βιβλία

Τάγκο του Τσε. Από την Τάνια στην Τίνα

...o καλύτερος φίλος του ανθρώπου...ας συζητήσουμε για φίλους εδώ!

Τάγκο του Τσε. Από την Τάνια στην Τίνα

Δημοσίευσηαπό antriana » Τρί Δεκ 10, 2002 9:23 pm

Τίτλος: Τάγκο του Τσε. Από την Τάνια στην Τίνα

Συγγραφέας: Μίμης Ανδρουλάκης

Εκδόσεις: Καστανιώτη

1η έκδοση: 2002

Σελίδες: 361




Το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Το Τάνγκο του Tσε είναι μια αποκάλυψη. Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δεν εκτελέστηκε ποτέ, ζει στο Μακάο και στα εβδομήντα πέντε χρόνια του λύνει τη σιωπή του στο Χονγκ Κοννκ και γκρεμίζει όλα τα κλισέ της συμβατικής σκέψης και τις μυθοπλασίες της μοδάτης αμφισβήτησης. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται το θρίλερ της διαφυγής του από τη Βολιβία με τη βοήθεια της αινιγματικής Νατάσας.

Το Τάνγκο του Τσε είναι κυρίως η συναρπαστική πορεία του νάρκισσου επαναστάτη μέσα από πολλές εναλλαγές ερωτικών συντρόφων, από τη θρυλική Τάνια της ρομαντικής εφόδου στον ουρανό στη νεαρή Κινέζα Τι Αν Μο της εποχής της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογικής επανάστασης - την Τίνα, από τα αρχικά τού There is no alternative. Στο Τάνγκο του Τσε ο νάρκισσος Γκεβάρα θα χαθεί στη λίμνη Τιτικάκα, προσπαθώντας μάταια να ενωθεί στην απατηλή επιφάνεια του νερού με το είδωλό του, και ένας άλλος απελευθερωμένος Τσε, αταξινόμητος, σε απόσταση από όλα τα ιδεολογικά ρεύματα και στη διασταύρωσή τους, θα μας αιφνιδιάσει με τη νέα σκέψη του για όλα τα επίμαχα θέματα της εποχής μας και θα σχεδιάσει το πανόραμα των κοινωνιών του 21ου αιώνα. Το Τάνγκο του Τσε κρύβει κάτι μυστικό και πολύ προσωπικό για τον καθένα μας.
antriana
 

Δημοσίευσηαπό antriana » Τρί Δεκ 10, 2002 9:24 pm

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ


Ξένος στο Χονγκ Κονγκ

ΚΑΝΩ ΠΡΟΒΕΣ, μελετώ τις χειρονομίες, ψάχνω τις λέξεις που θα σπάσουν τον πάγο στην πρώτη συνάντηση μ' εκείνον που κάποτε ξεσήκωσε τη φαντασία μας. Καλύτερα κάτι τολμηρό, ένα σοκ ίσως μας φέρει πιο κοντά με τη μία. Στο κάτω κάτω έχουμε και κάτι κοινό. Μπορεί εκείνος να νιώθει ξένος με τη δική μας μικροαστική έκτη αίσθηση να θέλουμε σώνει και καλά να φυτρώνουμε για πάντα σ' έναν σταθερό τόπο και τρόπο ζωής, αλλά και ο πιο ριζωμένος από μας στα ίδια και τα ίδια έχει στιγμές που ονειρεύεται μια απομάκρυνση, μια αποδέσμευση από τα πράγματα και φαντάζεται τον εαυτό του σ' άλλες ζωές, σ' άλλους τόπους, με διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικές ιδιότητες.

Θα κάνω παγοθραυστικό μια δική του ανάμνηση. Θα τον γυρίσω πενήντα χρόνια πίσω, σε μια σκηνή της νιότης του. Εκείνος όμως δεν θα αιφνιδιαστεί. Σηκώνεται όρθιος, πάει να σκάσει ένα χαμόγελο αλλά το συγκρατεί, αφήνει το παντελόνι του να πέσει στο πάτωμα, το σπρώχνει ελαφρά με το πόδι, ύστερα αφήνει και το σώβρακο του, κι αυτό μένει στητό, όρθιο στο πάτωμα, ακίνητο, θαρρείς πρόσωπο με πρόσωπο με ένα αόρατο γυναικείο εσώρουχο σαν ντάμα, που κάνει επιτόπου μια στροφή γύρω του και ύστερα ξεχύνονται μαζί με φιγούρες σε μια ελικοειδή ανάπτυξη· καμιά κανονικότητα, κινήσεις κοφτές, απροσδόκητες, ποτέ δεν επαναλαμβάνονται, μια στάση μέσα στην κίνηση, κι άλλη, κι άλλη, καμιά λαγνεία, τίποτα το νοσταλγικό και λυπητερό, το συναισθηματικό και παραπονιάρικο, τίποτα να θυμίζει το Mi noche triste (Θλιβερή μου νύχτα) με τον Κάρλος Γκαρντέλ, είναι μια φανταστική πάλη, μια μονομαχία με τις λεπίδες να αστράφτουν κάτω από το φως των φαναριών στις αποβάθρες του Μπουένος 'Αιρες.

Ένα σώβρακο, το σώβρακο του Ερνέστο Τσε Γκεβαρα, χορεύει τάνγκο χιλιάδες μίλια μακριά από την πατρίδα του, στην άλλη άκρη του κόσμου, μα τώρα ο ρυθμός αλλάζει, γίνεται απελπισμένος, ακούω το τελευταίο μεγάλο τάνγκο, είναι του Πιατσόλα με τη βραχνή και αισθησιακή φωνή της Αμελίτα Μπαλτάρ, το Balada para un loco (Μπαλάντα για έναν τρελό), που αρχίζει έτσι:

Τα δρομάκια τον Μπουένος 'Αιρες έχουνε αυτό το κάτι. Βλέπεις; Βγαίνω από την Αρενάλες, ο δρόμος πάντα ο ίδιος, σαν εμένα. Όταν ξαφνικά εμφανίζεται αυτός. Παράξενο κράμα προτελευταίου αλήτη και λαθρεπιβάτη στο ταξίδι προς την Αφροδίτη...

Ίσως να μην πέρασε ποτέ από το μυαλό του Πιατσόλα ότι στην οδό Αρενάλες βρισκόταν το διαμέρισμα της οικογένειας Γκεβαρα, αλλά έπεσε διάνα στο λαθρεπιβάτη του ονείρου που ζητά:

Quereme, pianatao, piantao, piantao,
trepate a esta ternura de locos que hay en mi.
Αγάπα με έτσι, τρελό, τρελό, τρελό,
αναρριχήσου σ' αυτή την τρυφεράδα που έχω των τρελών.

Ω, μην ξεγελαστείτε ότι είμαι στο κλίμα του μαγικού ρεαλισμού της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, το μυθικό Μακόντο του Μάρκες είναι πολύ μακρινό, κι εγώ βρίσκομαι στο αεροπλάνο, θέλω μερικές ακόμα ώρες για το Χονγκ Κονγκ, σε μια αποστολή -δημοσιογραφική, ιδεολογική;- την οποία έχω αναλάβει να ολοκληρώσω όσο γίνεται πιο ψυχρά, σαν μια υπόθεση παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας, καταπνίγοντας τη νοσταλγία, τη συγκίνηση, κάθε τι από το παρελθόν εκείνου που μας έκανε να ξεσαλώσουμε στη νιότη μας, που μας καλούσε να δημιουργήσουμε «δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ», που μας είπε το '67 "Πρέπει να γίνεις σκληρός χωρίς όμως να χάσεις ποτέ την τρυφερότητα σου", για να πέσει τελικά η αντάρτικη ομάδα του σε ενέδρα στη Βολιβία, να τραυματιστεί και να συλληφθεί στις 8 του Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς και να εκτελεστεί, υποτίθεται, την επομένη το μεσημέρι στο σχολείο της Λα Ιγέρα.

Το "υποτίθεται" είναι φυσικό να σας σοκάρει, μα μην το εκλάβετε ποιητική αδεία, αλλά στην κυριολεξία. Όταν ο φίλος μου ο Σεργκέι, διάσημος καθηγητής εδώ και χρόνια στο Όστιν του Τέξας, με καλούσε επίμονα να τον επισκεφθώ στη Μόσχα για μια πολύ σοβαρή υπόθεση, μόλις θα έφτανε από την Αμερική, και αρνιόταν ακόμα και να με προϊδεάσει, δεν θα μπορούσα να διανοηθώ ούτε στην πιο ακραία ονειροπόλησή μου αυτό που θα άκουγα από τον ακέραιο και μετρημένο παλιό σύντροφο μου, καθώς με κοιτούσε, όπως πάντα, ίσια στα μάτια:


"Θα πρέπει να πάρεις μια συνέντευξη από τον Τσε Γκεβάρα. Έχει αποφασίσει να σπάσει τη σιωπή του τριάντα πέντε χρόνια μετά. Τη χρονιά που έρχεται, το 2003, θα μπει στα εβδομήντα πέντε. Οι συναντήσεις θα γίνουν στο Χονγκ Κονγκ. Κλείσε ξενοδοχείο και θα σε βρει αυτός".

Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, αν δεν ήξερε τον Σεργκέι, θα του έλεγε:

"Κόψε την πλάκα, δεν με κουβάλησες στου διαόλου τη μάνα για ν' ακούω τρέλες".

'Ομως εγώ κεραυνοβολήθηκα, έμεινα άγαλμα αρκετά λεπτά και του απάντησα σοβαρά:

"Ίσως δεν είμαι το κατάλληλο πρόσωπο. Ακόμα και στην πιο ακραία επαναστατική μου νεότητα, όταν αναζητούσα ένα δρόμο πέρα από τη Μόσχα και το Πεκίνο, δεν υπήρξα ποτέ γκεβαριστής. Τον αγαπούσα, θαύμαζα την αυτοθυσία του, αφηνόμουν στη γοητεία του, αλλά θεωρούσα τη σκέψη του πολύ σχηματική, ενθουσιωδώς δογματική. Εξάλλου έχω κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς μου με το παρελθόν».

"Ίσα ίσα που αυτός δεν θέλει ούτε λέξη για το παρελθόν, ούτε καν θα αναφέρεις το όνομά του. Δεν θέλει να ακούει φωνές, σκέψεις, ονόματα από έναν κόσμο που δεν είναι πια δικός του. Η συζήτηση θα αφορά αποκλειστικά τις μεγάλες προκλήσεις του 21ου αιώνα, την παγκοσμιοποίηση, το μέλλον του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού, τα μυστικά της παγκόσμιας οικονομίας, τις καινοτομίες, τις κρίσεις, τις αντιφάσεις, τα μέτωπα των ιδεολογικών συγκρούσεων της νέας εποχής, τέτοια... Εξάλλου υπήρξες στην ηγεσία κόμματος με αντάρτικη εμπειρία, πράγμα που εκτιμούσε ο Ερνέστο, είσαι δημοσιογράφος, κάνεις και το συγγραφέα, και, το κυριότερο, η τριαντάχρονη σχέση μας μου δίνει τη δυνατότητα να του εγγυηθώ την απόλυτη εχεμύθειά σου. Θα πάρεις μια συνέντευξη από έναν άγνωστο στη Δύση ηλικιωμένο διανοούμενο με το ψευδώνυμο Μόγια (Moja), έναν άνθρωπο δίχως παρελθόν, κι εσύ θα λειτουργήσεις ουδέτερα σαν να ήσουν του Νewsweek ή της Monde, τίποτα παραπάνω».

«Δίχως παρελθόν και διάλεξε αυτό το ψευδώνυμο; Θυμάσαι ποιος ήταν ο Μόγια;»

«Ναι».

Όταν ο Τσε έφτασε στο Κονγκό τον Απρίλη του '65, επικεφαλής μιας αντάρτικης ομάδας από μαύρους Κουβανούς, για να πάρουν μέρος στον επαναστατικό πόλεμο εκεί, άνοιξε ένα λεξικό της φυλής Σουαχίλι κι άρχισε να διαλέγει ψευδώνυμα στους άντρες του. Μόγια, δηλαδή ο Ένας για τον Ντρεκ. Μπίλι, ο Δύο για τον Ταμάκο, αυτόν θα τον συναντήσουμε αργότερα και στο αντάρτικο της Βολιβίας. Τάτου, ο Τρία για τον εαυτό του... Οι ταλαίπωροι Κονγκολέζοι αντάρτες μπερδεύονταν διαρκώς, αφού έβλεπαν να δίνει εντολές ο Τρία, ο Τάτου και όχι ο Ένας, ο Μόγια. Τα ψευδώνυμα ήταν το πάθος του Ερνέστο ακόμα και στην παιδική του ηλικία. Τσάντσο, Τσανγκ Τσο, Φουσέρ, Τσε, Ραμόν, Φερνάνδο, Μόνγκο, Τάτου είναι μερικά από τα πιο γνωστά. Ψευδώνυμα βέβαια συχνά απαραίτητα στον αγώνα, κυρίως όμως σήμα κατατεθέν της γκεβαρικής αυταρέσκειας.

Τώρα διαλέγει το Μόγια, ένα όνομα που συμβολίζει μια «ιστορία αποτυχίας», όπως χαρακτήρισε ο ίδιος το δικό του African Dream, στην πρώτη μόλις σειρά του άγνωστου ακόμα στο ευρύ κοινό Ημερολογίου της Αφρικής. «Αυτή είναι μια ιστορία αποτυχίας», σημείωνε τότε και διερωτώμαι αν θα το έβαζε σήμερα λεζάντα συνολικά στο γκεβαρικό όνειρο της δεκαετίας του '60.
antriana
 

Δημοσίευσηαπό antriana » Τρί Δεκ 10, 2002 9:25 pm

Έτσι βρίσκομαι τώρα να ταξιδεύω για το Χονγκ Κονγκ με την China Airlines και νιώθω ανήμπορος να συγκεντρωθώ στα θέματα που πρέπει να συζητήσω με τον 75χρονο πια Ερνέστο. Η σκέψη μου έχει βυθιστεί σε τέλμα, καμιά ιδέα, καμιά λέξη δεν βγαίνει, ίσως να είναι το σοκ μου από τις αφηγήσεις του Σεργκέι για κείνη τη νύχτα της 8ης προς την 9η Οκτωβρίου του '67 ή το άγχος μου γι' αυτή τη συνάντηση και η απώθηση κάθε εμπλοκής μου σε μια υπόθεση που μπορεί να εξελιχθεί σε ένα εντυπωσιακό ρετρό. Πιθανόν να φταίει η δυσκολία μου να χαλιναγωγήσω μια ασυγκράτητη περιέργεια για το αν μεταβλήθηκε η σκέψη του τριάντα πέντε χρόνια μετά, αν είναι μια ξεθωριασμένη σκιά του εαυτού του, αν έχει καθηλωθεί σε μια γεροντική πεισματική εμμονή δικαίωσης ή έχει μεταμορφωθεί ριζικά η ιδεολογία, ο ψυχισμός και γενικά η προσωπικότητά του. Εξάλλου δεν ανήκω στους διανοούμενους με πολλές ώρες πτήσεων, οι οποίοι έχουν συνηθίσει να σκέφτονται και να προετοιμάζουν τα θέματα τους στον αέρα. Έτσι το μόνο που μπορώ να κάνω εδώ πάνω, χιλιάδες πόδια ψηλά, είναι να κοιτάζω και να ξανακοιτάζω τις εκατοντάδες φωτογραφίες του Τσε που είχα κρατήσει στο αρχείο μου -τίποτε άλλο δικό του δεν έχω πάρει στο ταξίδι, ούτε βιβλία, ούτε επιστολές, ούτε άρθρα και ομιλίες του, μου φάνηκε αβάσταχτο να ανέβω στον έβδομο και ξεχασμένο όροφο της βιβλιοθήκης μου- και καθώς οι μουσώνες φέρνουν άγριες αναταράξεις, μπορώ να παρατηρώ από διαφορετικές οπτικές γωνίες το βλέμμα, το χαμόγελο, τις χειρονομίες και τις πόζες του. Κάθε φωτογραφία και μια ανάμνηση, να, αυτή είναι η πρώτη ανάμνηση μου απ' αυτόν. Όχι, όχι, αυτή είναι η πρώτη, κι αυτή είναι ακόμα πιο πρώτη... Στη νεότητα μου είχα την ευκαιρία να συναντήσω φίλους κολλητούς και συντρόφους του Τσε και άλλων μεγάλων επαναστατών του 20ού αιώνα, τους άφηνα λοιπόν να διηγούνται με τις ώρες, άκουγα τις ιστορίες και τα μυστικά τους, διάβαζα ακόρεστα τις αφηγήσεις τους, βίωνα τις έλξεις και τις απωθήσεις τους για πρόσωπα και πράγματα, σφετεριζόμουν τις αναμνήσεις τους, έκανα δικό μου το παρελθόν τους και απολάμβανα να διεισδύω σε άλλες πραγματικότητες, σε διαφορετικούς χώρους και χρόνους και να ζω πολλές ζωές μαζί τους. Οι εξομολογήσεις μεταξύ επαναστατών έχουν κάτι από την αυτάρεσκη φλυαρία των εραστών, όπου ο ένας ενσωματώνει στο ρεπερτόριο του τις επιτυχίες, τα τολμηρά και απίθανα συμβάντα από τις ερωτοδουλειές του άλλου.

Να τώρα αυτή η φωτογραφία της φοιτητικής του περιπλάνησης, κι αυτή στο Μεξικό... Τι λέτσος! Ένα πουκάμισο που κάποτε ήταν άσπρο, ένα σακάκι με ξεχειλωμένες τσέπες, μέσα ό,τι μπορείς να φανταστείς, ένα κομμάτι ψωμί, μια μπανάνα για το γεύμα του, η συσκευή των εισπνοών για το άσθμα του, ένα βιβλίο. Ένας αιώνιος ατημέλητος φοιτητής!

Τη σκηνή με το σώβρακο του Ερνέστο μου την αφηγήθηκε ο Αργεντινός Ρικάρντο Ρόχο· γνωρίστηκαν στη Λα Παζ της Βολιβίας και περιπλανήθηκαν μαζί στη συνέχεια σ' όλη τη Λατινική Αμερική.

«Ο Ερνέστο μόλις είχε τελειώσει την ιατρική, ήταν ήδη στα είκοσι πέντε και δεν είχε ακόμα σχέση με το μαρξισμό και την πολιτική. Είχαμε πουλήσει και τα τελευταία ρούχα μας για να εξασφαλίσουμε μερικά γεύματα, αν και γενικά τη βγάζαμε τρακαδόρικα. Καθόμασταν μια παρέα από έξι περιπλανώμενους σε μια ταβέρνα στο Γκουαγιακουίλ του Εκουαδόρ και συζητούσαμε ποιος θα 'ναι ο επόμενος σταθμός μας. Υπήρχε ένα εκρηκτικό κέφι κι ο Ερνέστο μας λέει πως φορά το ίδιο σώβρακο αρκετούς μήνες, δεν είχε απομείνει άλλο, κι ήταν τόσο ποτισμένο από τη βρόμα, τον ιδρώτα και τη σκόνη του ταξιδιού, που στεκόταν όρθιο. Κανείς δεν τον πίστεψε και τον ξεφωνίζαμε. "Βάζετε στοίχημα;" ξεκαρδίζεται κι αυτός. Ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας λέει: "Ναι, όλα τα γεύματά σου δωρεάν". Ο Ερνέστο σηκώνεται όρθιος, αφήνει πρώτα το παντελόνι κι ύστερα το σώβρακο, που είχε γίνει χακί, κι αυτό πράγματι στάθηκε όρθιο. Κέρδισε το στοίχημα κι ο ιδιοκτήτης είπε πως μπορεί να το μάθει να περπατά».

'Ετσι, μ' αυτή την αφήγηση του Ρόχο, μου γεννήθηκε η εικόνα «το σώβρακο του Τσε χορεύει τάνγκο» και μου πέρασε η ιδέα ότι θα μπορούσα να την πετάξω στην πρώτη μας συνάντηση με το γερο-Ερνέστο για να ευθυμήσουμε, αν και η δέσμευση που ανέλαβα απέναντι στον Σεργκέι δεν μου επέτρεπε καμιά αναφορά στο παρελθόν.

«Ο χαβαλές εκείνης της στιγμής», συμπλήρωσε ο Ρόχο, «ήταν κρίσιμος για να αλλάξει ριζικά η πορεία του Ερνέστο και να χωθεί στο καμίνι της Λατινικής Αμερικής. Ίσως η ζωή του να εξελισσόταν διαφορετικά. Εκείνος λάτρευε τους αρχαίους πολιτισμούς και είχε το όνειρο να πάει στην Ελλάδα, στην Αίγυπτο και τη Ρώμη, αλλά μια και δεν είχαμε μία, επέμενε να πάμε στη Βενεζουέλα. Ο Καλίκα και ο 'Aντρο απαιτούσαν να γυρίσουμε στην πατρίδα μας, την Αργεντινή. Εγώ του είπα: "Τι να κάνεις στη Βενεζουέλα; Εκεί έχει μόνο πετρέλαιο και δολάρια. Πάμε στη Γουατεμάλα να δούμε τι γίνεται. Ξέσπασε επανάσταση. Για κει τραβάνε τώρα όλοι οι Λατινοαμερικάνοι!" Στην Κόστα Ρίκα, στη Γουατεμάλα και στη συνέχεια στο Μεξικό θα γνωρίσει τους κυνηγημένους κι εξόριστους όλης της Λατινικής Αμερικής, ειδικά τους Κουβανούς του Φιντέλ, μια συνάντηση μοιραία στη ζωή του».


Κι όμως πάντα μέσα μου -ποιος, εγώ που θα πεθάνω με την ανεκπλήρωτη επιθυμία να μάθω να χορεύω τάνγκο- έλεγα με βεβαιότητα ότι ο Ερνέστο δεν είναι τάνγκο τύπος κι αυτό με βοηθούσε να χαλαρώνω κάπως τη γοητεία του πάνω μου και να διασφαλίζω την αυτονομία της σκέψης μου. Δεν μπορούσα να τον φανταστώ να σφυρίζει ένα τάνγκο σε στιγμές μοναξιάς. Τάνγκο είναι μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται, ένας κύκλος εσωστρέφειας και δυσαρέσκειας δίχως διαφυγή, είναι η πίκρα για τη ματαίωση όλων των ονείρων, μα εσύ, Ερνέστο, είσαι η χιμαιρική και χειμαρρώδης ελπίδα και ουτοπία για την αλλαγή του κόσμου. Τάνγκο είναι το Μπουένος άιρες, κι εσένα σε σημάδεψε μια ασυγκράτητη φυγή απ' αυτό, μια απάρνηση. Τάνγκο είναι η μεγάλη πόλη, εκεί συρρέουν οι ξεριζωμένοι του κόσμου, αυτή είναι η χοάνη των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, αλλά εσύ, Ερνέστο, είχες το μυαλό σου στα πέτρινα αινίγματα των 'Ανδεων, στους προκολομβιανούς πολιτισμούς, στους Ίνκας και τους Μάγια και ύστερα αποκλειστικά στην ύπαιθρο του Τρίτου Κόσμου. Τάνγκο είναι ένας ήχος-διασταύρωση του πορνείου, εκεί άραζουν να πιουν ένα ποτήρι και να χορέψουν με λίγα πέσος οι μοναχικοί μετανάστες, μα εσύ, Ερνέστο, δεν πήγες ποτέ στο πορνείο της Λόρας, δεν άκουσες εκεί τον νέγρο Καζιμίρα να παίζει, στο βιολί του μια μιλόνγκα, τον τοπικό χορό του Μπουένος άιρες, ένας γκαούτσο ξεριζωμένος από την πάμπα να το πιάνει σε παλιό κρεολέζικο ρυθμό, ένας Κουβανός ναύτης να το χορεύει στο ρυθμό της χαμπανέρα της Καραϊβικής, μια παρέα πιωμένων Ιταλών μεταναστών να απαιτεί ένα παίξιμο πιο μελαγχολικό και νοσταλγικό, οι Ισπανοί ξέμπαρκοι να το διορθώνουν προς το ανδαλουσιάνικο τανγκο χτυπώντας στα δάχτυλα ρυθμικά τα ποτηράκια, οι Πολωνοί προς την πόλκα και τη μαζούρκα, ένας ζόρικος νταβατζής να το θέλει πιο στακάτο, κοφτό, αρσενικό για να χορέψει, ένας νεόφερτος από το Αμβούργο να το παίζει με μπαντονεόν κι ο έρμος ο νέγρος σ' αυτό το όργιο της επιμιξίας να διορθώνει, να αφομοιώνει, να παραλλάσσει και σιγά σιγά να πιάνει και να γεννά με τα χρόνια το τάνγκο. Τάνγκο είναι ο άνθρωπος των λαϊκών συνοικιών και του λιμανιού, αυτοί που έφτασαν μόνο με το μπογαλάκι τους από τη Νάπολη, την Καλαβρία και τη Βαρκελόνη, μα εσύ, Ερνέστο, κρατάς από παλιό αριστοκρατικό σόι, προγενέστερο της Ανεξαρτησίας της Αργεντινής, υποβαθμισμένο βέβαια οικονομικά, όμως προοδευτικό, φιλελεύθερο, ανοιχτό, ξένο στις ταξικές διακρίσεις, που σου μετέδωσε και καλλιέργησε την απίστευτη γενναιοδωρία και ευαισθησία σου, αίμα εκρηκτικό κοκτέιλ -ιρλανδικό από τον πατέρα, βάσκικο από τη μάνα- που άναβε την εξέγερση στις φλέβες σου, σόι που η ρίζα, ο τυχοδιώκτης χρυσοθήρας παππούς στην Καλιφόρνια, σου μετέδωσε την περιπλάνηση, το ταξίδι, την περιπέτεια και μαζί μ' όλα αυτά και μια ελαφρά δόση περιφρόνησης προς το λαϊκισμό του τάνγκο και το «κιτς» των «δίχως πουκάμισο» οπαδών του, που έτρεχαν πίσω από τον Περόν και την Εβίτα. Αργεντινός, έλεγε ο Μπόρχες, είναι ένας εξόριστος Ευρωπαίος, κι εκείνος ο αναρχοσυντηρητικός -όπως κι όλες οι ευρώφιλες ελίτ της Αργεντινής, συντηρητικές, φιλελεύθερες ή μαρξιστικές- ένιωθε αποστροφή για το τάνγκο αλλά στο τέλος δεν άντεξε κι έγραψε κι αυτός τάνγκο τραγούδια.

Ο Τσε δεν είναι τάνγκο τύπος, έλεγα, κι όμως σιγά σιγά, αφήγηση την αφήγηση, κορφολογούσα τις λίγες τάνγκο στιγμές του από κείνη την μποέμικη περιπλάνηση του στη Λατινική Αμερική.

Στη Λίμα του Περού, σε τρυφερές στιγμές με την όμορφη πιτσιρίκα Σοράιδα Μπολουάρτε, ακούν δισκάκια του Κάρλος Γκαρντέλ. Στο Σαν Πάμπλο στον Αμαζόνιο, σ' εκείνη την αποικία των λεπρών θα βρούμε τον Τσε να τραγουδά με την τσιριχτή φωνή του το «Ρενκόρ», το μοναδικό τάνγκο που ξέρει τα λόγια του, για τα μάτια μιας κούκλας νοσοκόμας που λειώνει από έρωτα για τον Αργεντινό περιπλανώμενο Δον Κιχότη γιατρό. Εκεί λεπροί και νοσοκόμες θα του φτιάξουν μια σχεδία με το όνομα «Μάμπο-Τάνγκο» για να διασχίσει τον Αμαζόνιο. Στη σκεπή της από τη μια πλευρά είχε μια ταμπέλα που έγραφε «Μάμπο», τον κουβανικό ρυθμό που χαλούσε κόσμο εκείνη την εποχή, κι από την άλλη «Τάνγκο», πολύ προφητικό για έναν Αργεντινό που έμελλε να γίνει Κουβανός.

Στο δρόμο προς το Βολπαραΐσο της Χιλής, πάνω στη μοτοσυκλέτα με τον κολλητό του Αλμπέρτο, αράζουν στο κέντρο «Μιλόνγκα», με το όνομα του χορού-προπάτορα του τάνγκο.


«Σήκωσα τη γυναίκα ενός μηχανικού να χορέψουμε ένα τάνγκο», σημειώνει ο ίδιος ο Ερνέστο στο Ημερολόγιο από ένα ταξίδι με μοτοσυκλέτα -Λατινοαμερικάνα. «Η γυναίκα, θερμή και ζωηρή, είχε πιει κι αυτή κάμποσο χιλιάνικο κρασί, με ακολούθησε υπάκουα όταν την έπιασα να βγούμε κρυφά έξω από το κέντρο, αλλά όμως αντιλήφθηκε ότι την πήρε χαμπάρι ο άντρας της και ήθελε να μείνει μέσα. Εγώ είχα ανάψει, δεν μπορούσα να λογικευτώ κι άρχισε ένα βίαιο τραβολόγημα καταμεσής της σάλας, ώσπου την έφερα και τη στρίμωξα κοντά στην πόρτα, κι ενώ όλοι μάς κοίταζαν, εκείνη πάσχιζε να με κλοτσήσει ανάμεσα στα πόδια μου, την τράβηξα τότε με δύναμη και σωριάστηκε φαρδιά πλατιά κάτω, ενώ ο σύζυγος μαινόμενος σπάζει ένα μπουκάλι και με κυνηγά σ' όλο το χωριό να μου το καρφώσει».

Έτσι άγαρμπο και μουρντάρικο ήταν το τάνγκο του ατημέλητου νεαρού Ερνέστο, αλλά τώρα εδώ ψηλά προσπαθώ να φανταστώ το «τάνγκο» ενός μοναχικού, ανώνυμου, ηλικιωμένου Τσε Γκεβάρα, πιο ξένου από τους ξένους σε κάποια από τις γιγαντουπόλεις της νοτιοανατολικής Ασίας που μιμούνται τον τούρμπο καπιταλισμό του Σικάγου, κι έρχεται στο νου μου το γράμμα της μάνας του όταν διαισθάνθηκε ότι ράγισε το γυαλί της σχέσης του γιου της με τον Φιντέλ:

«Φύγε, πήγαινε να βοηθήσεις τον Μπεν Μπελά στην επανάσταση της Αλγερίας. Βέβαια κι εκεί ξένος θα είσαι, έτσι κι αλλιώς όπου κι αν πας ξένος θα είσαι».

Τα λόγια της μακαρίτισσας Σέλιας στον νέο ακόμα γιο της, «όπου κι αν πας ξένος θα είσαι», έφεραν μέσα μου, με τη φωνή της αγαπημένης μου Αδριάνα Βαρέλα, το τάνγκο που ταιριάζει στον 75χρονο πια Ερνέστο, τον ξένο του Χονγκ Κονγκ που πρόκειται σε λίγο να συναντήσω:

Περνά, ξένε
δεν υπάρχει συμπόνια
για όποιον έχασε
το τρένο του χρόνου.
Φτάνεις από μια πόλη κουρασμένη,
με τους καθρέφτες της σπασμένους,
προσποιούμενος αδιαφορία.
Ψάχνεις
μήπως ανάμεσα στ' απομεινάρια;
Το δικό σου πρόσωπο είναι το πρόσωπο
μιας εποχής που πέθανε.

Τάνγκο-Τσε το ονομάζω, αν και υποψιάζομαι πως κρύβει κάτι μυστικό και πολύ προσωπικό για τον καθένα μας.
antriana
 

Δημοσίευσηαπό epsilon » Τρί Δεκ 10, 2002 9:26 pm

τι νόημα έχει αυτό;
δεν καταλαβαίνω...
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό gemini » Δευτ Απρ 21, 2003 2:14 pm

Πολύ καλό βιβλίο για όσους αρέσκονται στο στυλ του Μίμη Ανδρουλάκη.
:)
You never know...
gemini
junior member
 
Δημοσιεύσεις: 26
Εγγραφή: Δευτ Μαρ 03, 2003 9:08 am

Δημοσίευσηαπό KANEMOYKOYKOY » Δευτ Απρ 21, 2003 2:30 pm

Τελευταίες ειδήσεις:

Ο Τσε, αφου άνοιξε οίκο μόδας και κυκλοφόρησε τη μούρη του σε παλ φούξια και λαχανί μπλουζάκια με τη μάρκα Εντβιν, μπήκε στο Παρτυ του Μεγκα! (Η είδηση αυτή επικρατούσε μέχρι προχτές, που οι αρχές του χογκ Κογκ ανακοίνωσαν τον θάνατο του γηραιού πλέον Τσε απο άτυπη πνευμονία)

ΥΓ. Το βιβλίο καλό είναι πάντως, ο Μίμης αν μη τι άλλο έχει χιούμορ και γνώσεις.
This is a block of ham that can be added to tosts you make. There is a cheese limit
Άβαταρ μέλους
KANEMOYKOYKOY
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 406
Εγγραφή: Παρ Ιαν 17, 2003 8:16 pm
Τοποθεσία: Σοφίτα

Δημοσίευσηαπό Mandylion » Σάβ Νοέμ 13, 2004 4:42 pm

...το καλό είναι οτι όλοι αυτοί οι ΠΡΩΗΝ αριστεροί το ομολογούν κάπως κάποτε : είμαι ένας πρώην "Αριστερός "!!!!!
...το κακό έιναι ότι όλοι οι ΔΗΘΕΝ αριστεροί δεν μπορούν ποτέ να το ομολογήσουν.


p.s.το σχόλιο μπορεί να θεωρηθεί ως άσχετο από κάποιους στο παρών thread , μπορεί όμως τελικά και να μην είναι...


Μια φωτογραφία σου
ήρθε και σε μένα
...απ΄αυτές που κρατάν οι φοιτητές
στην καρδιά τους...


"αφιερωμένο"σε κάτι λόγιους τύπου Ανδρουλάκη
"Toma , es solo un corazon,
tenlo en tu mano
y quando llega el dia,
ambre tu mano
que el sol lo calliente..."
Mandylion
new member
 
Δημοσιεύσεις: 10
Εγγραφή: Σάβ Μαρ 08, 2003 12:13 am

Δημοσίευσηαπό epsilon » Σάβ Νοέμ 13, 2004 6:07 pm

αχ, και εγώ τον λατρεύω!
ως διανοούμενη και οικολόγος που είμαι, όταν πηγαίνω στη λαϊκή για μαϊντανό, απαραιτήτως φοράω μια μπλούζα χαρμάνι, από τη μιά με τον ανδρουλάκη κι από την άλλη με την καλομοίρα!
(καλομοίρα συγγνώμη, εσύ δε φταις τίποτα)....
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am


Επιστροφή στο βιβλία

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 2 επισκέπτες

cron