βιβλία

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

...o καλύτερος φίλος του ανθρώπου...ας συζητήσουμε για φίλους εδώ!

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:12 pm

Ιστορίες με γιατρούς Ξανά

Με πρωταγωνιστή τον Έτσι που δεν ξέρουμε αν παραμένει Έτσι ή είναι ο ίδιος ο Έτσι ή ενεργεί σαν Έτσι. Αλλά θα τον ονοματίσουμε “Έτσι”, κι ας διαπιστώσει ο καθ’ ένας που θα τα διαβάσει αν ο Έτσι είναι ο Έτσι με τη δύναμη του Έτσι, ή είναι άλλος σαν τον Έτσι με τη δύναμη του Έτσι ή χωρίς αυτή. Ή ο ίδιος Έτσι αποδυναμωμένος.
Ο Έτσι ήτανε να πάει στο στρατό. Δε μπορούσε πια να τ’ αποφύγει. Του ανάφεραν πως είναι ανυπόταχτος γιατί διέκοψε σπουδάς. Η αναβολή του έπαψε να ισχύει.
Η αναβολή που κανονικά είχε, τέλειωσε κι αυτή και τέλος πάντων τώρα που τον ψάχναν με μανία να τον βρουν τον Έτσι και τον κυνήγαγαν τον Έτσι και θα τον έσερναν τον Έτσι με τη βία. Και δεν τόθελε ο Έτσι έτσι να γενεί. Και βαρέθηκε ν’ αλλάζει διευθύνσεις. Και έτσι ο Έτσι πήγε μοναχός του να παρουσιαστεί κάπου στην Πελοπόννησο. Ο Έτσι δεν είχε πάνω του χαρτιά. Παρά που του τόλεγαν οι γνωστοί. Να έχει τα χαρτιά σπουδών, αναβολών, στρατολογίας και γιατρών, για νάχει να δικαιολογηθεί, γιατί κινδύνευε να μείνει φανταράκι πέντε χρόνια. Ο Έτσι δεν άκουσε κανένα. Και έκανε πολύ καλά. Διότι τι να πεις για να δικαιολογηθείς για 5, 6, 7, 8, χρόνια πούχε να πατήσει στη σχολή του.
Εκτός κι αν έγλυφε λιγάκι τους αντιστασιακούς και του δίνανε χαρτιά για τις διώξεις πούχε υποστεί. Κι όπως θα έχετε ακούσει οι αντιστασιακοί υπηρετούσαν στο στρατό μονάχα 6 μήνες. Αλλά ο Έτσι δε γουστάριζε ούτε μια ώρα να μείνει στο στρατό. Ούτε ένοιωσε ποτέ του αντιστασιακός, και όσο για τους περισσότερους αντιστασιακούς τους είχε σιχαθεί απ’ τη γλοιώδική τους στάση όταν βγήκαν απ’ τη φυλακή. Έτσι ο Έτσι άκουσε τον Έτσι και δεν έψαξε καθόλου.
Ούτε χαρτί από τρελλογιατρό, ούτε ταυτότητα δεν είχε καν. (Του την είχανε κρατήσει τότε που τον χώσαν μέσα, και δεν του τη δίναν πίσω για να τον μαζεύουνε συνέχεια για εξακρίβωση και να τον κάνουνε να σπάσει). Μόνο κάτι χάπια κατάφερε να βρει από κάποια φιλική πηγή κάπου πέντε μπουκαλάκια και ήταν χάπια ισχυρά των 50, 100 και ίσως 150 mg. Αλλά, ξέχασα, πήρε μαζί του κάποιο εκλογικό βιβλιάριο που του τόχαν βγάλει επί χούντας, και είχε τότε φοβηθεί και τόβγαλε, γιατί ήταν αδύναμος. Αλλά εξόν απόνα Όχι πούχε ρίξει τότε, ευτυχώς δεν τόχε χρησιμοποιήσει ξανά ποτές του. Παρά που τα γράμματα κι οι σφραγίδες είχαν σχεδόν σβήσει, φαινόταν τ’ όνομά του και θα τον έβρισκαν ποιός ήταν, χωρίς να κάθεται να τους μιλά.
Ξεκίνησε. Φορούσε ένα βρώμικο μπαλωμένο παντελόνι, ένα τρύπιο μπουφάν και στο κεφάλι ένα πλεχτό καπελάκι (όχι σκουφί) γιατί είχε και γείσο μπροστά, πολύχρωμο, που του τόχε πλέξει κάποιος στη φυλακή.
Βρήκε κάπου μια τσάντα ταξειδιωτική που του κρέμονταν από τον δεξί του ώμο, τη γέμισε με διάφορα μπιχλιμπίδια, τις άπλυτές του κάλτσες, φανέλες και βρακιά, μες τις κάλτσες είχε έναν κατάλληλο σουγιά για να σφάξει το γιατρό αν χρειαζόταν. Και κει που η τσάντα πήγαινε να γεμίσει έχωσε στην άκρη της ένα ξύλινο ποδάρι από ένα σκαμνί που ήτανε χοντρό στη μέση και έμοιαζε με αυτά τα ξύλινα μπουκάλια του μπόουλινγκ που τα ρίχνει κάτω εκείνη η μπάλα. Το ποδάρι αυτό δεν άφηνε να κλείσει ολότελα το φερμουάρ και κάπου το ένα τρίτο του εξείχε και τόσφιγγε με το χέρι του όπως περπάταγε και ήταν σα να στηρίζεται σ’ αυτό. Κρέμασε με σπάγκο απ’ το ποδάρι ένα καμμένο και φυσικά καταξεσχισμένο ψάθινο καπέλλο που τόχε μαζέψει πεταμένο απ’ το δρόμο κείνες τις μέρες, καθώς κι ένα χαρτόνι σαν ακορντεόν που τόβγαλε απόνα μπουκάλι ούζο που κουβάλαγε μαζί. Το ξύλινο ποδάρι ήταν κόκκινο, το καπελλάκι ήταν πράσινο, κόκκινο και μπλε, το μπουφάν του γκρίζο και λαδωμένο, το πανταλόνι ίδιο, η φανέλλα του άσπρη, το πουκάμισο με κομμένα τα κουμπιά ριγέ, το καμμένο καπέλο μαύρο, η τσάντα του ήτανε καφέ, το χαρτονάκι άσπρο και κάτι φανελένιες μπιτζάμες που κουβάλαγε μαζί του κόκκινες και μαύρος ο γιακάς τους.
Και αυτά ήταν η δύναμη του.
Κι έτσι ξεκίνησε ο Έτσι, την πρώτη φορά που πήγαινε φαντάρος. Δεν είχε μεταμφιεστεί. Για όσους τον ήξεραν δεν θα καταλάβαιναν τη διαφορά. εκτός ίσως από τα μάτια του που θάχανε σκληρύνει αποφασιστικά, γιατί ο Έτσι έτσι κυκλοφορούσε. Μόνο που τώρα διάλεξε να κουβαλά μαζί του και μερικά πραγματάκια βοηθητικά που βρεθήκανε εκείνη την ώρα μπροστά του και δεν ήξερε ακόμα τι να τα κάνει, αλλά του δίναν δύναμη και σιγουριά, ιδίως το ποδάρι στο οποίο στηριζόταν με το δεξί του χέρι καθώς περπάταγε παραπατώντας, γιατί κείνο το απόγευμα είχε πιει κάμποσο ούζο απ’ τη μπουκάλα.
Και μπήκε στο λεωφορείο κι έφτασε το βράδυ αργά στον προορισμό του.
Ρώτησε κάτι νυχτόβιους κατά που πέφτει το στρατόπεδο, αυτοί του είπαν έξω από την πόλη, και κίνησε κατά κει. Κι έκανε κρύο πολύ κρύο κείνο το βράδυ. Ώσπου τον κυνήγησε ένα μπατσάδικο τους ξέφυγε κι είχε ζεσταθεί. Αλλά το μπατσάδικο συνέχισε να φέρνει βόλτες, γιατί εκεί είναι επαρχία και η εμφάνιση του Έτσι δεν ταίριαζε με επαρχία και τέτοια ώρα νύχτα που όλος ο λαός κοιμάται.
Ο λαός βέβαια είναι λαός και κοιμάται όλες τις ώρες μα έλα όμως που οι κρατικές αποφάσεις λένε πως κοιμάται τη νύχτα.
Τέλος πάντων. Ο Έτσι σε μια οικοδομή, οι άλλοι βαρεθήκανε να ψάχνουν. Ο Έτσι σκέφτηκε να τους αφήσει να τον πιάσουν. Θάχε πλάκα να τον πήγαιναν αυτοί στο στρατόπεδο, κι έκανε και κρύο, και πώς θάβγαζε τη νύχτα,...αλλά δεν είχε πάνω του χαρτιά...και τους άφησε και φύγαν.
Ήπιε λίγο ούζο, έβγαλε τα ρούχα, φόρεσε κάνα δυο φανέλλες, έβαλε και κείνες τις κόκκινες μπιτζάμες με το μαύρο γιακαδάκι και ξανά από πάνω το παντελόνι και το γκρίζο το μπουφάν. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει βρίσκει μπρος του κάτι δέντρα που τάχανε κλαδέψει. Τα κομμένα τα κλαδιά τους κατά γης. Βρίσκει τότε μια μαγκούρα πιο ψηλή από αυτόν να τελειώνει σε διχάλα. Την καθάρισε από τα φύλλα και συνέχισε μ’ αυτήν.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:13 pm

Σκηνή (Α): Πύλη στρατοπέδου. Τα πάντα είναι κοιμισμένα. Ακόμα και τα τριζόνια.
Η πύλη είναι κλειστή. Και δυο φρουροί μ’ αυτόματα αγρυπνούν νυσταγμένα.
Ξαφνικά βγαίνει μέσα από τα σκοτάδια κι επιτίθεται το τέρας. Είναι ο Έτσι με τη μαγγούρα. Πέφτει πάνω στα κάγκελα της πύλης εκεί στο άπλετο φως από τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες μ’ όλη του τη φόρα και τα κοπανά ουρλιάζοντας. Ψιλοβρέχει...
Οι φρουροί τα χρειάζονται.
- “Αλτ! Τις ει. Αλτ τις ει”. Και του βγάζουνε τ’ αυτόματα μέσα απ’ το κιγκλίδωμα και του τα χώνουν στην κοιλιά.
- Τι τις ει, τι τισί, τι θες εσύ, ε τις συ. Τισύ σε λένε; Και βουτά τ’ αυτόματο απ’ την κάνη και το στρέφει και του χώνει του φρουρού τη δικιά του τη μαγκούρα στην κοιλιά.
Ανοίξτε να μπω. Ήρθα για να μπω και θα μπω. Ανοίξτε τισίδες.
Τελικά δεν έχουμε νεκρούς. Απλώς μια μικροαναστάτωση στην κεντρική πύλη. Τρέξαν κι άλλοι. κάποιος σκέφτηκε μήπως το τέρας ήταν να καταταγεί. Αλλά η κατάταξη ήταν το πρωί και τούπαν να ξανάρθει το πρωί.
Ο Έτσι τους έλεγε πως αυτός δεν κατατάσεται και πως του είπε η γιαγιά του να πάει εκεί, και για να το λέει αυτή ξέρει, κι έδωσε το λόγο του στη γιαγιά του και θα τον τηρήσει. Και δεν ξεκόλαγε από κει.
Ώσπου ξαφνικά άνοιξαν τα μάτια του θηρίου που ήτανε παρκαρισμένο εκεί μπροστά, και πέταξαν φωτιές και το θηρίο μούγκρισε εντελώς στο ξαφνικά και χύμηξε να φύγει. Έτσι ο Έτσι παράτησε την πύλη και τους τισίδες τους φρουρούς και όρμηξε να συγκρατήσει το θηρίο κραδαίνοντας στ’ αριστερό του χέρι τη μαγγούρα. Μα το θηρίο πρέπει νάτανε και κείνο δυνατό και εξαφανίστηκε μουγκρίζοντας. Έτσι ο Έτσι με τη φόρα που ‘χε έχασε την ισορροπία του (ούτε το ξύλινο ποδάρι δεν μπορούσε πια να τον κρατήσει, τόση ήταν η μανία του ναρπάξει το θηρίο) κι έπεσε κει μες το χωράφι.

Σημ. Συγγρ. Το θηρίο ήταν μαύρο και κοιμόταν φαίνεται όταν ο Έτσι κρυβόταν από πίσω του πριν κάνει την επέλαση στην πύλη. Απ’ ότι λέγαν οι στρατιώτες την επόμενη μέρα, πρέπει να ήταν ένα φορτηγό κι ο οδηγός του κοιμόταν μέσα.
Και απ’ τη φασαρία θα ξύπνησε και έβαλε μπροστά τις μηχανές και έφυγε.
Αλλά κανένας δε μπορεί να πείσει περί αυτού τον Έτσι. Ο Έτσι είδε το θηρίο και πάλεψε μαζί του εκείνο το βράδυ, αλλά δεν ήθελε να το νικήσει, μόνο να το κρατήσει και να το κάνει φίλο. Αλλά εκείνο ήταν δυνατό και τα κατάφερε να του ξεφύγει.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:14 pm

Σκηνή (Β): Ξημέρωμα. Βρέχει ακόμα.
Ο Έτσι κοιμάται στο χωράφι στηριγμένος στη μαγγούρα του και στο καρέκλι.
Περνούν στρατριώτες και οχήματα στρατιωτικά και του ρίχνουνε βουβοί διάφορες ματιές. Σε λίγο έρχονται κι άλλοι πολλοί με πολιτικά όλοι αυτοί, και πάνε ως την πύλη που τώρα είναι ανοιχτή. Εκεί τους σταματάνε οι φρουροί και τους γυρνάνε πίσω, λέγοντάς τους να ξανάρθουνε το μεσημέρι, το μεσημέρι.
Ο Έτσι κάθεται σαν τους γκουρού, και κρατιέται απ’ το ξύλιο ποδάρι, βλέπει όλο αυτό το συνοθύλεμα ανθρώπινων προβάτων. Τους κοιτά και τον κοιτάνε όλοι.
Κάποιος σπάει τη σιωπή. “Ε, για κοιτάτε αυτόν εκεί. Βρε τον κανάγια. Πουλάει τρέλλα”. Το καπελάκι στάζει, το μπουφάν του στάζει, κρύο, ψιλοβρέχει. Ο Έτσι έχει ποτίσει ολόκληρος, νοιώθει σαν να αιωρείται. Δε δίνει σημασία πια. Δεν ακούει ούτε βλέπει.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:15 pm

Σκηνή (Γ): Βρίσκουμε τον Έτσι μέσα σ’ ένα χωριουδάκι. Περπατά σαν άλλος Μωυσής.
Τον παίρνουν από πίσω κάτι πιτσιρίκια, αλλά χωρίς να κάνουν φασαρία, ούτε του πετάνε πέτρες. Που και που τον χαιρετάνε με το γκα τους οι γαϊδάροι.
Ησυχία βγαίνουν οι μανάδες και μαζεύουν τα πιτσιρίκια. Απ’ όπιο σοκάκι κι αν περνά ακούς να μανταλώνουνε τις πόρτες.
Βρίσκουμε τον Έτσι στα χωράφια. Τον Έτσι κάτω από τα δέντρα. Τον Έτσι πάνω σ’ ένα δέντρο, τον Έτσι σ’ ένα ποταμάκι. Ν’ ανεβαίνει και να κατεβαίνει. Να γίνεται ένα με τις ψιχάλες. Και ν’ αγκαλιάζει όπως αυτές τα πάντα γύρω. Να μπαίνει και να βγαίνει. Δε νοιώθει κρύο, ούτε ζέστη. Μοναχά την ευφορία. Μια απέραντη ευφορία, όπου τα πάντα ήτανε γι αυτόν κι αυτός γι αυτά. Εκατομμύρια τα πάντα χώρια, κι ένα του εκατομμυριοστού αυτός. Ο ουρανός, τα δέντρα, τα χωράφια, το νερό, ο ήχος του νερού, οι ήχοι, χιλιάδες ήχοι, χωριστοί, κι όλοι μαζί, η μαγγούρα, το ξύλινο ποδάρι, το καπελάκι, η ισοροπία, η κίνηση, η ακινησία. “Μα δεν υπάρχει ισορροπία”. “Μπορείς παντού και πουθενά”. “Πάντα και ποτέ”. Η ισορροπία!!! Η ανισόροπος ισοροπία. Η ισοροπία του ανισόροπου. Ώσπου άρχισε να σκέφτεται και θυμάται ξαφνικά το λόγο. Τι γύρευε αυτός εκεί.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:15 pm

Σκηνή (Δ): Στρατόπεδο. Πύλη. Τη φράζει εκείνο το παλούκι με τροχαλία που το σηκώνουνε όταν περνάει αυτοκίνητο. Νεοσύλεκτοι, νεοσύλεκτοι, κόσμος, πολύς κόσμος.
Ουρά!!! Ουρά!!! Ουρά!!! Περνάνε όλοι ένας ένας απ’ το διπλανό πορτάκι.
Ο Έτσι πλησιάζει με τη μαγγούρα. Φτάνει. Τον κυττάνε. Τους χαζεύει. Φεύγει.
Πίσω πάλι στο σημείο που βρέθηκε τη νύχτα.
Φρουρός: “Ε εσύ που πας έλα εδώ. Μα δεν ακούς! Θα κλείσουμε την πόρτα! Η ώρα πέρασε! Δε θα δεχτούμε άλλους!”
Ο Έτσι πάλι μπρος στην πύλη. Τους χαζεύει τον χαζεύουν. Η ουρά τελείωσε.
Ψιλοβρέχει! Ξαναγυρνά πίσω στο σημείο. Στήνει τη μαγγούρα σ’ ένα δέντρο. Και!
Αργό γύρισμα! Ο Έτσι βλέπει τον εαυτό του σε ταινία. Νοιώθει να κινείται μέσα σε ταινία σε αργό γύρισμα. Δε το νοιώθει μόνο, το κάνει κιόλας. Στηριγμένος στο ποδάρι. Δεν πηγαίνει στο πορτάκι. Ορμάει εκεί στο κέντρο και διασπά το κέντρο της αμύνης του στρατοπέδου. Βρίσκει το εμπόδιο και το υπερπηδά.
Όλα τούτα σε αργό γύρισμα. Αναστάτωση. Οι στρατιώτες, με διασπασμένο κέντρο, αρχίζουν να γυρίζουνε σα σβούρες, φωνές και πανικός. Όλοι σε γύρισμα γοργό. Μονάχα αυτός σ’ αργό. Μα δεν μπορούν να τον αγγίξουν, δε μπορούνε να τον φτάσουν.
Ώσπου σταματά ο ίδιος.
“Ε! Τι θέλει αυτός εδώ”. “Πώς τον αφήσατε και μπήκε”. “Βρε! Αυτός είναι ο … , αυτός ήρθε το βράδυ”. Τα πνεύματα ηρεμούν σιγά-σιγά.
Αξιωματικός: “Μη φοβάσαι παιδί μου. Πες μας τι θέλεις! Εδώ δεν τρώμε, πώς σε λένε; Μήπως κατατάσεσαι;”
Αυτός κουνά απλώς το κεφάλι του αριστερά, δεξιά.
“Ψάχτε τον, μήπως έχει απάνω του κάνα χαρτί”. Αφτός τους αφήνει να τον ψάξουν.
Είχε βάλει στην εξωτερική του τσέπη το βιβλιάριο. Του το βρήκανε αμέσως.
“Έλα παιδί μου, πάμε να σε βάλουμε να κάτσεις με τους άλλους. Και θα ψάξουμε εμείς για τα χαρτιά σου. Μη στεναχωριέσαι, όλα θα παν καλά.”
Βρέχει...φτάνουνε τον Έτσι μπρος σε μια τζαμαρία. Γύρω γύρω τζαμαρία και πίσω από τη τζαμαρία μια τεράστια αίθουσα όπου είχαν μαζεμένα όλα τα ανθρώπινα πρόβατα. Ο Έτσι δε θέλει να μπερδευτεί μαζί τους. Κάνει έτσι και ξεφεύγει.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:23 pm

Σκηνή (Ε): Ο Έτσι καθισμένος καταγής στη στάση του λωτού. Κάτω απ’ το υπόστεγο. Πίσω του η τζαμαρία. Γύρω του μαζεύονται διάφοροι περίεργοι με στολές και κουμπιά. Πολλά κουμπιά. Για να φαίνεται το κούμπωμα καλά. Αυτός δε δίνει σημασία. Κάποιος λέει στους περίεργους να απομακρυνθούν. Φορά κι αυτός στολή με κουμπιά, ίσως πιο πολλά κουμπιά κι έχει κρεμασμένα κάτι μπιχλιμπίδια.
Κρατά στο χέρι εκείνο το βιβλιάριο με τις σβυστές σφραγίδες.
Ο Έτσι δε γνωρίζει από βαθμούς, δε ξεχώρισε ποτέ του βαθμούς, όπως δε ξεχώριζε ποτέ του τις μάρκες των αυτοκινήτων. Γι αυτόν είναι όλα αυτοκίνητα.
Κάνοντας μια λογική σκέψη υποθέτει πως θα είναι ο γιατρός. Γιατί ποιός άλλος θα ερχόταν να τον δει μετά απ’ όλα αυτά. Ο άλλος με τα μπιχλιμπίδια μισογονατίζει δίπλα του με το βιβλιάριο στο χέρι.
Μπιχλιμπίδης: - Πώς σε λένε παιδί μου;
Έτσι: - ;;;
Μπιχ.: - Από που είσαι παιδί μου;
Έτσι: - Με λένε Έτσι.
Μπιχ.: - Μα εδώ γράφει άλλο όνομα.
Έτσι: - Από πουθενά.
Μπιχ.: - Μα τα χαρτιά σου γράφουν άλλο όνομα. Εσύ είσαι αυτός;
Έτσι: - Όποιος είναι από πουθενά πάει παντού. Κι όποιος είν’ από παντού πηγαίνει πουθενά.
Μπιχ.: - Τέλος πάντων. Είσαι σπουδαστής;
Έτσι: - Δεν ξέρω. Αυτό μου τόδωσε η γιαγιά μου. Ρώτα τη γιαγιά μου. Αυτή ξέρει.
Εγώ ξέρω πως με λένε Έτσι. Τ’ όνομά μου είναι Έτσι.
Μπιχ.: - Τέλος πάντων. Είσαι σπουδαστής;
Έτσι: - ;;;
Μπιχ.: - Μα επιτέλους γράμματα ξέρεις;
Έτσι: - Πολλά.
Και βγάζει απ’ το τσεπάκι του ένα μισοξεσχισμένο χαρτάκι και του το δίνει. Ο άλλος σκύβει και διαβάζει:
Διαβάζει μ’ ενδιαφέρον και χαμόγελο συγκατάβασης:
“Έλα και συ στην κουπαστή μας. Να δεις τα χνάρια του Διαβόλου.
Να βρεις του θάνατου σιγόντο. Όταν ο Πόντος θα σιγεί, μην τρως τον Πλάγκτον του Δαπόντε. Κι η πέρα βρύση θα μπορεί να κιγκλιδώνει στρουθαρμήλους.
Θανάτωσε τους κυβερνήτες, ινστρούχτορες και πισθαγγόνες μπατσάδες, καστραμηβαλόνες. Κι όλα τ’ αρχίδια της ασιγάστου.
Μιμίκα πέρδουνε της σπάλας τραμβόλινε τας χνουπεθώσεις.
Τσακίρη πέρνα τις πλουφώσεις. Κατηύθηνε τας τραμβαλώσεις.
ΚΙΧ ΔΟΝ ΤΑΣ ΝΥΞ ΜΕΡΩΣΕΙΣ.
Περίπου μέσα στην προυβίαν ενάργησας την πραφλεγμόνην. Κι ήρθ’ η κατάπαυση της πρόθου. Μωρό εξήλθε της βλεφάρου. Το χαμογέλιο πήρε δώθε. Καρπούνται η αυγή το πνεύμα. Παράδεισος η Αρμελθούσα. Της ενθουσίας μη σαπφούσης.
Χαφιεδοκουμπαρζούνι ξέρνα. Ήρθεν η ώρα της πλαξάνης. Σούκοψα σύρριζα τη μάχη.
Αναπνεπνεύσου το πλεμόνι. Θα σε εξέλθω εις πραυλίαν κοιτάσματος ενδομυχία
Αλλά τι να ‘ταν όμως οι Δρακόντιες βιομηχανικές επαναστάσεις”.

Σημείωση: Το ποίημα αυτό ανήκει στο Δαυίδ. Και ποιηουργός του ο Δαυίδ. Αλλά ο Έτσι τόχε
σαν δικό του από τότε που ένα βράδυ κάτω στην Ανθούσα, εκεί που ρίχνανε τα κούτσουρα
στο τζάκι, τους το διάβαζε ο Δαυίδ. Και ο Δαυίδ ήταν με τη Νόνη και ο Έτσι με την Χ.
και είχαν και τα δυο πιτσιρίκια. Έπεσ’ η Χ. πάνω στο Δαυίδ για να τον φάει. “Τι αηδίες
είναι αυτές και ακαταλαβίστικα πράγματα, εδώ ο κόσμος καίγεται και καταπιέζονται οι
γυναίκες...” Κι έγινε τότε σύρραξη μεγάλη και τσιρίζαν και τα πιτσιρίκια και καίγανε
τα κούτσουρα στο τζάκι. Και κατάλαβε ο Έτσι τον οριστικό θάνατο της σχέσης. Και ότι
τίποτε δεν παίρνει πια, κι ας υπήρχαν και τα πιτσιρίκια. Και προτίμησε το ποίημα ο Έτσι
κείνο το βράδυ. Το ποίημα το ζωντανό κι όχι την πεθαμένη σχέση. Και κατέγραψε το ποίημα
με τα δικά του γράμματα και το φύλαγε επάνω του.



Ο Μπιχλιμπίδας διαβάζει το ποίημα, μπερδεύτεται, διαβάζει, και ξαναδιαβάζει,
χαμογελά, μουτρώνει. μαζεύονται κι άλλοι με στολές να δουν τι γράφει μέσα. και
εντελώς στο ξαφνικά γίνεται η σύρραξη.
Δεν μπορεί να ξέρει κανείς τι έκανε το Μπιχλιμπίδα να παρατήσει το χαμόγελο,
να κοιτάξει σα λυσσασμένος ξαφνικά τον Έτσι, να πεταχτεί πάνω σαν αιλουροειδές,
να σταθεί όρθιος απέναντι στον καθισμένο Έτσι, να τον κοιτάξει ύπουλα
και να χυμήξει προς αυτόν ουρλιάζοντας. (Τέτοια ευκινησία για έναν ηλικιωμένο!
Αλλά στρατιωτική εκπαίδευση είναι αυτή, δεν είναι τραχανάς). Χύμηξε όχι
ακριβώς πάνω στον Έτσι αλλά πάνω στο ξύλινο του καρεκλιού ποδάρι, που εξείχε
από τη τσάντα και που ο Έτσι κρατιότανε σφιχτά από αυτό.
“Πιάστε τον. αυτός οπλοφορεί. Κουβαλάει ρόπαλο.Ψάχτε τον και για μαχαίρι θα
‘χει και μαχαίρι”.
Η κίνησή του ήταν γρήγορη και η εκτέλεσή της άπιαστη. Κατάφερε να αρπάξει
το ποδάρι και να το ξεκολλήσει και να το πάρει μαζί του. Αλλά κι η κίνηση
του Έτσι ήτανε ασύληπτη εξίσου. Νοιώθει τη γη να χάνεται κάτω από τα …
του και βρίσκεται ιπτάμενος στον αέρα, με τεντωμένα χέρια κι από πίσω το
κεφάλι και κορμί, και πέφτει πάνω στον Μπιχλιμπίδα μέσα στη βροχή, πιο έξω από
το υπόστεγο και βρίσκεται κολλημένος πάνω του να τον έχει ρίξει κάτω μέσα
σε κάτι μπάρες με νερά ουρλιάζοντας: “Το καρέκλι μου, το καρέκλι, μου πήρες
το καρέκλι μου, δώσε μου πίσω το καρέκλι μου...!!!”
Τότε ίσως να ξεκουνήσανε λιγάκι και τα ανθρώπινα πρόβατα και γέμισε η τζαμαρία
κολημένες μούρες. Γράφω ίσως. γιατί κι αυτό δεν είναι σίγουρο. Μπορεί να
μείνανε στη θέση τους βουβοί.
Τότε ήτανε που πέσαν πάνω όσοι υπήρχαν γύρω με στολές. Όλοι οι κουμπωμένοι
Καμμιά τριανταριά. Από πάνω τα κουμπιά, μπερδεμένα μεταξύ τους, πιο κάτω εκείνος
να τραβάει το καρέκλι και να τόχει ξεκολήσει προς στιγμήν. κάτω κάτω ο
Μπιχλιμπίδας καταλασπωμένος και νερωμένος να τούχει κοπεί η λαλιά. Και άκουγες
το μονότονο ήχο της βροχής και τις αναπνοές.
Δόθηκε μάχη. Του Έτσι του πόναγε το χέρι κάνα μήνα. Τον ξεκολλήσανε και τον
βαράγανε. Του ξαναπήραν το ποδάρι. Και δεν θα τον αφήνανε, αν ξαφνικά ο Έτσι
δεν έβγαζε κραυγή, κραυγή θανατερή τραυματισμένου βρυκόλακα, και δεν έπεφτε
κάτω σα να ήταν πεθαμένος, παρατώντας επίτηδες να του πέσει το ένα από τα
πέντε μπουκαλάκια χάπια.
Σηκώσανε τον Μπιχλιμπίδα.
“Στο πειθαρχείο, στο πειθαρχείο, χώστε τον στο πειθαρχείο. Και ψάξτε τον. Αυτός
οπλοφορεί”.

“Στο πειθαρχείο”.
Οι στρατιώτες βλέπανε τον Έτσι πεθαμένο και δίπλα τα χυμένα χάπια και κόμπλαραν.
Ο άλλος να τσιρίζει “Στο πειθαρχείο, στο πειθαρχείο”.
Δεν ξέρω πώς αντέδρασαν οι κολλημένες στη τζαμαρία μούρες. Που πρέπει νάταν
εκεί, γιατί όλη εκείνη η παράσταση του Μπιχλιμπίδα, δεν εξηγείται αλλοιώς παρά
μόνο αν απευθυνότανε στις μούρες. Να κερδίσει ξανά το χαμένο του γόητρο.
Κι έτσι σήκωσαν τον Έτσι να τον παν στο πειθαρχείο. Αλλά τα πράγματα δεν
γίναν έτσι. Ή έτσι ακριβώς.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:25 pm

Σκηνή (Στ): Ιατρείο. Ίδια μέρα προς το βράδυ. Έφεδροι γιατροί με μπλούζες.
Ιατρικό κρεβάτι, γραφείο, νεροχύτης και βιτρίνα με μπουκαλάκια. ʼλλοι δυο τρελλοί κι ο Έτσι καθισμένος στην καρέκλα του γιατρού. Δεν τον είχαν καταφέρει να τον βάλουν στο κρεβάτι. Και κάπου ένα φανταράκι, φαντάρακας, γιατ’ ήτανε ψηλός και μπρατσωμένος να του έχουν αναθέσει να τον επιτηρεί.
Μπαίνει ο γιατρός φουριόζος, Λειμώνας είναι τόνομά του, γιατρός Λεμόνας:
“Α! Εσύ είσαι που έδειρες το διοικητή. Αυτός δεν είναι που έδειρε τον διοικητή. Βρε συ τον διοικητή πήγες να δείρης;;” Κι όλα τα μπλουζάκια βάζουνε τα γέλια. “Χα, χα, χα, ρε το φουκαρά το διοικητή, και του λέρωσε και τη στολή. Βρε! το διοικητή πήγε να δείρει!!!” Όλοι-όλοι, γιατροί γαρ, εκτός απ’ τον φαντάρακα και τους τρελλούς.
Ο Έτσι νόμιζε πως είχε μπλακωθεί με το γιατρό. Αλλά ο γιατρός ήταν ο Λειμώνας, και ο Μπιχλιμπίδας ο διοικητής.
Λεμόνας: - Τα πράγματά του τα ψάξατε;
Φαντάρακας, με αηδία: - Έχει μόνο κάτι βρώμικα εσώρουχα και κάλτσες. Α, και κάτι κουκουνάρια. Κι ένα μέτρο δεμένο μ’ ένα σπάγκο. Κι ετούτα εδώ τα μπουκαλάκια.
Δίνει τα μπουκαλάκια στο γιατρό. Κι αυτός τ’ αφήνει πάνω στο γραφείο.
Γιατρός: - Δε μου λες παιδί μου τι το θες το μέτρο;
Έτσι: - Για να μετρώ.
Παίρνει το μέτρο, το πατάει χάμω με το πόδι και τεντώνει το σπάγκο μέχρι τη μούρη του γιατρού κουνώντας το κεφάλι αποδοκιμαστικά σα νάλεγε “Μου πέφτεις λίγος”. Χαχανητά.
Γιατρός: - Δε μου λες μπορείς να περπατήσεις; Αλλά αφού σηκώθηκες θα πρέπει να μπορείς. Περάστε τον απ’ τους γιατρούς και ξαναφέρτε τον εδώ.
Έτσι: - Δε μπορώ χωρίς το καρέκλι. Φέρτε μου πίσω το καρέκλι.
Αφηγητής: - Και τον σύρανε τον Έτσι έξω απ’ το ιατρείο. Δεν έφερνε αντίσταση μόνο που έκανε πως πέφτει που και που. Κι όπου τον πήγαν τον περνάγανε μπροστά. Ειδική περίπτωση, δεν τον αφήσανε ποτέ τους στην ουρά. Ο φαντάρακας και ένας άλλος.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:26 pm

Σκηνή (Ζ): Ιατρείο. Ιατρός αιματολήπτης με μια βελόνα. Γύρω μαζεμένα τα ανθρώπινα πρόβατα όλα κουρεμμένα. Εκτός από τον Έτσι με το καπελλάκι το πλεχτό, που είναι κόκκινο, πράσινο και μπλε.
Ο Έτσι πρώτος στην ουρά δίπλα στον γιατρό.
Ιατρός αιματολήπτης: - Μήπως υπάρχει κανένας φοιτητής ιατρικής; Τα πράγματα είναι πολύ απλά και έχουμε Δημοκρατία. Και θάθελα κάποιον να βοηθήσει. Ζητώ τη συνεργασία σας. Είναι πολύ εύκολο θα σας δείξω τι θα κάνετε.
Όλα αυτά τα λέει κρατώντας το χέρι του Έτσι σηκωμένο ψηλά και έχοντας έτοιμη τη βελόνα να τη μπήξει στο μεσαίο δάχτυλο, για να διαπιστώσει μάλλον την ομάδα αίματος. Δυο, τρεις από τα ανθρώπινα πτώματα κινούνται. Ο ιατρός διαλέγει τον ένα.
Ιατρός: - Πρόσεξε τι θα κάνω και μετά θα το κάνεις πια εσύ. Είναι πολύ εύκολο.
Αφηγητής: - Έτσι νόμισες ιατρέ αιματολήπτα. Αλλά δεν ήξερες τον Έτσι. Εκεί που πήγες να του μπήξεις τη βελόνα, βρέθηκες με το χέρι προς τα πάνω, με τη βελόνα στο λαιμό έτοιμη να σου μπηχτεί εκεί και το χέρι σου το σφίγγαν σα ντανάλια τα αδύναμα τα χέρια του αλήτη πούχες μπρος σου και τα μάτια του σε κοίταζαν κι εκείνα σαν τανάλιες και σου γάντζωναν το είναι σου.
Ιατρός αιματολήπτης (ουρλιάζοντας πανικόβλητος): - Πάρτε τον. Πάρτε τον, μη τον ξαναφέρετε. Γράψτε, αδύνατος η συνεργασία, αδύνατος η συνεργασία...
Τα φώτα σβήνουν.
Η σκηνή μεταφέρεται στο οφθαλμιατρείο. Όπου μια ταμπέλλα γεμάτη αριθμούς που μικραίνουν προς τα κάτω. Ένα φανταράκι να κρατάει μια βέργα και να την κουνά πάνω κάτω στους αριθμούς. Μια καρέκλα απέναντι ακριβώς από τη νταμπέλα.
Ένας γιατρός μ’ ένα τετράδιο να κλείνει μια το ένα, μια το άλλο μάτι στον εκάστοτε καθισμένο.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:27 pm

Σκηνή (Η): Φέρνουνε τον Έτσι που παραπατά. Τον περνάν μπροστά από όλους και τον βάζουνε να κάτσει στην καρέκλα.
Ιατρός οφθαλμιάκιας: - Πες μας τι βλέπεις.
Έτσι: - 4...3...2...1...8...
(Αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι σε μέγεθος αριθμοί πάνω πάνω στην ταμπέλα)
Οφθαλμιάκιας: - Όχι αυτά, τι βλέπεις εκεί κάτω, εκεί που δείχνει.
Έτσι: - Α! Τι βλέπω!!! Μα, μα βλέπω μια μαϊμού να κουνά τα χέρια!!!
Οφθαλμίατρος: - Πάρτε τον. Αδύνατος η συνεργασία.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:28 pm

Σκηνή (Θ): Στο μηχάνημα με τις αχτίνες.
Ο Έτσι γδύνεται από τη μέση και πάνω βγάζοντας αργά-αργά. Το μπουφάν, το πουκάμισο, την κόκκινη μπιτζάμα με τον μαύρο γιακά, φανέλλα, φανέλλα και πάλι φανέλλα. Και κολλά το στήθος στο μηχάνημα.
Κάποιος: - Δες ρε τι φοράει. Ούτε κυρά με μεσοφόρια νάτανε!
Ο Μηχανάκιας ανακαλύπτει πως κάτι δεν πάει καλά. Βλέπει έναν μαύρο όγκο.
Τραβάνε ξανά και ξεκολλάν τον Έτσι απ’ το μηχάνημα. “Α! το μενταγιόν, φοράει μενταγιόν, βγάλτε του το μενταγιόν”. Το μενταγιόν είναι μεταλλικό και μεγάλο. Πιο μεγάλο από εικοσάρικο. Γίνεται μάχη. Δεν καταφέρνουν να του βγάλουνε το μενταγιόν.
Κάποιος λέει σιγά: - Αδύνατος η συνεργασία...!
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

ΠροηγούμενηΕπόμενο

Επιστροφή στο βιβλία

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron