άλλα πουλιά τους λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή και ράγισε η καρδιά της.
«ʼκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;»
«ʼφησ’ , Αρέτω, τα πουλιά, κι ό,τι κι α θελ’ ας λέγουν».
«Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και που είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;»
«Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα να βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα,
βλέπει και τον μπάλσαμο ξερό, το καρυοφίλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Χτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος, διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου, φύγε,
κι αν είσαι ο πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα».
«Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα».
«Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;»
«ʼνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

Δημοτικό
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό Master of puppets » Πέμ Ιουν 10, 2004 4:08 pm

(συνεχίζουμε
και το δυσκολεύουμε
για να μαθεις να μετράς....τώρα όσον αφορά το να σκέφτεσαι.....δεν είμεθα και εντελώς μάγοι)
Master of puppets
 

Δημοσίευσηαπό aspic » Πέμ Ιουν 10, 2004 4:11 pm

Κοίτα πάπετς,μιά χελώνα σε προσπερνάει.
Και εξάλλου, η μοναδική μου αλήθεια είναι ότι λέω πάντα ψέμματα.
Ώστε.
aspic
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1407
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 20, 2003 12:07 am

Δημοσίευσηαπό epsilon » Τετ Ιουν 30, 2004 6:42 am

εξαιρετικό βιβλίο.
γραμμένο με ποιητικό και συμβολικό τρόπο, αλλά και μοντέρνο, με σπασμένο χρόνο.
για μένα χάνει λίγο στο τέλος.
πάντως από τα μυθιστορήματα που σε πάνε μακριά. πιο μακριά απ' τον εαυτό σου.
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am


Επιστροφή στο βιβλία

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron