βιβλία

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

...o καλύτερος φίλος του ανθρώπου...ας συζητήσουμε για φίλους εδώ!

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:01 pm

Και είπαν θα το κάνουμε. Και βγήκαν στους δρόμους με κουτιά, και γράψανε χειρόγραφα χαρτιά και τα κολλάγαν, και λέρωσαν τα ντουβάρια των σχολών και δεν τους χώραγε ο τόπος κι είπαν θα το βγάλουμε έξω και μαζέψανε λεφτά, και μάζεψαν σκηνικά, και μαζεύαν κι οπαδούς, παρ’ όλο που τους οπαδούς δεν τους γουστάραν. Και ψάχναν και για αίθουσες, και βρήκανε και αίθουσες, αλλά την άλλη μέρα οι θεατρώνες το μετάνοιωναν (τρέχαν πάντα οι αλλοιώς και τους ενημέρωναν, και ομολογώ ενήργησαν ακαριαία) και τους δίναν πίσω τα λεφτά. Και το ίδιο γίνηκε ξανά και πάλι και ξανά.
Μα δεν το βάλαν κάτω και συνέχισαν. Και κομπλάραν κι οι τραμπούκοι και δεν τους κλείναν πια το δρόμο. Μόνο που θυμάμαι κάποιος βρήκε το κουράγιο και τους κατούρησε τα παράθυρα, υπόγεια γαρ. Ήταν η μόνη θαρραλέα πράξη.
Ίσως επηρεάστηκε που τον άφηναν κι αυτόν ελεύθερο να μπει όποτε θέλει. Μόνο που τόχε κάνει μια φορά και για λίγο. Κι αμέσως τόχε βάλει στα πόδια.
Πάντως δεν κάρφωσε ανοιχτά αυτά που άκουσε. Κάτι είναι κι αυτό.
Μα δεν το βάζαν κάτω και συνέχισαν. Κι είπαν θα το κάνουμε υπαίθριο, κι ανοίξανε πανιά.
Κι ήταν όλα υπέροχα. Υπήρχε τόση δύναμη, τόση ζωή και κίνηση, τα δίναν όλοι όλα. Τουλάχιστο, ο έτσι ήταν έτσι κι έτσι ένοιωθε.
Και το πατατράκ έγινε. Κι έσκασε η σαπουνόφουσκα.
Ξάφνου αφήσανε τον έτσι. Δεν τον ενόχλησαν ξανά, ούτε στην ασφάλεια, ούτε στην ΕΥΠ. Πιάνανε όλους τους άλλους. Κι αρχίσαν απ’ τους πιο αδύναμους.
Δε χρειάστηκε παρά μια νύχτα στο κρατητήριο για τον καθένα, και μετά τους κερνάγανε καφέ, και τους έκαναν τους καλούς. Εσύ πούσαι καλό παιδί…
και φαίνεται πως τον καφέ τον πίνανε όλοι από τον πιο αδύναμο…ως τον πιο σκληρό.
Κι άρχισαν οι διαροές.
Και ξαφνικά ο ένας μετά τον άλλον, η μία μετά την άλλη, τα παρατάγανε και τα ξαναπατάγανε. Μόνο που δεν είπε κανένας το γιατί κι ο έτσι δεν τόξερε και δεν το καταλάβαινε και συνέχιζε. Ώσπου έλαβε ένα σημείωμα από την Χ την Ψ την Ω δε θυμάμαι τ’ όνομά της. “Να με συγχωρείτε πολύ που δε θα πάρω μέρος στην παράσταση παρ’ όλο που θα τόθελα πολύ πάρα πολύ. Αλλά δυστυχώς τόμαθε η μητέρα μου και μου σύστησε ότι δε μου πρέπει να γίνω ηθοποιός γιατί έχω τις σπουδές μου. Να με συγχωρείτε πολύ αισθάνομαι πολύ άσχημα αυτές τις μέρες, έχω κλειστεί στο δωμάτιό μου και κλαίω…κλαίω συνεχώς.”.
Σε ορισμένους δεν χρειάστηκε καν το κρατητήριο. Αρκούσε μια καλή ενημέρωση στη μαμά ή στο μπαμπά. Από τότε που ξέρω τον έτσι. είναι έτσι και δεν κλαίει ποτέ, σπάνια γελάει σουφρώνοντας το στόμα και τη μύτη και ζαρώνοντας την περιοχή κάτω από τα μάτια που μισοκλείνουν εκείνη τη στιγμή.
Ίσως τώρα νάχει αλλάξει, να μπορεί να γελάσει και να κλάψει, του το εύχομαι γιατί τότε ήτανε νέος 20 χρονών, γινότανε παιδάκι 3 χρόνων, κι ένοιωθε γέρος στα 80.
Ο Έτσι πρέπει, υποθέτω, πως πρέπει να κάθισε σε μια καρέκλα, να άφησε το σημείωμα να πέσει και να μάδησε λίγο τα μουστάκια του. Δεν είχε νομίζω τότε γένια. Ο έτσι κατάλαβε. Τόχε αυτό. Μπορούσε να δει καθαρά, να καταλάβει ξαφνικά τα πάντα και να τα αποδέχεται.
Ούτε εκείνη τη φορά έκλαψε, ούτε που γύρεψε να πιει, παρ’ όλο που το έτσουζε συχνά κι ήτανε πότης. Έσκυψε απλά, μάζεψε από κάτω το κουφάρι του, το φορτώθηκε στους ώμους και είπε να το βγάλει βόλτα.
Κείνη η βόλτα πρέπει να κράτησε πολύ, ώσπου το κουφάρι άρχισε σιγά-σιγά να ξαναενώνεται, να ξαναμπαίνει στη θέση του, στο σώμα του κι έπαψε να το κουβαλά. Τώρα περπατάγανε παρέα αυτός και το κουφάρι.
Ξαναγύρισε στα υπόγεια. Πρέπει νάτανε βραδάκι. Ο έτσι τα κατάλαβε όλα και τα αποδέχτηκε. Τόξερε τι θα συναντήσει, το περίμενε. Είπαμε πως δεν τον πείραξε που τους κλείσανε το θεατράκι. Ήξερε πως δεν του τόκλεισαν αυτοί.
Βρήκε τα πάντα σπασμένα και όλα τα κείμενα και τα σκηνικά κατασχεμένα.
Δεν υπήρχε τίποτε στο χώρο μόνο σπασμένα άχρηστα και σκόρπια αντικείμενα.
Τους τάχαν πάρει όλα. Ακόμα και κείνη η καρέκλα έλειπε. Αυτοί που είχανε πετάξει έξω και τον πρύτανη. Αυτοί που παίζαν την ψυχή τους!!! Αυτοί που καταλάβαν τα υπόγεια. Αυτοί που ήτανε στα πάντα ανοιχτοί.
Ο έτσι ήταν έτσι.
Ούτε καν που ρώτησε γιατί. Κάθησε χάμω και είπε απλά συλλαβίζοντας - Ε..Γ..Ω.
Τόπε μονάχα μια φορά και ήταν αρκετή. Απ’ ότι ξέρω ήταν η πρώτη φορά που τόπε στη ζωή του. Δεν ήθελε να το πει, δεν είχε τη δύναμη, δε μπορούσε να το παραδεχτεί, αλλά τόπε. Ε.Γ.Ω.
- Ο Έτσι είχε εξαφανιστεί από το σπίτι του, από την πιάτσα και τους φίλους τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Εμείς οι από γύρω του ανησυχούσαμε για δαύτον. Πιστέψαμε πως τον έπιασαν και δεν θα τον ξαναδούμε.
Θέλαμε να πάμε εκεί να δούμε. αλλά κανείς δεν τόλμησε να το ρισκάρει.
Αλλά ο Έτσι ήταν εκεί και τόξερε. Τόξερε πως δεν μπορούσαν να τον πιάσουν.
Ούτε που τον ενδιέφερε αυτό.
Ήταν εκεί στην ίδια θέση, στο ίδιο σημείο και περίμενε.
Περίμενε. Περίμενε.
Ώσπου το κουφάρι του βγήκε απ’ αυτόν. Πέρασε απ’ τα ντουβάρια και πέταξε έξω.
ʼναψε ένα σπίρτο και κάηκε, έγινε στάχτη και κάηκε, παρ’ όλο που κείνη τη νύχτα έβρεχε συνέχεια.
Αλλά ο Έτσι ήταν έτσι και ήτανε εκεί. Ήταν εκεί και περίμενε.
Περίμενε περίμενε. Τρεις νύχτες και τρεις μέρες. Αλλά δεν πέρασε κανείς.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:01 pm

Ούτε καν ο σκουπιδιάρης. Φαίνεται πως σεβάστηκαν τον πόνο του και τον άφησαν μόνο. Ο Έτσι βγήκε έξω. Ήτανε ξημερώματα.
Τον έπιασε ένα σφίξιμο κάτω από τα δέντρα της Φιλοσοφικής. Ένας φρικτός πόνος στο στήθος κι άρχισε να βήχει. Έβηχε κι έφτυνε, έφτυνε αίμα. Δεν ξέρω πόσες φορές το ξανάπαθε ώσπου να τον συναντήσουμε. Τον είδαμε κι ήτανε χλωμός. Κέρινος σαν άγαλμα που προχωρά. Τα μάτια του όμως ήτανε ήρεμα κι απλά.
Τον ρωτήσαμε τι έγινε, πώς είσαι και τι έχεις.
Μας απάντησε απλά: Φτύνω!!!
Μας κύταξε. τα μάτια του μεγάλωναν...
Πιστέψαμε πως θα φτύσει εμάς. Αλλά αυτός έσκυψε κι έφτυσε χάμω. Τότε είδαμε το αίμα. Ήμασταν η παρέα. Αράζαμε συχνά στο κυλικείο της σχολής. Ήταν μαζί κι ο Αργύρης. Απ’ όλη αυτή την ιστορία μόνο αυτόν θυμάμαι. Ήταν ο μόνος απ’ όλους μας που ήταν μπερδεμένος με το θεατράκι. Μαζί πρέπει να πετάξανε τον Πρύτανη. Πρέπει να ήταν κι ο Αργύρης.
Παρ’ όλο που ο Αργύρης δεν κατάλαβε τίποτα απ’ όλα αυτά, την είχε δει τουρίστας. Αυτός είταν ανάλαφρος δεν είταν σαν τον Έτσι. Γλύστραγε μέσα απ’ τις χαραμάδες κι έφευγε. Πήγαινε κι ερχότανε χωρίς να τον αγγίζει τίποτα.
Αυτός δε βούταγε βαθειά όπως βουτά ο Έτσι. Ούτε που ένοιωσε ποτέ τον κίνδυνο. Ούτε νομίζω πως κατάλαβε πως τότε είχαμε Χούντα. Εξ άλλου το ίδιο κάνει απ’ ότι ξέρω. Και σήμερα ασκεί τουριστικά επαγγέλματα, δεν είναι πια τουρίστας, αλλά ξεναγός των τουριστών.
Αλλά ο Αργύρης είναι Αργύρης και είναι αυτός που είναι. Γι’ αυτό νομίζω πως τον συμπαθούσε ο Έτσι, γι’ αυτό τον άφηνε να περιφέρεται όπως περιφέρεται, γι’ αυτό δεν είχε παράπονο με δαύτον και δε νομίζω πως του κράτησε ποτέ κακία. Μόνο μια φορά επενέβηκε.
Ήτανε στην εταιρεία λογοτεχνών στην αίθουσα του Γκαίτε νομίζω κάπου στην παραλία που τους τάκανε λίμπα. Ξέχασα να πω, κι ας ξέχασα πάλι το θέμα, πως ο Αργύρης έφτιαχνε ποιήματα. Μόνο που τα ποιήματα του Αργύρη δεν ήτανε ποιήματα.
Ήταν σαν τον Αργύρη Αργύρεια ποιήματα. Τότε δεν τα δεχότανε κανείς. Όλοι οι Κούλτοι συμφοιτητές και ποιητές και όλοι οι του κατόπιν ΤΡΑΜ, του τα βγάζαν άχρηστα. Και ο Αργύρης γέλαγε και όλοι γελάγανε μ’ αυτόν κι όλοι τους σπάγαν πλάκα. Ακόμα κι ο Αχιλλέας ο ποιητής, ο συγκάτοικός του κείνη τη χρονιά του Έτσι που κι αυτόν τον συμπαθούσε ο έτσι, και τον θυμάται κι αυτόν απ’ όλη αυτή την ιστορία παρ’ όλο που αυτός ασχολιόταν με ποιήματα και λίγο με την Εύα, και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα του Έτσι, παρ’ όλο που πέρναγε καμμιά φορά από κει σαν παρατηρητής.
Μονάχα ο Έτσι δεν έσπαγε πλάκα με τα ποιήματα του Αργύρη και με τον Αργύρη κι έβγαζε άχρηστους τους ποιητές κι όχι τον Αργύρη. Του τη σπάγανε οι Κούλτοι.
Πήγε μονάχα μια φορά στη συγκέντρωση, μονάχα μια φορά πρώτη και τελευταία. και τους τάκανε λίμπα. Τους έβαλε να τσακωθούν και να τα σπάζουν μεταξύ τους. κι ήτανε μαζωμένοι τότες όλοι νέοι και γέροι όλοι οι μεγάλοι ποιητές της Βόρειας Ελλάς Πεντζίκηδες και βάλε.
Ο Αργύρης διάβαζε τα Αργύρεια ποιήματά του. Κι οι ποιητές του τα απόριπταν. Του λέγαν πως “δεν ήταν ποίηση αυτή”. Ο Αργύρης απαθέστατα και χαμογελαστά, με τη φάτσα του να μοιάζει του Σουρή, απάνταγε απ’ το μικρόφωνο:
Πως ίσα-ίσα χαίρεται γι αυτές τις κριτικές γιατί αν ήταν διαφορετικές αυτό θα τον προβλημάτιζε ότι δεν προχωράει σωστά, ενώ τώρα είναι σίγουρος για τον εαυτό του. Του Αργύρη του άρεζε αυτό. Όλοι εκεί τον έβριζαν κι αυτός έσπαγε πλάκα. Αυτό του πήγαινε πολύ. Αλλά δεν πήγαινε στον Έτσι.
Ο Έτσι ήταν έτσι, δεν ήτανε αλλοιώς, ούτε έτσι κι έτσι. Δεν τον απασχολούσαν οι λογοτέχνες, αδιαφορούσε. Αυτός ενδιαφέρονταν μόνο για τον Αργύρη. Δεν χώνεψε ποτέ το έτσι κι έτσι. Και ο Αργύρης ήτανε έτσι κι έτσι όπως κι οι άλλοι. έτσι.
Έσπαγε μονάχα πλάκα. δεν έσπαζε απ’ αυτούς, τους απέρριπτε, αλλά του άρεζε να μπλέκεται μαζί τους. Δεν τ’ αποφάσιζε να ξεκόψει ολοκληρωτικά. όπως ο Έτσι. Το ίδιο γινόταν και με δαύτους. Κι αυτοί τον έβριζαν και τον απέρριπταν, αλλά τους βόλευε να τον κρατάν εκεί για να τους δίνει κέφι και νάχουν έπειτα να λεν.
Έτσι ζήτησε το λόγο και μίλησε. Δεν κατάλαβα τι είπε. Ίσως μονάχα δυο κουβέντες. Θυμάμαι μόνο που ξέχεσε τον Αργύρη για πρώτη φορά και τελευταία. Και για πρώτη φορά και τελευταία θυμάμαι τον Αργύρη να του κόπηκε το γέλιο. Ίσως ούτε ο Έτσι τα θυμάται, ούτε ο Αργύρης, ούτε κανείς άλλος. Πάντως τους έβαλε φυτίλια.
Όλα εκείνα που γίνηκαν μου θύμισαν καταστάσεις ΚΡΟΚ του 1980 στο μαγαζί με τον κλεμμένο και καταξευτιλισμένο τίτλο. Όπου πετάγανε στον αέρα καρέκλες και τασάκια κι ανθρώπινα κορμιά, οι άλλοι ζούσαν τον ξυλοδαρμό τους, ο μαγαζάτορας καλούσε τους τραμπούκους του, οι πολλοί αντιδρούσαν με το αίσθημα του κοροϊδεμένου θεατή, (τόσο άσχετοι αυτοί). Η Σόνια έστελνε ολόγυρα φιλιά, ο Πιτροπάκιας με την ομπρέλλα. Εγώ κάτω να διαλύω με σπρέυ στη μάπα κάποιοι που δεν ήτανε κροκάνθρωποι και ερχόντουσαν για να πετάξουνε αυγά, αλλά χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο. Ο Οδυσσέας και ο Δεληγιάννης μαζί με το Διαλυμένο Datura να παίζουν μουσική σαλούν κι ο Σαμουράι με τη γάζα να ορύεται χοροπηδών Μην πυροβολείτε τον πιανίστα.
Συμβάντα ΚΡΟΚ που δεν ήταν ούτε ΚΡΟΚ. Γιατί εγώ δεν είχα την δύναμη να κάνω ΚΡΟΚ. Γιατί δεν είμαι εγώ ο Έτσι. Γιατί δεν είμαι σαν τον Έτσι. Γιατί το ΚΡΟΚ μου θύμισε τον Έτσι που τάκανε όλα λίμπα λέγοντας δυο κουβέντες.
Πως τα κατάφερε δεν ξέρω. Ούτε που θυμάμαι. Ίσως και κείνος να μην ξέρει.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:02 pm

Ίσως να μη θυμάται.
Πάντως κείνο το βράδυ γίνηκαν όλα λίμπα. Βγάλαν όλοι το μέσα τους έξω κι ήρθανε στα χέρια. Αξέχαστες στιγμές γι αυτούς. Για μένα πια ρουτίνα. Και για τον Έτσι; Δεν ξέρω. Έχω καιρό να τον δω.
Πάντως ο Έτσι τότε έφυγε μονάχος.
Κι οι άλλοι όλοι κείνη τη στιγμή αγάπαγαν τον Έτσι, γιατί τα πάντα τότε τα χρώσταγαν σ’ αυτόν, τους έδωσε ζωή και το ‘νοιωθαν. Αλλά μονάχα κείνη την ώρα μονάχα κείνες τις στιγμές.
Μετά που ηρέμησαν τα πράγματα. Εννοώ τα πράγματα που μπήκαν ξανά στη θέση τους, οι καρέκλες, τα τραπέζια και λοιπά. Βγάλανε τσιτάτα για τον Έτσι, τον πρόγραψαν και τον καταδίκασαν εις αφανισμόν. Βέβαια ο Έτσι ήταν έτσι κι ήξερε να είναι έτσι, και δεν τον ένοιαζε τον Έτσι και δεν ξαναπάτησε ποτέ ξανά ο Έτσι κι ούτε που τον απασχόλησε τον Έτσι.
Γιατί ο Έτσι ήταν έτσι.
κι ότι έκανε τόκανε για πρώτη και για τελευταία φορά.
Πάντως κάτι πήγε ν’ αλλάξει στον Αργύρη. Τόχαν πρόβλημα να τον δεχτούν γιατί αυτός ήταν που τον κουβάλησε τον Έτσι. Κι είχε κι ο Αργύρης πρόβλημα να ξαναπάει...

Βέβαια όταν ηρέμησαν κι οι άνθρωποι πολύ μετά τα πράγματα, ξαναδέχτηκαν τον Αργύρη, κι αυτός τους ξαναδέχτηκε.
Ξέρω όμως πως ο Αργύρης ξαναμίλησε στον Έτσι και δεν του κράτησε κακία.
Γιατί ο Έτσι τόχε αποδεχτεί πως ήταν έτσι. Παρ’ όλο που τον πλήγωνε τον Έτσι.
Γι’ αυτό πιστεύω πως ο Έτσι θα θυμάται μόνο τον Αργύρη απ’ όλη αυτή την ιστορία. Όπως κι εγώ θα σε θυμάμαι Pitt.
Αλλά πρέπει να καταναγκαστώ και να γυρίσω στο θέμα. Δεν γράφοντ’ έτσι τα βιβλία. Χρειάζεται καταναγκασμός. Πολύ καλά λοιπόν.
Και είδαμε το αίμα. Του είπαμε να τον πάμε σε γιατρούς. Του είπαμε να πάει μοναχός του. Αυτός συνέχισε το βήμα του. Είπε πως ξέρει τι του γίνεται και δεν έχει εμπιστοσύνη στους γιατρούς.
Πρέπει να πήγε σπίτι του κάπου στη Μελενίκου. Το σπίτι ήταν δυάρι κι ήτανε και στον πρώτο όροφο. Παράξενο για κείνονε να μένει και σε όροφο.
Αλλά δεν είναι παράξενο το ίδιο και για μένα που έμεινα κι εγώ σε όροφο όταν ήμουν με την Λίλιαν;
Πράγματι πήγε σπίτι. Δεν πρόλαβε να μπει και τον ξανάπιασε. Μόνο που τώρα ήταν άγρια. Τον ξανάπιασε απ’ όλες τις μεριές. Εκεί στο διάδρομο τάκανε πάνω του και ήτανε μελάνι. Του μαυρίσαν τα βρακιά, το παντελόνι και οι κάλτσες.
Του πονάγαν όλα τα σωθικά, όχι μονάχα στήθος. στομάχι και κοιλιά. Έπιασε την κοιλιά και μούγκριζε κι άρχισε να ξερνάει. Βρήκε το κουράγιο και σούρθηκε μέχρι την τουαλέττα. Εκεί του σπάσαν όλα. ξέρναγε, ξέρναγε, ξέρναγε. Κι αυτό που ξέρναγε ήταν αίμα, αίμα καυτό. ούτε καν μαύρο πηγμένο σαν το μελάνι των σκατών του. Ώσπου άδιεασε ολόκληρος. Κι όλο αυτό του άρεσε.
Και συνέχισε να ξερνά. Θαύμαζε κι ο ίδιος που τόβρισκε τόσο αίμα!! Αυτός που ήταν κόκκαλο, σαν στέκα του μπιλιάρδου. Κει που νόμιζε πως άδειασε πια, ξαναπήδαγε το αίμα. όπως εκείνη η βρύση στα πηγάδια με το μοχλό. Κι άδειαζε, κι άδειαζε...
Ώσπου δεν είχε αίμα, δεν είχε σώμα καν. Κι όμως κάτι μέσα του βαθειά, βαθειά μέσα στο είναι του αντέδρασε και είπε. Στοπ.
Κι άρχισε να μην αφήνει τον εμετό να βγει. Κι άρχισε να σφίγγει τα χείλη ώσπου τα μάγουλά του γίνηκαν μπαλόνια έτοιμα να σπάσουν. Αλλά δεν τάφησε να σπάσουν…και το ξανακατάπινε…και πάλι γινότανε μπαλόνια και πάλι το ξανακατάπινε. Δεν ξέρω πόσο κράτησε…
Εκείνο που μπορώ να φανταστώ είναι πως υπήρχε κι άλλο αίμα, τουλάχιστον πρέπει να υπήρχε. Γιατί πώς γίνεται αλλοιώς ο Έτσι, γιατί πως είναι δυνατό ο Έτσι να ξανασούρθηκε στο διάδρομο! Και δεν ήτανε κανείς να τον βοηθήσει.
Να άνοιξε την πόρτα! Να χτύπησε την πόρτα της διπλανής γειτόνισσας κυρούλας!
Η διπλανή κυρούλα να ανοίξει και να τον δει όρθιο να είναι έτοιμος να της μιλήσει, αλλά να μη μπορεί. Ώσπου στο τέλος τον άκουσε να λέει:
- Μήπως είδατε τον Αχιλλέα, ξέρετε αν ήταν εδώ αυτές τις μέρες, μήπως ξέρετε αν θάρθει σήμερα. Ξέρετε ψάχνω να τον βρω.
- Μα εσύ είσαι άσχημα, εσύ είσαι ματωμένος, έλα μέσα παιδάκι μου, έλα μέσα να καλέσω το πρώτων βοηθειών.
- Όχι ευχαριστώ. Μην ανησυχείτε, ήταν ένα μικρό ατύχημα. Συγνώμη για την ενόχληση. Απλώς ψάχνω για τον Αχιλλέα. Έλειπα ξέρετε μερικές μέρες. Και πάλι συγγνώμη.
Και ξαναγύρισε στο σπίτι. Πρέπει να καθάρισε τον διάδρομο, πρέπει να άλλαξε ρούχα. Λέω πως πρέπει γιατί σε λίγο ήρθαν οι γνωστοί. Τους άνοιξε και δεν κατάλαβαν τίποτα. Γιατί οι γνωστοί είναι γνωστοί και δεν βλέπουν πιο πέρα από τη μύτη τους. Δεν έχουν μάτια για να δουν. Παρά μονάχα στόμα να ρουφούν.
Έρχονται μονάχα για να πάρουν. Δεν ξέρω αν στον διάδρομο υπήρχανε τα αίματα.
Αλλά και να υπήρχανε μπορεί να μην τα είδαν. Αυτοί δεν ήταν ικανοί να δουν πέρα απ’ αυτό που είχαν στο κεφάλι τους.
Αυτοί ήτανε γνωστοί. Πέρασαν από κει για να πάρουν. Και το πήραν. Γιατί απ’ ότι ξέρω ο Έτσι τους έκανε το χατήρι. Τους έπαιξε κιθάρα. που βρήκε τη δύναμη;
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:03 pm

Μπορεί να μην είχε φωνή να τραγουδήσει. αλλά τους έπαιξε κιθάρα ήσυχα, απλά κι αρμονικά, όπως δεν έπαιξε ποτές ούτε για τις γυναίκες που αγαπούσε.
Αλλά αυτοί ούτε που ένοιωσαν, ούτε που είδαν, ούτε που κατάλαβαν. Μόνο που φαίνεται πως κάπου επηρρεάστηκαν και δεν έμειναν. Φύγανε ήσυχα και τον άφησαν και κοιμήθηκε.
Εδώ είναι που τον καταλαβαίνω τον Έτσι. Εδώ είναι που μοιάζουμε. Πάνω στις χειρότερές σου απογοητεύσεις, όπου οι πάντες σε πουλάν, πουλάν τους εαυτούς τους, και όπου τα πάντα γύρω σου έχουν ξεπουληθεί. Εκεί είναι που βγάζεις τον πιο αγνό εαυτό σου και τον δίνεις οπουδήποτε, παντού. στον πιο τυχαίο άσχετο.
Ακόμα και σ’ αυτούς που απεχθάνεσαι, τους πιο σιχαμερούς. Είναι η Στιγμή της ήττας σου, της πιο πικρής σου ήττας, αλλά και της νίκης σου, της πιο σπουδαίας νικής. Τίποτα δε έχει πια αξία και τα πάντα ρέουν απαλά.
Όμως δεν είμαι εγώ ο Έτσι, ούτε είμαι έτσι, ούτε καν σαν τον Έτσι.
Γιατί σαν ξεκίνησα το ΚΡΟΚ κι είχα φτάσει στο έσχατο. Δεν είχα τη δύναμη να το κάνω και δεν τόκανα. Αλλά κάπου μοιάζω στον Έτσι, κάπου μου τον θυμίζω, γιατί βρήκα τουλάχιστο το κουράγιο να μη τους τραγουδήσω, και να τους δείξω τον κώλο μου, τον κώλο μου γυμνό, και να τους λέω πάρτε τον! πάρτε και τον κώλο μου. Εγώ που έχω κώλο και που ποτέ δεν κώλωσα. Κι ας μην είμαι αδελφή κι ας μην καταλαβαίνω τις λεσβίες. Τα έχω δώσει όλα, πάρτε και τον κώλο μου, γαμείστε με. Γαμείστε και χαρείτε. Γιατί δε θέλω δε μπορώ εγώ να σας γαμήσω. Και δεν τόκανα σαν τον Ποητίζοντα τον Υβριστή που έκανε το ίδιο. Εγώ έπαιζα την ψυχή μου, ήταν διαφορετικά.
Νόμιζα πως τάχα δώσει όλα σε όλους και όλα, νόμιζα πως ήμουνα ο Έτσι, ή ήμουν σαν τον Έτσι. Διότι δεν είχα πράξει έτσι όπως θα έπραττε ο Έτσι. Κατά βάθος πήγαινα γυρεύοντας. θα μ’ άρεζε κι άλλοι να τα δώσουν όλα. Γύρευα την ελπίδα.
Παρ’ όλο που το ξέρω και το είπα και τόχω καταγράψει. Πως η ελπίδα δεν είναι ΚΡΟΚ. Τόξερα αλλά δεν είχα την δύναμη να το κάνω. ʼφησα απλά τους άλλους να νομίζουν ότι κάνουν ΚΡΟΚ. Και να ζουν το ΚΡΟΚ του γούστου τους.
Εγώ δεν ήμουνα ο Έτσι. Εγώ δεν ήμουνα αγνός, εγώ δεν μπόρεσα να τα δώσω όλα έτσι απλά κι αρμονικά στους άσχετους στους πιο σιχαμερούς όπως ο Έτσι κείνο το βράδυ που έπαιξε κιθάρα. Εγώ δεν έζησα τον θάνατό μου, μόνο τους ψεύτικους θανάτους. Εγώ δεν έχω ξεπεράσει την ελπίδα ακόμα. Ο Έτσι τάχε κάνει και τα δυο.
Κοιμήθηκε όλη νύχτα αγκαλιά με το κουφάρι του. Δεν τον ενόχλησε κανείς. Τον βρήκαμε να αιωρείται απαλά πάνω απ’ το κρεβάτι (ο Έτσι είχε τότε και κρεβάτι) Τον βρήκαμε οι φίλοι το πρωί, μαζί κι ο Αχιλλέας. Είχαμε δει τα αίματα. Εμείς δεν είμασταν γνωστοί. Η τουαλέττα ήτανε κλειστή. Τη σπάσαμε κι αυτή. Εκεί τουλάχιστο δε μπόρεσε να καθαρίσει.
Αυτό το σπίτι το παρατήσαμε μετά. Κι ίσως το αίμα ναν’ ακόμα κει γιατί θα πότισε τον τοίχο.
Ώσπου τον σπρώξαμε απαλά να κατεβεί και ν’ ακουμπήσει στο κρεβάτι.
Δεν ξέρω αν κάναμε καλά. Ίσως θάταν καλύτερο να τον αφήσουμε να αιωρείται.
Αλλά και μεις φοβόμαστε (παντού ο φόβος βλέπεις). The police, τι θάλεγαν οι γείτονες; Κι ομολογώ και τάλλο, δε θέλαμε ο Έτσι να χαθεί.
Ίσως να τόθελε ο Έτσι. Ομολογώ δεν ξέρω αν έπραξα καλά.
Τον βάλαμε και κάθησε. Τον βάλαμε να σηκωθεί. Και ξαφνικά κουνήθηκε ο Έτσι.
Και δεν αντέδρασε ο Έτσι. Και μας άφησε και τον κουβαλήσαμε έξω. Και ο Έτσι άρχισε να περπατά. Και δεν μας άφηνε να τον κουβαλάμε. Διότι ο Έτσι ήταν έτσι και ενεργούσε πάντα έτσι.
Είπαμε να τον πάμε στο Αχέπα. Ο Αχιλλέας είχε πει πως έπαθε γαστρορραγία.
Αλλά δεν είχαμε λεφτά, πώς να τον πάμε στο Αχέπα. Σκέφτηκα πως στη λέσχη είναι οι γιατροί και πως σου δίνουνε χαρτιά, και δεν χρειάζονται λεφτά αν είσαι φοιτητής. Κι έτσι πήγαμε. πήγαμε μαζί με τον Έτσι ως τη Λέσχη. Εκεί μας άφησε. Είπε πως δεν χρειάζεται βοήθεια και πήγε μοναχός του.
Εμείς τον ξέραμε τον Έτσι και τον αφήσαμε. Γιατί ο Έτσι ήταν έτσι και ενεργούσε πάντα έτσι. Μετά, πολύ μετά, ακολουθήσαμε τον Έτσι. Τα βήματα του Έτσι. Μάθαμε πως ο Έτσι πήγε στους γιατρούς. Τους είπε για το αίμα, όπως τον δασκαλέψαμε. Αυτοί δεν τον πίστεψαν και τούπαν κάτσε στην ουρά. Πώς είναι δυνατό νάχεις αυτό που έχεις και να στέκεσαι στα πόδια σου, ψεύτη, απατεώνα.
Είχε υπομονή ο Έτσι κι έκατσε στην ουρά. Και κάπνιζε, παρ’ όλο που του τόχαμε πει, δεν έκανε. Και βαρέθηκε και πήγε κι έφαγε κρέας χοιρινό και κάτι σαλατίτσες. Ούτε να φάει έκανε. Και πρέπει να είχε φάει τσαμπουκά γιατί ο Έτσι δεν είχε τα χαρτιά της απορίας των άλλων. Ο Έτσι δεν είχε χαρτιά. Απεχθανόταν τα χαρτιά. Έφαγε και ξαναγύρισε στους γιατρούς. Αυτή τη φορά τον εξέτασαν και πείστηκαν και τους είχε πιάσει πανικός και πιάνανε τον Έτσι να τον βάλουν να ξαπλώσει, να είν’ ακίνητος να μη του ξανασπάσουνε τ’ αγγεία.
Και ψάχναν γι αυτοκίνητο, γι ασθενοφόρο. Και του φτιάξαν και χαρτί με την ένδειξη επείγον, ειδική περίπτωση, προλάβετε.
Μόνο που ο Έτσι ήταν ο Έτσι και δεν τους άφησε να τον αγγίξουν. Είπε θα πάει μόνος του. Ώσπου βρέθηκε ένας μαύρος που είχε αυτοκίνητο. Κι ο Έτσι μπήκε στ’ αυτοκίνητο του μαύρου με το χαρτί γιατί επηρπεάστηκε απ’ το ότι ο μαύρος ήταν μαύρος. Και τον μαύρο τον είχαν δασκαλέψει. Και ο μαύρος πήγε τον Έτσι στο Αχέπα κι ήθελε να τον πάει μέσα στους γιατρούς.
Μόνο που ο Έτσι κράταγε το χαρτί αυτός και δεν το έδινε στον μαύρο.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:04 pm

Και δεν άφησε τον μαύρο να τον συνοδέψει, διότι πείστηκε ότι ο μαύρος δεν ήταν μαύρος, τουλάχιστον όχι τόσο μαύρος όσο έδειχνε, ή ότι ο μαύρος ήταν μαύρος και ίσως περισσότερο μαύρος και δεν ήθελε να τον ταλαιπωρεί.
Τον παρέλαβαν οι νοσοκόμες. Τους έδωσε το χαρτί. Αλλά οι νοσοκόμες δε διαβάζουνε χαρτιά. Δεν είναι η δουλειά τους, και τον αφήσανε και πάλι στον διάδρομο να περιμένει στην ουρά...
Βγήκε ο γιατρός. Του μίλησε. Ξανά πάλι το ίδιο. Ούτε που τον πίστεψε, ούτε που δέχτηκε να πάρει το χαρτί και να το κοιτάξει. Ο Έτσι περίμενε. Περίμενε και κάπνιζε ώσπου να πάρουν και τον τελευταίο, τον τελευταίο άσχετο, τον τελευταίο αδύναμο γέρο ή γριά, που δεν ήταν γέρος ή γριά, το τελευταίο κουφάρι που δεν ήτανε κουφάρι αλλά νόμιζε πως ήτανε κουφάρι και μιξόκλαιγε, γιατί δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Ο Έτσι περίμενε. Περίμενε και κάπνιζε.
Ώσπου τον δέχτηκαν κι αυτόν και ήταν πια βραδάκι. Εκεί τον βίασε ο γιατρός.
Τούβαλε κωλοδάχτυλο με γάντι πλαστικό. Τον βίασε με μίσος γιατί ήτανε αλήτης, και δεν τάρεζε η φάτσα του. Ήταν το πιο μισητό κωλοδάχτυλο της ζωής του. θα το θυμάται ακόμα ο Έτσι, αλλά δεν τον άγγιξε κι αυτό τον Έτσι. Παρ’ όλο που ο γιατρός τούπε αμέσως πως έχει ζοχάδες, και ο Έτσι δεν ήξερε τι είναι οι ζοχάδες.
Ώσπου ανακάλυψε το μελάνι, το πηγμένο αίμα. Και ο γιατρός τα χρειάστηκε, τάκανε πάνω του κι έσπασε τα τηλέφωνα. θέλανε να ξαπλώσουνε τον Έτσι σε φορείο.
Αμέσως με το ζόρι για να ειν’ ακίνητος. Αυτοί που τον κρατάγανε τον Έτσι τόσες ώρες όρθιο, και τον μισούσανε τον Έτσι. Σκέφτηκαν τις ευθύνες τους! Αν πάθαινε ο Έτσι τίποτα!!!
Δόθηκε μάχη. Τελικά τον βάλανε τον Έτσι και τον πήγανε σε πολυθρόνα, σε πολυθρόνα με ρόδες, απ’ αυτές για τους ανάπηρους. Και βάλανε τον Έτσι σε κρεβάτι και τον είχαν με ορρούς. Ώσπου φτάσαμε εμείς ακολουθώντας τα χνάρια του.
Μας είπαν ότι χρειάζεται επειγόντως μετάγγιση. Πως του χρειάζεται αίμα, πάρα πολύ αίμα. Κι όλοι θυμάμαι προσφερθήκαμε τότε.
Αλλά ο Έτσι, ή μάλλον το αίμα του Έτσι ήταν έτσι ώστε να δίνει σ’ όλους, αλλά να μη μπορεί να πάρει παρά μόνο απ’ το ίδιο. Αλλά κανένας μας δεν είχε το ίδιο. Το ίδιο το αίμα του Έτσι.
Είπαμε στους γιατρούς να δώσουν απ’ το αίμα που διατηρούν στα ψυγεία και να πάρουν απ’ το αίμα το δικό μας και να το βάλουν στα ψυγεία. Μα οι γιατροί είπαν πως χρειάζονται λεφτά, όχι πολλά, αλλά πάντως λεφτά, κι εμείς δεν είχαμε.
Ώσπου ο Έτσι άνοιξε τα μάτια του τινάχτηκε κοντεύοντας να σπάσει τους ορούς και ούρλιαξε πως δεν έχει πια ανάγκη από το αίμα τους, πως έχει το δικό του αίμα. Πως είχε περισσότερο αίμα και τόφτυσε. Αυτό ήταν όλο.
Έπεσε πάλι κάτω και κοιμήθηκε. Εμείς τακτοποιήσαμε τους ορούς και αφήσαμε τον Έτσι σε αφασία. Δεν ξέραμε τι θάκανε ο Έτσι κι ανησυχούσαμε.
Πάντως ο Έτσι σηκώθηκε την άλλη κιόλας μέρα. Ζήτησε φαϊ και δεν του δώσανε.
Ζήτησε νερό και του καθυστερούσαν. Πήγε να σπάσει τους ορούς να πεταχτεί και τον βουτήξανε.
Φτιάξανε τον Έτσι πειραματόζωο.Πέρασαν από πάνω του γιατροί και φοιτητές.
Του κολλήσαν και ταμπέλλα για την περίπτωσή του. Την ιατρική του περίπτωση.
Την κλινική του περίπτωση. Κι όλοι τους ενεργούσαν σύμφωνα με την ταμπέλλα.
Όλοι μα όλοι σύμφωνα με την περίπτωση. Ακόμα και μεις που τον επισκεφτήκαμε το πρωί κολλήσαμε στην ταμπέλλα. Κολλήσαμε στην περίπτωση.
Τούπαμε και μεις να μην κινείται. Τούπαμε και μεις ν’ ακούει τους γιατρούς.
Και του κάναν εξετάσεις και του παίρναν αίμα, και δεν του δίνανε φαϊ γιατί δεν έπρεπε και του κάναν καρδιογραφήματα κι εγκεφαλογραφήματα και θέλανε να τον περάσουνε κι από ακτίνες για να του βρουν τι έχει. Και περιμένανε τα κόπρανα αν θάναι καλά, μαύρα ή κίτρινα. Τούπαν πως θα του κόψουν το στομάχι γιατί μάλλον είχε έλκος.
Και τον αφήσαν ήσυχο το βράδυ μόλο που τον ξύπνησαν ξανά για να του ξαναπάρουν αίμα, για να του ξαναπάρουν ούρα. Όπως ξυπνούσαν κι όλους τους ασθενείς στο θάλαμο. Γιατί τον Έτσι τον είχαν μεταφέρει πια σε θάλαμο. Ένεκα ειδική περίπτωση. Κίνδυνος. Θάνατος και νέος. Μια ευκαιρία για Πανεπιστημιακά συγγράμματα. Μια ευκαιρία για την εκμάθηση των φοιτητών, για τη διδασκαλία. Παρ’ όλα αυτά δε μπόρεσαν να κρατήσουνε τον Έτσι στο κρεβάτι. Πρωί πρωί, δεύτερη κιόλας μέρα ο Έτσι έσπασε τους ορούς. Ανακάλυψε που ήταν η κουζίνα.
Πήγε και ήπιε γάλα κι έφαγε ζουμί από κείνο το ζουμί που βρίσκεις που και που να κολυμπάει και κάνα αστεράκι ζυμαρικό. Βούτηξε και μια μπουκάλα γάλα και την έπινε αργά και σταθερά αφού την είχε κρύψει κάτω απ’ το κρεβάτι.
Μόνο το μεσημέρι ξαναξάπλωσαν τον Έτσι. Φταίνε γι αυτό που κλάψανε οι φοιτητές πως δεν θα τους έδιναν υπογραφή. Πως δεν θα τους δέχονταν για εξετάσεις. Κι έτσι τον έψησαν και τον ξαναξάπλωσαν, για να περάσει ο γκραντ καθηγητής για την καθημερινή του επιθεώρηση. Και νάναι όλα σύμφωνα με την ταμπέλλα. Απόλυτη ακινησία κλπ.
Ίσως ο Έτσι ήταν ακόμα αδύναμος, ίσως πολύ δυνατός. δεν ξέρω. Ίσως ο Έτσι νάπραξε απλώς και μόνον έτσι. Πάντως όταν ήρθαμε τ’ απόγευμα με τον Αχιλλέα και τον είδαμε, παρ’ όλο που φαινόταν τέζα, μούπε πως θα την κοπανήσει και ζήτησε απ’ τον Αχιλλέα να του φέρει ρούχα. Γιατί τα ρούχα του του τάχανε κρατήσει και οι πυτζάμες που του δώσαν δεν ήτανε κατάλληλες γι αυτό.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:06 pm

Μας είπε πως θα μας έβλεπε όλους μας στο χορό. Στο χορό της σχολής που θα γινότανε το Σάββατο. Και ξέραμε ότι το Σάββατο έπεφτε μεθαύριο. Και ότι ο Έτσι δε γουστάριζε χορούς, δε γουστάριζε φαμφάρες. Αλλά ο Έτσι ήταν έτσι και δεν τον ξέραμε καλά τον Έτσι. Για δαύτο δεν είπαμε τίποτα, και κατανεύσαμε και φύγαμε. Μάθαμε πως το ίδιο βράδυ ο Έτσι έκανε σκατό. Ένα πολύ μικρό σκατό σα ζάρι. Και μάθαμε πως βούτηξε τον επιμελητή Ζ., από Ζ ήταν το όνομά του, τι σημασία έχουν τα ονόματα αυτών που δεν με ενδιαφέρουν. Τον βούτηξε από τον γιακά, τούχωσε το καθήκι κάτω από τη μύτη. Ήταν μεγάλο το καθήκι, μ’ ένα πολύ μικρό σκατό. Εκείνος τα χρειάστηκε και πήρε το καθήκι κι έφυγε κάνοντας το σταυρό του. Δεν ξέρω πόσες ώρες προσπάθειας χρειάστηκε ο Έτσι για κείνο το μικρό σκατό. Εκείνο το σκατό σα ζάρι.
Πάντως αυτό που βγήκε θα τόξερε κι ο ίδιος, δε μπορεί, ήταν υπόλειμμα παλιό.
Υπόλλειμμα με αίμα. Όλη τη νύχτα ξανααποπειράθηκε να χέσει. Τίποτα. Ξαναβούτηξε φαϊ από την κουζίνα. Φαϊ χωρίς ζουμί. Πιλάφι πρέπει να ήταν. Έκανε φοβερές προσπάθειες να χέσει, αλλά τίποτα.
Ο Ζ. ξαναήρθε το πρωί και με ύφος στοργικού πατέρα είπε στον Έτσι πως το σκατό του εξετάζεται προσεκτικά στο εργαστήρι και πως να μη στεναχωριέται και πως αν όλα παν καλά θα του κάναν την εγχείριση και σ’ ένα μήνα θάναι έξω καλά. Γιατί και με μισό στομάχι είναι κανείς καλά.
Ο Έτσι τούπε έτσι, πως πρέπει να χορέψει και πως αύριο θα πάει να χορέψει. Ο επιμελητής κράτησε ακόμη το καλωσυνάτο ύφος και του απάντησε πως αυτά δεν γίνονται και πρέπει να μένει ακίνητος και όσο για το εξιτήριο πρέπει κάποιος να αναλάβει την ευθύνη. Και δεν υπάρχει κανείς να αναλάβει την ευθύνη για μια τέτοια κλινική περίπτωση.
Ο επιμελητής Σηνάτος ή Ζητάτος ή κάπως έτσι πίστεψε πως καθάρισε και έφυγε κουνιστός. Αλλά δεν ήταν έτσι. Δεν ήξερε πως είχε να κάνει με τον Έτσι.
Ο Έτσι τον πήρε από πίσω μέχρι τα υπόγεια ιατρεία. Μόνο που αυτή τη φορά δεν τον βούτηξε απ’ το γιακά, αλλά απ’ το λαιμό και θα τον έπνιγε. Πέσανε απάνω του όλοι οι βοηθοί και οι φοιτητές για να τον ξεκολλήσουν. Κι αυτός να τους ουρλιάζει: “Μα δεν το βλέπετε πως με σκοτώνετε εδώ μέσα, μα δε το βλέπετε πως είμαι ζωντανός, πως κινούμαι πως δεν ανέχομαι επεμβάσεις. Αν η ταμπέλλα σας λέει ακινησία, εγώ κινούμαι και μπορώ να σας σκοτώσω. Κι αν δεν υπάρχει κανένας να αναλάβει την ευθύνη, την ευθύνη την ανέλαβα εγώ. Το εξιτήριο, το εξιτήριο. Αύριο θα έχω φύγει...” Και πέταξε χάμω όλους όσους τον κράταγαν σαν νάτανε ο Ηρακλής.
Τον έτσι τον βρήκαμε τ’ απόγευμα που πήγαμε με τον Αχιλλέα να του δώσουμε τα ρούχα. Μόνο που ήτανε ξαπλωμένος στο κρεβάτι, και δε μπόραγε να κουνηθεί.
Τον είχαν δείρει. Τον είχαν δείρει, όχι γιατί το ήθελαν. Φοβόνταν να τον δείρουν. Τον έδειραν γιατί δεν μπόραγαν να πράξουν αλλοιώς. Γιατί δεν μπόραγαν να τον ξεκολήσουν αλλοιώς από τα υπόγεια ιατρεία. Όλοι σκεφτόνταν την περίπτωσή του. Φοβόνταν να τον δείρουν. Ώσπου τους προκάλεσε αυτός. Έρριξε χάμω ένα ράφι με μπουκάλια. Παραλίγο να τάσπαγε όλα. Γιατί ο Έτσι ήταν έτσι και τους το έδειξε πως ήταν έτσι και μπορεί να τα σπάει όλα. Πέσαν απάνω του και τον συγκράτησαν. Φώναξαν ενισχύσεις. Ολόκληρο νοσοκομειακό στρατό για να τον πάνε πίσω στο κρεβάτι.
Του αφήσαμε τα ρούχα κρυφά κάτω απ’ το κρεβάτι και φύγαμε ήσυχα, όπως είχαμε έρθει. Μας είπε γειά χαρά. Ραντεβού αύριο βράδυ στο χορό.
Δε θυμάμαι ακριβώς πώς έγιναν τα πράγματα. Πάντως ο Έτσι κατάφερε να χέσει.
Δεν ξέρω αν έγινε το βράδυ ή το πρωί. Ο Έτσι κατάφερε να χέσει. Πολλά πολλά σκατά μαζί σ’ ένα μεγάλο μεγάλο καθήκι που τόχε βουτήξει από την πρώτη κιόλας μέρα και το φύλαγε μανιωδώς μέσα στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι.
Ο Έτσι βούτηξε το καθήκι λίγο πριν το μεσημέρι, λίγο πριν την επιθεώρηση του γκράντ καθηγητή. Κι έτρεξε.
Βρήκε τον καθηγητή και τους γιατρούς στο διάδρομο με γύρω τους τούς φοιτητές, αυτά τα γλειψιμέικα, που ίσως γίνουν, ίσως όχι καθηγητές. Αλλά ο Έτσι ήταν έτσι και επιπλέον κράταγε και το καθήκι. Και τους διέσπασε τον κύκλο και μπήκε στη μέση, και το καθήκι ήταν η δύναμη, και τα σκατά ήταν η δύναμη. Αυτός που μπόρεσε να χέσει. Και τα σκατά του ήταν μαύρα, αλλά στη μέση γίνονταν χρυσά, κι αυτό ησύχασε τον Έτσι. Κι έδωσε την χαρά στον Έτσι, και ο Έτσι ξαναμίλησε. - “Να τα σκατά μου φάτε τα. Μαύρα και χρυσά”.
Αυτοί ούτε που κατάλαβαν τον Έτσι, ούτε που τον πήραν είδηση. Είδαν μονάχα το καθήκι και τα σκατά. Κι έπεσαν με τα μούτρα στο καθήκι. Όλοι οι καθηγητές της ιατρικής μαζί με τον γκραντ καθηγητή, μαζί τους και ο Χηνάτος ο επιμελητής, κι οι φοιτητές μαζί, γύρω απ’ το καθήκι να συζητάν επιστημονικά για τα σκατά τα μαύρα και χρυσά κι όλη η προσοχή τους ήταν στο καθήκι. Ούτε που τον είδαν καν τον Έτσι. Ίσως να τον περάσανε κι αυτόνε φοιτητή. Παρ’ όλο που απ’ ότι ξέρω από τότε διέκοψε τας σπουδάς γιατί δεν είχε πια τι να κάνει. Παρ’ όλο που οι μπιτζάμες που του φόρεσαν είτανε κοντές, λίγο πιο κάτω από τους αγκώνες του φτάναν και λίγο πιο κάτω από τα γόνατα και το πηγούνι του ήτανε αξύριστο, 6,7 μέρες αξύριστος. Από τότε που θυμάμαι τον έτσι να άφησε γένια.
Ώσπου ο Έτσι βαρέθηκε να κρατάει το καθήκι. Τόβαλε στα χέρια του καθηγητή και πήγε να ξαπλώσει. Τούτη τη φορά χωρίς να του το πουν. Μάλιστα δέχτηκε και την επιθεώρηση, αρκετά αργότερα εκείνη τη μέρα, ένεκα το καθήκι και η επιστημονική συζήτηση για το σκατό, το μαύρο και χρυσό, κάνοντας τον ψόφιο τον κοριό. Απόλυτη ακινησία, όπως η ταμπέλλα.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:08 pm

Ο Έτσι τόσκασε κείνο το μεσημέρι. Το απόγευμα το μεταδώσαν στο ραδιόφωνο.
Αλλά ο Έτσι τόσκασε το μεσημέρι. “Επικίνδυνος ασθενής χρειάζεται επειγόντως χειρουργική επέμβαση. Όστις γνωρίζει δι αυτόν παρακαλείται...κλπ”.
Αλλά ο Έτσι τόσκασε το μεσημέρι. Πάνω που τέλειωσε το πρωινό επισκεπτήριο.
Φόρεσε τα ρούχα κι έκρυψε τις μπιτζάμες κάτω από το στρώμα.
Ο θάλαμος συμπάθησε τον Έτσι παρ’ όλο που όλοι ήτανε γέροι και βογγούσαν, παρ’ όλο που δεν ήταν γέροι και νομιζόντουσαν για γέροι.
όλος ο θάλαμος ήταν στο πλευρό του. Έτσι όταν έσκασε μύτη η νοσοκόμα. Γιατί είχε πέσει σήμα για τον Έτσι να τον περιφρουρούν. Τόξερε ο Έτσι, τόξερε κι ο θάλαμος. Αλλά δεν κάρφωσαν τον Έτσι. Μόλις μπήκε η νοσοκόμα, ο Έτσι άφησε το κρεβάτι του κι έπιασε το χέρι της διπλανής γιαγιάς. Και η γιαγιά του μίλησε, βρήκε τη δύναμη και του μίλησε. Κι η νοσοκόμα ήταν μύωψ, αυτή με τα χοντρά γυαλιά, και δεν εγνώρισε τον Έτσι, και πέρασε τον Έτσι για επισκέπτη. Και του είπε πως οι επισκέψεις τέλειωσαν και έπρεπε να φύγει. Και προθυμοποιήθηκε αυτή να τον βοηθήσει να βρει την έξοδο, όταν της είπε, δεν θυμάται πως μπορεί να βγει. Και τον συνόδεψε τον Έτσι η νοσοκόμα. Και δεν τον γνώρισε κανείς τον Έτσι. Κι έφτασε ο Έτσι στην έξοδο του Αχέπα.
Και παρ’ όλο που ήταν έτσι και τόξερε πως θα γινόταν έτσι, πως θα του τύχαινε μια νοσοκόμα μύωψ να τον βοηθήσει, δεν άντεξε άλλο, έπεσε κάτω, εκεί στην είσοδο. Αλλά και πάλι ξαναπερπάτησε, κι έπεσε και σηκώθηκε κι έφτασε μέχρι το αστεροσκοπείο. Και δεν έφτασε ποτέ στο σπίτι. Φαίνεται πως άραξε στο αστεροσκοπείο. Και τα ραδιόφωνα μουγκρίζανε για δαύτον, και μεις ανησυχούσαμε για δαύτον, κι εγκαταλείψαμε το σπίτι.
'Ωσπου τον είδαμε το βράδυ στο χορό. Να χορεύει με τη Δόξα. Πάντα συνεπής στο λόγο του. Πάντα συνεπής στα ραντεβού.
Ο Έτσι συνάντησε κείνο το βράδυ τη Δόξα και χόρεψαν. Χόρεψαν πολύ.
Όχι τη Δόξα δόξα, αλλά τη Δόξα, με γάμπα και βυζιά. Τη Δόξα που ‘τανε γυναίκα.
Χάρηκα που ο Έτσι χόρευε με τη Δόξα. Γιατί το ξέρω ο Έτσι αγαπά τις γυναίκες και δίνεται ολόκληρος σ’ αυτές, παρ’ όλο που οι γυναίκες ποτέ δεν τον κατάλαβαν, και πάντοτε τον πρόδιναν και όποτε τις χρειάζονταν γινόντανε καπνός.
Τον βρίσκαν ξάφνου σπαστικό τον Έτσι. Δεν τον αντέχανε τον Έτσι.
Κι όποτε χρειαζότανε βοήθεια, παρ’ όλο που δε γύρεψε ποτές.
Όμως εγώ δεν είμ’ ο Έτσι. Αλλά ο Έτσι είναι έτσι και εξακολουθεί να αγαπά, παρ’ όλο που τον άκουσα να λέει ότι αυτός δεν αγαπά. Κι ότι το “αγαπώ”, σημαίνει το “κατέχω”.
Γι αυτό είναι ώρες-ώρες που τον θαυμάζω τον Έτσι, που τον θέλω τον Έτσι και ας έχω φτάσει στο να μη μου επιτρέπεται να θέλω. Και θάθελα να είμαι πάντα σαν τον Έτσι. Αλλά ο Έτσι είναι Έτσι και το ξέρω πως δεν είμαι Έτσι εγώ.
Θα μπορούσε όλη αυτή η ιστορία να τέλειωνε εδώ. Όχι για τίποτα άλλο. Αλλά γιατί την καταγράφω από το πρωί και έδειωξα την κόρη μου να τρέχει τα σοκάκια. Κι ανησυχώ και πρέπει να την ψάξω. Γιατί τα σοκάκια εδώ Εξάρχεια και Αραχώβης έχουν αυτοκίνητα.
Όχι πως θα σταματήσω γιατί μου ήρθε το χαρτί της έξωσης. Αυτά τα έχω συνηθίσει πια. Έχω είκοσι μέρες...
Αλλά η ιστορία δεν τέλειωσε έτσι και θα συνεχιστεί.
Γιατί ο Έτσι βγήκε με τη Δόξα και πήγανε περίπατο. Κι ο Έτσι δεν είχε δύναμη κανονικά να περπατήσει. Αλλά περπάταγε αλαφρύς. Πιο αλαφρύς από τη Δόξα.
Και πήραν βόλτα τα στενά, τους δρόμους και τα πάρκα κι ήταν χαρούμενοι κι οι δυο, δημιουργώντας συγκινήσεις.
Έσπασε κείνο το κακότυχο στυφό ύφος του Έτσι και το χαμόγελό του φάνηκε πλατύ και φωτεινό. Της Δόξας ήτανε πολύ πιο εύκολο να του χαμογελά.
Αλλά η Δόξα ήτανε γυναίκα και στις γυναίκες είναι εύκολο το χαμόγελο, το γέλιο και το δάκρυ. Αλλά να τώρα που χαμογέλαγε ο Έτσι. Πιο αγνά και φωτεινά από τη Δόξα, κι ας του χρειάστηκε γι αυτό η Δόξα.
Και λέγανε, και λέγανε χιλιάδες ξεχασμένα κι αληθινά. Προχωρώντας ανάλαφροι κι οι δυο μες στην ομίχλη που έσπαζε το ολόγιομο φεγγάρι και τους φώτιζε. Γιατί ήταν πανσέληνος. Κι έφτασαν σιγά-σιγά και στο αστεροσκοπείο. Εκεί που φαίνεται πως την είχε βγάλει ο Έτσι που δε μπορούσε αλλό πια να περπατήσει. Και τον βρήκαν εκεί...
Δεν ξέρω που θα πάει, ούτε αν έχω πάθει. Ξεκίνησα απλώς να καταγράψω μια ιστορία με γιατρούς. Αυτή με το καθήκι, που τη θυμόμουν που και που και έσκαγα στα γέλια και μούρχονται και γράφω άλλα, και γράφω όπως μούρχονται. Μου φαίνεται πως γράφω έτσι που η ζωή και ο θάνατος του Έτσι μπαίνει στη μέση μόνη της σαν νάτανε ζωή και θάνατος δικός μου. Πέρασα στιγμές που έπιανα τον εαυτό μου να πονά ολόκληρος, να μουγκρίζει, και να μου έρχεται να ξεράσω, και να γυρνάω πίσω ξανά τον εμετό. Ήταν φρικτή εμπειρία η του Έτσι. Αλλά σας λέω ψέμματα.
Ήταν απλώς μια εμπειρία.
Κείνο το βράδυ ο Έτσι τα είχε δώσει όλα. Ήταν φοβερός αυτός ο Έτσι, ήταν μοναδικός. Έμοιαζε σα νάχε βγει από τα σπήλαια, απ’ τα λαγούμια η κάτι τέτοιο.
Αυτός δεν έμοιαζε με άνθρωπο, ούτε με τον δικό μου τον κροκάνθρωπο, ούτε με τίποτε γνωστό. Ήταν αέρας και φωτιά, γη και νερό συνάμα, μα είχε και κάτι άλλο.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:09 pm

Ίσως αυτό το κάτι άλλο, συν το σακάκι του Αχιλλέα που τον στήλωνε να μην άφησε τους άλλους να τον δουν όπως πραγματικά ήταν εκείνο το βράδυ. Εξόν από μένα που τον ξέρω και κατάφερα κάποια στιγμή να δω και να νοιώσω τη διαφορά.
Αλλά μονάχα μια στιγμή.
Αφεθήκαμε όλοι με τον Έτσι...
Ήταν μοναδικός αυτός ο Έτσι αν τόθελε, να σέρνει το χορό. Μας ξεφάντωνε και μας παλάβωνε. Μας έδινε ζωή κι αγάπη. Ήτανε γλύκα. Μας ένωνε, μας έκανε όλους ένα, όλους εμάς τους τόσο διαφορετικούς, ακόμα και τους άσχετους, τους στυφούς και τους σιχαμερούς τους έμπαζε στο κέφι. Ίσως από το τελευταίο αυτό να μη μπορούσε να γελάσει. Είχα βρεθεί κι άλλοτε έτσι με τον Έτσι. Μα κείνο το βράδυ ήταν άλλο. Μας σήκωσε όλους μας ψηλά. Γινότανε πανζουρλισμός, της μουρλής της παλαβής, του Αδάμ και της Εύας. Κι όμως δεν έσπασε τίποτα, ούτε ένα τασάκι.
Ούτε ένας παράταιρος ήχος, κάτι σαν κόρνα αυτοκινήτου ή σαν πηρούνια που βαράνε στα τραπέζια. Κι όμως υπήρχαν όλα αυτά. Ακόμα κι οι μουσικοί της ορχήστρας παρατήσανε αυτά που παίζανε συνέχεια, αυτά που θέλει ο κοσμάκης, και παίξαν τα δικά τους. Αυτά που θέλανε πραγματικά να παίξουν. Κι όμως εμείς ήμαστε ο κοσμάκης και δεν κλωτσήσαμε, ούτε που καταλάβανε τη διαφορά τ’ αυτιά μας.
Τη νοιώθαμε όμως στο είναι μας και πήγαμε ψηλά. Όπου η αίθουσα έχασε τον χρόνο και το χώρο της. Όπου, βρισκόμαστε να αγγιζόμαστε, να χαϊδευόμαστε, να ξεπετιόμαστε να χορεύουμε και να ξεφεύγουμε στο δικό του κόσμο ο καθένας και μες σ’ όλους τους κόσμους. Σα να είμαστε καπνισμένοι.
Κι όμως δεν είχαμε καπνίσει. Δεν εύρισκες τότε τέτοια πράγματα...
Κι ας έπαιζαν οι μουσικοί ο καθένας τα δικά του. Όλα ενορχηστρώνονταν μεταξύ τους παλαβά, απλά κι αρμονικά κι όλα ενορχηστρωνόνταν με τον Έτσι.
Ώσπου τον ξεχάσαμε τον Έτσι. Και δεν τον προσέχαμε τον Έτσι, και τον ξαναείδαμε τον Έτσι. Κι είδαμε πως ο Έτσι ήταν ο καθένας από μας, πως ήταν κάτι από μας, πως και αυτός ίδιος με μας, δεν ήταν διαφορετικός. Κι έγιν’ ο καθένας Έτσι. Κι όλοι το καταλαβαίναμε έτσι.
...Ο Έτσι ξεσήκωσε κείνο το βράδυ και τη Δόξα. Την πιο όμορφη στα μάτια του κοπέλλα. Κι ίσως την πιο απλή.
Την είχα παρατηρήσει τη Δόξα πιο παλιά να ρίχνει που και που ματιές στον Έτσι. Μα τον φοβότανε τον Έτσι και της φαινότανε. Κι ίσως να είχε δίκιο, γιατί ο Έτσι είναι έτσι. Κι υπάρχουν χίλια πραγματάκια μες στον Έτσι που τις φορτώνει τις γυναίκες, και τον φοβούνται οι γυναίκες, αυτές που έχουν εύκολο το γέλιο και το δάκρυ. Και τον αγαπάνε οι γυναίκες, και τον φοβούνται οι γυναίκες, και πάνω στην κρίσιμη στιγμή τον παρατάν. Ίσως και να φταίει και ο Έτσι, μα δεν αλλάζει αυτό τον Έτσι. Και αν ο Έτσι ήταν αλλοιώς ίσως να μην τον πλησιάζαν καν.
Ο Έτσι είναι έτσι, αλλά κι η Δόξα ήταν Έτσι. Κι όλοι το νοιώθαμε έτσι, κι ο καθένας ήταν Έτσι.
Και η Δόξα πήγε στον Έτσι. Πήγε και κείνος με τη Δόξα και χόρεψαν.
Ώσπου τον χάσαμε τον Έτσι. Εξαφανίστηκε κι η Δόξα. Και ξαφνικά δεν ήμασταν Έτσι, και δεν καταλαβαίναμε έτσι, δεν ήταν ο καθένας έτσι και γίναν όλα όπως πριν. Και να η αίθουσα στο χώρο, ξαναγυρίσαμε στο χρόνο, οι Μουσικοί ξανά τα ίδια και όλοι μας χώρια όπως πριν.
Ήταν σαν να πέρασε από δω ο Έτσι, και να μας έδωσε ζωή, και να γινήκαμε όλοι έτσι, και ξαναφεύγοντας ο Έτσι ρούφηξε όλη τη ζωή, παίρνοντας πίσω ότι είχε δώσει. Μαζί και μια σταγόνα απ’ τον καθένα. Ίσως του χρειαζόταν για νάχει τη δύναμη να περπατά, για το αίμα πούχε χάσει. Ίσως αυτό νομίζουν όλοι. Κι ίσως γι αυτό τον αποφεύγουν, τον βρίζουν και τον θεωρούν αλήτη. Ίσως το πήρα και γω έτσι. Αλλά τον ξέρω γω τον Έτσι. Και ήμουν πριν και γω σαν Έτσι. Θέλει κουράγιο νάσαι Έτσι.
Για να μπορείς να παραμένεις έτσι πρέπει να παίζεις την ψυχή σου.
Κι εγώ το ξέρω δεν είν’ έτσι. Και ο καθένας είν’ ο Έτσι.

Κι έφτασαν σιγά-σιγά και στο αστεροσκοπείο. Και τον βρήκαν εκεί.
Τον βρήκαν χάμω κει στα χόρτα.
Μα δεν κατάλαβε η Δόξα. Βρήκε τον Έτσι παγωμένο. Θαρρεί πως ξάπλωσε με πτώμα.
Και τη μπλακώνει τρόμος μέγας. Κι έτρεξε πίσω στη μαμά της και στ’ άλλα καταφύγιά της. Κι έμειν’ ο Έτσι μοναχός του. Και του εστύφωσε το γέλιο. Και ξαναμπαίνει στ’ άλλο σώμα. Παρά που στύφωσε το γέλιο.
Έπαψε πια να δείχνει πτώμα.

Τόξερα πως ο Έτσι θα το κατάφερνε να επιβιώσει. Τόξερα από τότε που δεν τον άφησα να αιωρείται και τον σπρώξαμε απαλά πα στο κρεβάτι. Εκείνο που δεν ξέρω και φοβάμαι πολύ, είν’ αυτό που θάναι πια ο Έτσι.
Αν ο Έτσι θάναι έτσι, κι αν μπορεί να παραμείνει Έτσι.

Τα πάντα γύρω με κουράζουν, τα πάντα γύρω με κουμπώνουν, τα πάντα γύρω με τρυπάνε. Ακόμα κι οι πευκοβελόνες. Ακόμα και τα τζιτζίκια μου θυμίζουν το μονότονο ήχο των κομπρεσέρ. Το χωριό στην πόλη, η πόλη στο χωριό. Η ζωή μου όλη.
Χειμώνες καλοκαίρια. Στο χωριό τα τζιτζίκια, στο βουνό τα τζιτζίκια, στο πατάμι τα βατράχια, στη θάλασσα τα ψάρια, στα σοκάκια οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι!
Οι άνθρωποι δεν είναι στα σοκάκια. Ακόμα και τα φρίκια. Στην πόλη! στην πόλη! Δεν υπάρχουν πια σοκάκια. Τα κομπρεσέρ!!!
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:10 pm

Τα παιδιά, τα παιδιά. Τα παιδιά που μεγαλώνουν και μαθαίνουν. Μεγαλώνουν και μαθαίνουν. Δεν έχω τίποτα πια να μάθω απ’ το παιδί μου.
- Και θα το στείλεις και σχολείο;
- Πώς να το κάνω να ξεμάθει!
Πώς να με κάνω να ξεμάθω!
Να κουβαλάω το καρότσι, και νάχεις αποπάνω και τη Γώγου να σούρχεται, να σου τα σπάει και να λέει
Εδώ ο κόσμος πεινάει ʼσιμε και συ θα κάνεις ΚΡΟΚ.
Νάχα τη δύναμη του Έτσι. Αλλά ο Έτσι είναι Έτσι; Μπορεί και παραμένει Έτσι; Δεν ξαναείδε πια τη Δόξα. Ούτε και γω την ξαναείδα. Ίσως να έφταιξε κι η Δόξα. Δεν είχε που να καταφύγει. Μάλλον θα την έβγαζε στα χόρτα εκεί χάμω στο αστεροσκοπείο. Και δεν υπήρχε και το σπίτι. Δεν ήταν ούτε καλοκαίρι.
Ίσως να έτρωγε στη λέσχη.
Αυτός δεν είχε ούτε κουβέρτα. Και τόσα χρόνια που τον ξέρω αυτός δεν είχε σλήπινγκ μπαγκ. Έτσι τον ήξερα τον Έτσι. Πάντα δοσμένος μες στα όλα.
Πάντοτες έψαχνε τους πάντες και δεν τον έψαξε ποτέ κανείς. Έμπαινε μέσα στη φωτιά και προσπαθούσε να κρατήσει αναμμένη και την τελευταία σπίθα. Μήπως γινότανε σπινθήρας. Γι αυτό δεν έσπασε ποτέ προτελευταίος. Και επερνάγαν καλοκαίρια...Όλοι πηγαίναν ταξιδάκια. Κι αυτός να ζει με το κουφάρι. Παρέα με το θάνατό του καθισμένος καταγής να περιμένει...να περιμένει...
Όπως σ’ εκείνα τα υπόγεια.
Γι αυτό σου έκλεισα την πόρτα Pitt. Γιατί δεν είμ’ εγώ ο Έτσι. Ούτε η δύναμη του Έτσι. Εγώ ξανά δεν περιμένω. Ξέρω πως δεν υπάρχει τίποτα να περιμένω.
Ο ένας θάνατος του Έτσι, ήταν εκείνος με τη Δόξα. Δεν ξέρω αν έζησε ξανά κι άλλους θανάτους.
Πάντως ξαναπήγε στο ΑΧΕΠΑ. Ίσως γιατί τον ξαναπιάσαν πόνοι. Ή ήθελε να πάρει το χαρτί του εξιτήριου, για να πληρώση τα λεφτά η λέσχη και να μην κυνηγάν τους φίλους του που υπόγραψαν γι αυτόν. Ή ίσως ήθελε να ξαναδεί το καθήκι.
Ή όλα αυτά μαζί. Πάντως τη μούρη του επιμελητή δε νομίζω πως ήθελε να την ξαναδεί. Για να μην το φλυαρήσω. Έπεσε ακριβώς πάνω στο Ζητλάκο (ή όπως αλλοιώς τον λένε) με τους βοηθούς του και τους φοιτητές μαζί μαζωμένους στο διάδρομο εκεί στο ίδιο το σημείο που κρατούσε κείνος το καθήκι.
Πετάχτηκαν οι ασθενείς επάνω και του φωνάζαν και τρέξανε κι οι νοσοκόμες, οι φοιτητές τον ζώσαν γελάγανε και οι βοηθοί, όλοι χαίρονταν που τον ξαναείδαν.
Τον ξαναείδαν ζωντανό. Αλλά εκείνος ο Σιμπάκος!!!
Μόλις τον είδε του ανάψαν τα γλομπάκια.
- Τι θες εδώ αλήτη, βρωμερέ, μίασμα της κοινωνίας. Φύγε από δω. Πετάξτε τον έξω.
Δεν ντρέπεσαι τρισάθλιε και είσαι και φοιτητής. Φέρθηκες σαν κοινός δραπέτης.
Ήρεμα ο έτσι απαντά.
- Εγώ όμως ξαναγύρισα, ένας δραπέτης δεν ξαναγυρνά.
- Τόσο το χειρότερο για σένα αναρχικέ αντάρτη. Ήρθες εδώ να ξαναανάψεις φωτιές.
- Ήρθα εδώ απλά για να πάρω εκείνο το χαρτί που μ’ αρνηθήκατε και να ακούσω τις ιατρικές σας συμβουλές γιατί δε νοιώθω καλά. Ίσως και να χρειαστεί να ξαναεισαχθώ.
- Εσύ εδώ; Ποτέ. Να ψοφήσεις τομάρι.
- Μα εγώ είμαι άρρωστος. Μπορεί ένας άρρωστος να μην καταλαβαίνει τι κάνει.
Ένας γιατρός πρέπει να στέκεται πιο πάνω από τον άρρωστο και να βοηθάει, η αλήθεια, η ανθρωπιά, ο Ιπποκράτης, το ιατρικό λειτούργημα που πάνε. Πέστε μου τουλάχιστο τι φάρμακα να παίρνω. Αν κάνει να τρώω, αν κάνει να πίνω, ή να καπνίζω. Γιατί πονάω φρικτά.
Η απάντηση ήταν
- Πετάξτε τον έξω. Και τον πέταξαν. Ακόμα και αυτοί που γέλασαν, που χάρηκαν που τον ξαναείδαν. Όλοι τους αμέσως προσαρμόστηκαν με τη γνώμη του Ζαρβλάκα.
Αλλά αυτός ξαναγύρισε από άλλο διάδρομο και γύρεψε τον Διευθυντή.
Και του γύρεψε το χαρτί. Και τούπε πως θα πρέπει να είναι περήφανος γι αυτόν, γιατί η περίπτωσή του αποδεικνύει ότι το ίδρυμα ΑΧΕΠΑ θεραπεύει και μάλιστα μέσα σε τρεις μέρες που είναι χρόνος παγκοσμίου ρεκόρ για ασθενείς με την δική του κλινική περίπτωση. Και ότι υπάρχουν κι εξαιρέσεις σ’ ότι αφορά την καθημερινή δολοφονία των ασθενών.
Ο Διευθυντής το βρήκε αυτό αστείο. Και τούδωσε το χαρτί, υποχρεώνοντας και το Σουπάκο να υπογράψει.
Αλλά δεν ήξερε να του δώσει ιατρικές συμβουλές. Γιατί αυτός είναι Διευθυντής και έχει διοριστεί για να διευθύνει και δεν έχει επιφορτιστεί με την αρμοδιότητα να γιατρεύει. Δεν έχει σημασία αν είναι ο ίδιος γιατρός ή όχι, δεν έχει επιφορτιστεί...
Πάντως ο Έτσι σκέφτηκε ότι καμμιά φορά ένας Διευθυντής επιφορτισθείς ή μη επιφορτισθείς είναι προτιμότερος από τους διευθυνόμενους κι αυτούς που θέλουσι να είναι διευθυνόμενοι και δεν εννοούσε τον Τραμπάκο, αλλά τους λοιπούς που χάρηκαν αλλά αμέσως προσαρμόστηκαν.
Αλλά ο Έτσι δεν ήταν πια έτσι. Ήτανε μια κοινοτυπία. Πως γίνεται να ενεργήσει έτσι ένας Έτσι; μπαίνοντας μέσα στα γρανάζια για να πάρει ένα χαρτί και να γυρέψει ιατρικές συμβουλές. Και το χειρότερο. Έφτασε στο σημείο ν’ ανοίξει και διάλογο. διάλογο με τα γρανάζια. Πάντως το χαρτί το πέταξε στην έξοδο.
Σκέφτηκε: “Αφού δεν υπάρχει πια το σπίτι που να τους βρουν για τα λεφτά...”
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:11 pm

Μα δεν αλλάζει τίποτα μ’ αυτό στον Έτσι που δεν είναι πια ο Έτσι. Κι ας τον περνάνε για τον Έτσι όσοι τον ξέρουν και τον νομίζουνε σαν Έτσι.
Πήρε πολύ καιρό στον Έτσι (όχι στον Έτσι που ξέρω, αλλά σ’ αυτόν που ονοματίζω απλώς Έτσι) για να συνέλθει.
Ίσως είχε φάει απότομα αφότου τόχε σκάσει και δεν το σήκωνε ο οργανισμός του, δεν μπόραγε το στομάχι του να τ’ αφομοιώσει και τούχανε κολλήσει τάντερα.
Δεν μπορούσε να χέσει τρεις ολόκληρες βδομάδες. Δεν μπορούσε καν να κλάσει.
Τούχανε βουλώσει όλες οι τρύπες. Ακόμα και το στόμα του το κράταγε επίμονα σφιχτό μη τύχει και του έρθει εμετός. Να τον κρατήσει και να τον καταπιεί.
Φοβότανε να πάρει χάπια, δεν ξαναπήγε σε γιατρό, φοβότανε να πιεί, φοβόταν να καπνίσει, φοβότανε να φάει, μονάχα κάνα γαλατάκι που και που.
Τον εβρήκα ένα βράδυ στην παραλία, στο Λευκό Πύργο, κάτω από το μνημείο, στην ίδια πάντα θέση να προσπαθεί να χέσει. Ήξερα πως κοιμόταν κατά κει. Μόνο που τώρα είχε εργαλεία. Είχε καταφέρει να κλέψει ένα κουταλάκι κι ένα κατσαβίδι και προσπαθούσε μ’ αυτά να σπάσει το σκατό. Όχι να το βγάλει. Να το σπάσει.
Γιατί αυτό δεν ήτανε σκατό ούτε που έμοιαζε με τέτοιο. Ήταν πιο χοντρό κι από γλυκό σουτζούκι, από αυτό με τα καρύδια μέσα, μόνο που δεν ήταν λείο κι είχε κι εξογκωματάκια. έμοιαζε και λίγο με τον Πύργο που υπήρχε από πίσω. Και δεν υπήρχαν και υγρά. Και δεν υπήρχαν και υγρά. Δεν πλησίαζαν καν οι μύγες.
Ίσως ήμουν πικραμένος, ίσως επηρρεασμένος απ’ αυτό το περιστατικό, που όταν τον επόμενο χρόνο άνοιξα τη μπουάτ, επάνω στον ίδιο αυτό πύργο, που είναι δίπλα στο σκατό του Έτσι, (όπως ακριβώς το Πολυτεχνείο είναι δίπλα στο Μουσείο) έβγαλα μια αφίσα όπου είχα ζωγραφίσει έναν τύπο που του έμοιαζε του Έτσι.
Πολύ λεπτό, πολύ ψηλό κι αδύνατο. Να πατάει τόνα πόδι χάμω στο σημείο που υπάρχει το σκατό. Και τάλλο πόδι του ψηλά. πάνω στον πύργο. Κι ο πύργος να βουλιάζει και να σπα. Δε σεβάστηκα θα μου πείτε το μνημείο, αλλά εγώ έχω ενοχές που πάτησα και το σκατό. Και το σκατό αυτό αξίζει. Και δεν αξίζει το Μνημείο. Και το σκατό αυτό υπάρχει. Κι είναι δίπλα του ο Πύργος. Και μη μου διανοηθείς ποτέ να τ’ αντιστρέψεις, πως το σκατό είναι δίπλα στον Πύργο. Ο Πύργος είναι δίπλα στο σκατό.
Γιατί δεν ήταν τίποτα για τον Έτσι κι ας μην ήταν πια ο Έτσι, έστω και χωρίς τη δύναμη του Έτσι. Του ήταν πολύ πιο εύκολο το να γκρεμίσει τον Πύργο, πολύ λιγότερη δύναμη του χρειαζόταν, απ’ το να βγάλει το σκατό.
Έτσι όπως ήταν αφοσιωμένος, συσπασμένος και σφιγμένος, να το κρατάει προς τα έξω, ολόκληρος στρατός να πέρναγε από πάνω του, όλα τα τανκς του Παπαδόπουλου δεν μπορούσαν να του κάνουν τίποτα. Ούτε καν να τον αγγίξουν. Κι ύστερα λένε για το Πολυτεχνείο. Για τους ηρωικούς νεκρούς όπου μονάχα ένα τανκς τους έκανε καλά. Και τους τιμούν και λιβανίζουν, και κάνουν και τας επετείους και παπά-παπαγαλίζουν τα ίδια ιερά, που δεν είναι ιερά, γιατί δεν είναι καν σκατά.
Και στήσανε κι ένα κεφάλι, ένα ηλίθιο κεφάλι, ωσάν το θλιβερό τους τέλος, και νεκρών, και ζωνεκρών και νεκροζώντανων ανθρώπων και θεσμών.
Μα το σκατό αυτό υπάρχει. Μα το σκατό εκείνο ζει και χωρίς να οδηγεί.
Το Μεγαλύτερο μνημείο. Γιατί δίπλα στο σκατό υπάρχει ο Λευκός Πύργος. Και τον Πύργο τον επισκέπτονται πολλοί όχι όπως επισκέπτονται το Πολυτεχνείο. Αλλά εκείνο το σκατό δεν το επισκέπτεται ποτέ κανείς. Το σκατό λοιπόν αξίζει ίσως περισσότερο απ’ όλα. Και το σκατό αυτό δεν σπάει. Είναι σκληρότερο από πέτρα.
Μονάχα τούτος δω ο Έτσι έστω και χωρίς τη δύναμη του Έτσι κατόρθωσε να σπάσει το σκατό και να το βγάλει για να το στήσει. Κι είναι στην ίδια πάντα θέση που προσπαθούσε για να χέσει.
Γι αυτό εκείνο το σκατό το αναφέρω μόνο εγώ και δεν υπάρχει στα βιβλία.
Κι ας μην είμαι εγώ ο Έτσι. Ούτε είμαι σαν τον Έτσι.
Μα βρήκα τη δύναμη και γω
και πάτησα και το σκατό.
Αυτό ήτανε λοιπόν. Η τέλεια πράξη ολοκλήρωσης. Ήταν Νιρβάνα ήτανε Ζεν.
όπου το πράξαμε μαζί αυτός ο Έτσι και εγώ
όπου μπορέσαμε κι οι δυο
αυτός να σπάσει το σκατό και να το βγάλει
και γω να το πατήσω.
Μα το σκατό αυτό υπάρχει. Το ωραιότερο μνημείο. Μα δεν υπάρχει πια για μας. Εμείς το σκοτώσαμε. Υπάρχει μοναχά για σένα που διαβάζεις.
Θα βρεις και συ τη δύναμη του Έτσι, θα ανακαλύψεις το δικό σου το σκατό;
Μπορείς να παίξεις την ψυχή σου. Να την παίξεις σαν τον Έτσι αλλά στο δικό σου τριπ.
Στον Έτσι έτυχε έτσι. Συμβάν πραγματικό. Γιατί όλα στον Έτσι υπήρξανε πραγματικά. Μπορεί σε σένα νάναι αλλοιώς, διαφορετικά. Μα το σκατό υπάρχει.
Δεν πρόκειται να σου φωνάξω πια “Γιατί φοράς κλουβί”. Δε θα σε σταματώ στο δρόμο για να σου λέω “Καλημέρα”. Δεν πρόκειται ξανά να σε τρομάξω. Ούτε θα σου πω πως το ύφος σου είναι πάντα ίδιο. Ούτε θα σου θέσω αινίγματα, όπως το “Πάνω κάτω περπατάνε και τα χόρτα το μασάνε. Τι είναι; “Ούτε θα σε ρωτήσω “Τι έχεις κάνει στη ζωή σου”. Ούτε πια θα σε φοβίσω με το να σου πω πως “Πρέπει να με καταδώσεις, γιατί αλλοιώς θα πας φυλακή, γιατί εγώ είμαι τρομοκράτης κι αν δεν το πιστεύεις σου το λέω εγώ. Και γι αυτό πρέπει να με καταδώσεις, διότι είσαι υποχρεωμένος, διότι και αυτό το νόμο τον εψήφισες και συ ο ίδιος”.
Περαστικέ διαβάτη…“Μη περπατάτε ανάποδα. Η ζωή έχει αντίθετη κατεύθυνση”, “Τρομοκρατήστε τον τρόμο σας” και τέτοια κάποτε που πέταγα δε θα στα ξαναπώ.
Ούτε θα σου το λέω με χαμόγελο το “Καλησπέρα σας...Πως είστε..Από τι πάσχετε”. Και συ να μου κομπλάρεις, να επιταχύνεις το κουρδιστό σου βάδισμα, βουβός ή και θιγμένος ελαφρά ή και βαρειά, το ίδιο κάνει. Και που και που να απαντάς ειρωνικά “Πάντως όχι απ’ ότι πάσχεις εσύ”. Μονάχα ένας που ρώτησα στους χίλιους μου απάντησε, κι ήτανε γέρος και αλήτης.
Από τι πάσχω; Μα δεν ξέρεις; Α...σ...φ...υ...ξ...ί...α. Πάσχω από...Α...σ...φ...υ...ξ...ί...α...
Μα δεν καταλαβαίνεις...Α...σ...φ...υ...ξ...ί....α.
Γιατί να σου ξαναμιλήσω, εσύ δεν θάπαιρνες χαμπάρι. Δεν είσαι καν γέρος κι αλήτης. Ούτε όταν ορυόμουν “Μην πατάτε τις κάλτσες σας, είναι φρικτό αυτό που κάνετε”, κατάλαβες τίποτα. Απλώς κοίταζες ενστικτωδώς τα πόδια σου, έμπλεκες το λογικό κεφάλι σου με δαύτα, μπλεκόσουν και συνήθως έπεφτες, κι αν ήσουνα και μάγκας κι ένοιωθες τα μπράτσα σου γερά ερχόσουν για καυγά. Ή φώναζες τους μπάτσους. Λες και θα μ’ έκανες καλά ανόητε. Και όλα αυτά γιατί έθεσα ερώτημα στο τετράγωνό σου το κεφάλι “Γιατί πατάς τις κάλτσες σου”. Πράγμα που συμβαίνει.
Ούτε και τότε που πήρα ένα κορδόνι και τόδεσα στο δέντρο και σούκοβα τ’ αυτόματό σου βήμα κρατώντας την άλλη άκρη και τεντώνοντάς το δέκα πόντους πάνω απ’ το πεζοδρόμιο και σούφραζα το πέρασμα προσπαθώντας να σε ξεκουνήσω. Ούτε και τότε ανόητε. Ηλίθιε αυτόματε. Παρ’ όλο που σε είχε τσούξει τότε πιο πολύ δεν στάθηκες καν να ψάξεις. Έκανες ακριβώς τα ίδια.
Δε θα κρατάω πια ένα μπαλάκι. Ένα μικρό-μικρό μπαλάκι. Να στο πετάω και να λέω “Μία κεφαλιά, ποιός θα κάνει; Μία κεφαλιά. Δεν κερδίζετε τίποτε! κερδίζετε πολλά! Με μία κεφαλιά! Μόνο ένας δεν προσπάθησε να τ’ αποφύγει και πήδηξε για κεφαλιά και έκανε την κεφαλιά. Και θάταν καταπληχτικά! Μα ήτανε κι αυτός μουρλός κι αλήτης σαν και μένα. Κουρδιστέ ηλίθιε, φοβιτσιάρη εμετέ, πατημέμο σκουλήκι. Εσύ προσπάθησες να με λυντσάρεις! Όταν με βρήκες πίσω από τα κάγκελα. Όχι απ’ έξω και μπροστά, καθ’ ότι με φοβόσουν όταν ήμουνα μπροστά. Ένας εγώ. Εσύ εκατομμύριο και με φοβάσαι ακόμα. Με βρήκες από μέσα και ξεθάρρεψες.
Βρήκες αφορμή που σούθιξα τα ιερά σου κάγκελλα που τάχεις σαβανώσει με τα σιχαμερά σου χνώτα και κόβεις και λουλούδια, τι σου φταίνε τα λουλούδια;
Γιατί κρέμασα ταμπέλλα που σε πρότρεπε να κλάσεις ελευθέρως! και σούθιξα τα ιερά. Ακριβώς αυτό. Τα ιερά! Δικά σου λόγια είναι. Αλλά το είδα πως εσύ ούτε να κλάσεις δε μπορείς. Γιατί λοιπόν να σου μιλώ. Αρκετά ξοδεύτηκα μαζί σου.
Μόνο που καμμιά φορά το σκέφτομαι. πώς γίνεται, ενώ ακόμα παραμένει άλυτο το πρόβλημα της γεωμετρίας περί του τετραγωνισμού του κύκλου, όλοι σχεδόν οι άνθρωποι που συναντώ στον δρόμο, να έχουνε τετράγωνο κεφάλι αντίς για στρογγυλό. Ίσως το πρόβλημα να λύθηκε αφ’ ότου οι αστυνόμοι πήρανε μαθήματα και κυκλώνουν τα τετράγωνα. Αλλά αυτό είναι το ανάποδο από αυτό που λέω εγώ για τετραγωνισμό του κύκλου, ή τετραγωνισμό στρογγύλης κεφαλής. Αλλά μήπως και η ζωή δεν έχει αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτή που περπατάν αυτοί με τα τετράγωνα κεφάλια; E; Tι λες και συ στρογγυλέ. Ή μήπως δεν υπάρχεις ούτε συ.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

ΠροηγούμενηΕπόμενο

Επιστροφή στο βιβλία

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron