βιβλία

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

...o καλύτερος φίλος του ανθρώπου...ας συζητήσουμε για φίλους εδώ!

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:30 pm

Σκηνή (Ι): Φώτα...φώτα ξανά.
Βράδυ. Πίσω στο ιατρείο. Ο Λειμώνας κάθεται στο γραφείο. Ο Έτσι απέναντί του σε καρέκλα. Τα μπουκαλάκια με τα χάπια πάνω στο γραφείο.
Λειμώνας: - Δε μου λες παιδί μου είσαι φοιτητής;
Έτσι: - ;;;…
Λεμόνας: - Μα εδώ λέει πως είσαι φοιτητής και παράτησες σπουδές.
Έτσι: - ;;;…
Λεμόνας: - Παράτησες σπουδές γιατί; Και ήσουνα και στο πτυχίο...
Έτσι: - Δεν ξέρω, δεν ξέρω, με κυνηγάνε!!...
Λεμόνας: - Ποιοί σε κυνηγάνε παιδί μου. Οι φασίστες, οι αστυνομικοί, η μαμά σου;
Ποιοί σε κυνηγάνε;
Έτσι: - ;;;…
Λεμόνας: - Οι αριστεροί…; Ποιοι σε κυνηγάνε…;
Έτσι: - ;;;…
Λεμόνας: - Μήπως είσαι αναρχικός. Έχεις κάνει και φυλακή. Σου κάναν τίποτα στη φυλακή;
Έτσι: - ;;;…
Λεμόνας: - Είσαι και πέντε χρόνια ανυπόταχτος. Τι θα κάνεις μ’ αυτό; Μπορείς να μου πεις;
Έτσι: - ;;;…
Λεμόνας: - Αυτά εδώ τα χάπια ποιός σου τάδωσε;
Έτσι: - Ο γιατρός.
Λεμόνας: - Ο γιατρός; Ποιός γιατρός. Και πέρνεις τέτοια χάπια;
Έτσι: - Εγώ όχι, ο γιατρός, η θειά μου, αυτοί ξέρουν.
Λεμόνας: - Μα ποιός γιατρός, ποιά θειά σου. Είναι καλός γιατρός;
Έτσι: - Όχι, είναι γιατρός. Είναι άσχετος. Αυτός δε μπορεί να δει.
Λεμόνας: - Εσύ βλέπεις;
Έτσι: - Φυσικά. Εγώ δεν είμαι άσχετος.
Λεμόνας: - Δηλαδή εγώ που είμαι γιατρός είμαι άσχετος;
Έτσι: - Υπάρχεις γιατί υπάρχω εγώ.
Λεμόνας: - Δεν μου λες παιδί μου τον Διοικητή γιατί τον έδειρες.
Έτσι: - Εγώ δεν έδειρα κανένα.
Γιατρός: - Είσαι λοιπόν ειρηνιστής.
Έτσι: - Όχι.
Γιατρός: - Μα τον έδειρες. Δε μπορεί να μην τον έδειρες.
Έτσι: - Όχι. Αυτός μου πήρε το καρέκλι...
Γιατρός: - Ποιο καρέκλι παιδί μου, μήπως εκείνο το ρόπαλο;
Έτσι: - Καρέκλι είναι, καρέκλι, και παρακαλώ να μου το δώσετε.
Γιατρός: - Μα τι το θες το πως το λες καρέκλι, σου είναι απαραίτητο;
Έτσι: - Ναι. Το έχω για να κάθομαι και να στηρίζομαι όταν ταξιδεύω...
(Μαζεύονται όλες οι μπλούζες ολόγυρα).
Γιατρός: - Μα δείξε μας τέλος πάντων για να δούμε και μεις. Πώς το κάνεις...
Έτσι: - Δε μπορώ. Δε μπορώ γιατί εγώ βλέπω, εσείς δε βλέπετε. Εσείς είστε αυτόματα κουρδισμένα, είστε ανδράποδα. Εγώ βλέπω εσείς δε βλέπετε. Μη με παιδεύετε.
Δώστε μου πίσω το καρέκλι.
Μπαίνει μέσα ο Μπιχλιμπίδας. Στέκεται όρθιος δίπλα στο Λειμώνα και του δίνει το χαρτί με το ποίημα.
Λειμώνας στο Μπιχλιμπίδα: - Λέει πως τον παρακολουθεί γιατρός κι έχει μαζί του χάπια. Πολύ δυνατά χάπια.
Μπιχλιμπίδας στον Έτσι: - Ρε συ τι κάνεις. Είσαι καλά παιδί μου; Δεν πιστεύω να σε χτύπησαν αυτοί ε; Δε σε χτύπησαν πολύ ε;
Έτσι στον Μπιχλιμπίδα: - Δώσε μου το καρέκλι. Δώσε μου το καρέκλι πίσω. Δε θα φύγω χωρίς το καρέκλι.
Διοικητής (Του ανάβουν ξαφνικά τα αίματα): - Μα ποιός σου είπε πως θα φύγεις από δω τσογλάνι. Που μου πουλάς εμένα τρέλλα.
Και βγαίνει βροντώντας πίσω του την πόρτα.
Λειμώνας: - Έλα ησύχασε. ʼστον αυτόν. Έχει πειραχτεί για το επεισόδιο. Αλλά κατά βάθος είναι καλός άνθρωπος. Όλοι είναι καλοί άνθρωποι εδώ. Δεν τρώμε. Μη φοβάσαι θα περάσεις όμορφα εδώ. Θα σου δίνουμε αν θέλεις και μερικά χαπάκια.
Όχι πάντως αυτά. Θα τρως και θα γυμνάζεσαι. Σε λίγες μέρες θα μας συνηθίσεις.
Έτσι: - ...Αν μου τόχε ζητήσει, και τόχε ανάγκη όπως τόχω εγώ. Και τόθελε πραγματικά και μου το ζήταγε. Μπορεί και να το έδινα. Αλλά αυτός το πήρε. Και αυτός είναι αυτόματο, και αυτός δε βλέπει, και αυτός δε το χρειάζεται και θέλει να το καταστρέψει. Και δεν του το δίνω και θα το πάρω πίσω. Και χωρίς αυτό δε φεύγω.
Γιατρός: - Ησύχασε. Εδώ υπάρχει γραφειοκρατία. Θα φύγεις. Αλλά δεν μπορείς να φύγεις πριν από δυο μέρες. Δεν έφυγε κανένας από δω πριν από δυο μέρες. Και κράτησε αυτά τα χαρτιά και μην τα χάσεις. Διότι εσένα μπορεί να μη σου λένε τίποτα τα χαρτιά, αλλά εδώ είναι αλλοιώς και κράτα τα χαρτιά. Και θα φροντίσω εγώ προσωπικά να περάσεις αύριο από επιτροπή. Και θα κοιμηθείς εδώ, και μην κάνεις φασαρίες. Και σου δίνω το λόγο μου πως μεθαύριο θα φύγεις. Δε μου λες αυτό εδώ είναι δικό σου;
Και του δείχνει το ποίημα.
Έτσι: - Ναι ήταν, αλλά όχι πια.
Γιατρός (Απλώνοντας ένα χαρτί και στυλό): - Σε παρακαλώ γράψε μου κάτι.
Έτσι: - Να γράψω γιατί;
Γιατρός: - Έτσι για να δω πως γράφεις. Γράψε μου ένα άλλο ποίημα..
Έτσι: - Αδύνατο. Δε γίνεται...!
Γιατρός: - Γιατί, αφού έγραψες αυτό εδώ. Γράψε κάτι άλλο. Κάτι άλλο δικό σου. Να το χαρτί. Γράψε!!
Έτσι: - Αδύνατο δε γίνεται...! Δε γράφω...
Γιατρός: - Μα γιατί;...
Έτσι: - Γιατί έτσι, γιατί είναι δικά μου. Και γράφω για μένα...
Λειμώνας: - Τότε θα σου λέω εγώ και συ θα γράφεις...γράψε “έξω βρέχει”...
Ο Έτσι γράφει “...έξω βρέχει...”
Γράψε: “δε θέλω να πάω στρατιώτης...”
Ο Έτσι χωρίς να τον κοιτάξει συνεχίζει “δε θέλω να πάω στρατιώτης...”
Λειμώνας (Αφού κοιτάζει πρώτα το γραφτό): - Πάει καλά.
Φωνάζει εκείνους με τις μπλούζες. Πλησιάζουν κρατώντας μια τεράστια σύριγγα.
Λειμώνας: - ʼκουσε παιδί μου! Θα σου κάνουνε μια ένεση για να κοιμηθής. Μη φοβάσαι δεν είναι τίποτα. Απλώς να κοιμηθείς.
Ο Έτσι βλέπει τη σύριγγα με το κοκτέιλ. Πετάγεται απάνω και βουτά τα μπουκαλάκια με τα χάπια τα ξεχασμένα πάνω στο γραφείο. Και πριν προλάβουν να τον σταματήσουν ανοίγει ένα ένα τα τέσσερα τα μπουκαλάκια. Ρίχνει στη χούφτα του δυο τρία απ’ το καθένα και τα καταπίνει. Και ήτανε των 50, 100 και βάλε mg.
Τρέχει στο νιπτήρα γεμίζει τις χούφτες του νερό και πίνει. Αναστάτωση...
του παίρνουνε τα μπουκαλάκια. Η σύριγγα αιωρείται στον αέρα. Ο Λειμώνας παγώνει. Νεύει στον μπλουζάκια με τη σύριγγα να φύγει. Ο συριγγάκιας βγαίνει. Πλησιάζουνε τον Έτσι.
Λειμώνας: “ʼνοιξε το στόμα σου”. Το ανοίγει. “Τη γλώσσα...σήκωσε τη γλώσσα…”
Προς τους άλλους “Πηγαίνετέ τον να κοιμηθεί...αλλά πρώτα να πάει να πλυθεί”.
Ο Έτσι κουνάει το κεφάλι του αρνητικά. (Πρώτη φορά είχε πάρει τόσα χάπια.
Αλλά τα είχε καταπιεί. Προηγουμένως έκανε πως έπαιρνε, τα έβαζε κάτω από τη γλώσσα και τα έφτυνε. Αλλά τότε είχε να κάνει με φρουρούς...Τώρα τα κατάπιε.
Προκειμένου να απόφευγε την ένεση...!)
Έτσι: - Δε νυστάζω. Θα κάτσω εδώ. Και δεν πάω να πλυθώ. Και θα μου δώσεις πίσω τούτο το χαρτί μου.
Και βουτά απ’ του γιατρού τα χέρια το χαρτί το μισοξεσκισμένο με το περιβόητο ποίημα.
Λειμώνας: - Σε παρακαλώ. Αυτό εδώ το θέλω. Το χρειάζομαι για λόγους επιστημονικούς. Το χρειάζομαι για τα αρχεία. Δωσ’ μου το πίσω και σου δίνω το λόγο μου.
Θα φροντίσω εγώ να φύγεις. Αύριο κιόλας.
Έτσι: - Όχι. Δε γίνεται. Το χαρτί το θέλω.
Λειμώνας: - Μήπως μπορείς να μου το ξαναγράψεις...Σου δίνω το λόγο μου. Αύριο θα φύγεις. Και δεν πρόκειται να σου κάνω ένεση...
Ο Έτσι χωρίς κουβέντα κάθεται στο γραφείο στη θέση του γιατρού. Παίρνει το χαρτί και το στυλό και γράφει.
Λειμώνας: - Μα εσύ δεν ήθελες να γράψεις πριν τίποτα δικό σου.
Έτσι: - Αυτό μου το πήρατε. Έπεσε στα χέρια σας και το μολύνατε. Δεν είναι πια δικό μου. Εγώ θέλω μόνο το χαρτί.
Αφηγητής: - Δυο περίπου ώρες προσπαθούσανε να βάλουνε τον Έτσι στο κρεβάτι.
Μαζί και ο φαντάρακας. Προηγουμένως τον πήγανε στις τουαλέτες να πλυθεί.
Κατάφεραν και του βγάλαν τα παπούτσια. Αλλά μέχρι εκεί. Τις κάλτσες στάθηκε αδύνατο να του τις βγάλουν. Τον πήγανε στον θάλαμο με τους υπόλοιπους τρελλούς. Πέντ’ έξι είχαν μαζευτεί.
Του δώσανε πιτζάμες. Τις πέταξε. Του είχανε σεντόνια. Τα πέταγε χάμω και τα πάταγε. Είχε μαζί του και την τσάντα και όλα του τα τιμαλφή, το καπέλλο το καμμένο και το χαρτονάκι. Μες τις κάλτσες του κρυμμένο το μαχαίρι. Και πέντε έξι ακόμα πακέτα τσιγάρα “Τέλειον” που τούχαν μείνει. Είχε πάρει μαζί του δέκα.
Τούπανε να μην καπνίζει γιατί απαγορεύεται. “Τότε φέρτε μου τα χάπια” ούρλιαξε, “δε μπορώ χωρίς τα χάπια”.
“Μα αυτά που έχεις πάρει κοιμίζουν και μουλάρι. Κοιμήσου επιτέλους θα βρούμε τον μπελά μας. Εμείς είμαστε στο πλευρό σου. Δεν είμαστε μονιμάδες, είμαστε έφεδροι γιατροί. Σε παρακαλούμε…”
Τελικά του φέρανε τασάκι, τουλάχιστο να μη πετά τις στάχτες και τις γόπες χάμω. Κι έτσι ξάπλωνε ο Έτσι στο κρεβάτι, αλλά χωρίς μπιτζάμες και σεντόνια.
Όπως ήταν με τα ρούχα. Κι έπιασε κουβέντα με το φαντάρακα. Τούπε πως εκείνο το καρέκλι του είναι απαραίτητο. Και πως δε μπορεί χωρίς αυτό να κάνει. Και δεν έχει άλλο στήριγμα. Ο φαντάρακας τον άκουσε προσεχτικά, φαίνεται πως είχε ενοχές, γιατί κι αυτός πιο πριν τον είχε δείρει ή εύρισκε στον Έτσι κάτι που τον τράβαγε, και δεν το καταλάβαινε, αλλά τον τράβαγε στ’ αλήθεια κι ό,τι έκανε δεν τόκανε από οίκτο, όπως οι άλλοι που τον θεωρούσαν παλαβό, αλλά μάλλον τον συμπάθησε πραγματικά τον Έτσι.
Κι έδωσε ο φαντάρακας το λόγο. Και του υποσχέθηκε πως θα ψάξει κι αν υπάρχει κάπου θα το βρει και πως θα τούφερνε τα νέα το πρωί.
Και φαίνεται πως έψαξε. Έψαξε στ’ αλήθεια.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:31 pm

Σκηνή (Κ): Πρωί. Αναρρωτήριο. Θάλαμος με καμμιά δεκαπενταριά κρεβάτια. Στα μισά από αυτά είναι ξαπλωμένοι οι τρελλοί. Απ’ έξω ακούγονται Στρατιώτες να φωνάζουνε συνθήματα πατριωτικά και το ρυθμικό χτύπημα των Αρβύλων. Αλτ! Προσοχή!
Παρουσιάστε! Εμπρός! Αρς!...και τέτοια.
Όλοι κοιμούνται. Ο Έτσι ξυπνά πρώτος και ανακαθίζει. Νοιώθει έξω και πάνω απ’ όλα δαύτα. Αλλά αδύναμος. Τα χάπια. “Δε θέλω νάμαι αδύναμος”. “Έτσι θα με πάνε όπως θέλουν αυτοί”. “Όχι! Όχι! Όχι!”
Ξυπνάνε κι άλλοι. Ο Έτσι κάθεται και σφίγγει τις γροθιές του χώνοντας τα νύχια μες το κρέας. (Είχε μεγάλα νύχια στο δεξί του χέρι, γιατί έπαιζε κιθάρα). Ώσπου βγαίνει αίμα. Δεν του αρκεί. Βάζει το δεξί του χέρι πάνω στο κομοδίνο, πάντοτε σφιγμένο, και το κοπανά με το αριστερό. Το κομοδίνο κοκκινίζει.
Μπαίνουν δυο απ’ τα μπλουζάκια.
Ο ένας: - “Εντάξει παιδιά. Μήπως θέλει κανείς να φάει” Σιωπή. “Σε λίγο θα περάσετε από επιτροπή. Εντάξει. Θέλει κανένας τίποτα”.
Ο Έτσι: - Εγώ θέλω καφέ.
Ο ένας: - Δε γίνεται δεν είναι καφενείο εδώ.
Ο Έτσι: - Θέλω καφέ. Τσακίσου να μου φέρεις γρήγορα καφέ.
Μπαίνει ο Λειμώνας.
Λεμώνας: - Α εδώ είσαι εσύ. Δεν κοιμάσαι! Και με το καπέλο στο κεφάλι. Δε μου λέτε με το καπέλο κοιμήθηκε...
Ο Έτσι: - Γιατρέ θέλω καφέ.
Λεμώνας : - Δε σου φτάνουν τα τσιγάρα, θες και καφέ. Τι είναι εκεί. Α αίμα. Πολύ καλά. Προσέχτε τον. Φέρτε τον μαζί με τους άλλους.
Ο γιατρός φεύγει - Μπαίνει μέσα ο ενεσάκιας (ο έφεδρος που κράταγε τη σύριγγα).
Ενεσάκιας στον Έτσι: - ʼκουσε. Το πράγμα έχει αποφασιστεί. Να πας να περάσεις απ’ την επιτροπή και μετά θα φύγεις. Στο λέω σίγουρα. Σου δίνω το λόγο μου θα φύγεις.
Ο Ενεσάκιας φεύγει. Μπαίνει ο φαντάρακας. Όλοι οι υπόλοιποι έχουν σηκωθεί.
Έρχονται κι άλλοι κι ετοιμάζονται να τους πάρουν. Μόνο ο Έτσι καθισμένος στο κρεββάτι.
Φαντάρακας στον Έτσι: - Το βρήκα, το βρήκα το καρέκλι σου και τόχω στην πύλη.
Όταν θα φεύγεις πέρνα πό κει και θα στο δώσω.
Έτσι: - Σ’ ευχαριστώ...Αλλά τώρα σε παρακαλώ χρειάζομαι καφέ. Μήπως μπορείς...
Αμέσως ο φαντάρακας κίνησε και γύρισε με τον καφέ. Εν τω μεταξύ μαζεύουνε τους άλλους. Πάνε να μαζέψουν και τον Έτσι. Εκείνος πίνει τον καφέ του ατάραχος και συζητά με το φαντάρακα. Φωνές. Φασαρία.
Ο φαντάρακας επεμβαίνει: - Καλά! Αναλαμβάνω εγώ, θα τον φέρω εγώ, στο κάτω κάτω δικός μου είναι, σε μένα τον έχουν αναθέσει.
Φεύγουν όλοι.
Ο Έτσι στον φαντάρακα: - Σ’ ευχαριστώ για το καρέκλι και για τον καφέ. Κρίμα που δε μπορώ να σε πάρω φεύγοντας μαζί μου. Θα μπόραγες και συ να ταξιδέψεις...
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:33 pm

Σκηνή (Λ): Δωμάτιο προθάλαμος. Και στους τοίχους ολόγυρα κρεμάστρες. Ένας φρουρός κόβει βόλτες. Μια πόρτα από δω και μία αποκεί.
Φωνές απ’ έξω. “Ρε κοιτάξτε τον αυτός με την καρέκλα! Ρε καρέκλα! Τι γίνεται ρε φίλε!” “Τον ξέρω αυτόνε. Είναι ο Έτσι και πουλάει τρέλλα. Ακούτε που σας λέω είναι αναρχικός. Είναι τραγουδιστής. Ρε ακούτε που σας λέω πουλάει τρέλλα”. (Η φωνή η τελευταία με ζήλεια και με μίσος. ίσως προέρχεται από Κνίτη).
Σπρώχνουνε τον Έτσι μέσα. Τον αφήνουνε με τον φρουρό.
Φρουρός: - Γδύσου και κρέμασε τα ρούχα σου εκεί.
Ο Έτσι κάθεται χάμω κι ανάβει τσιγάρο.
Φρουρός: - Γδύσου και σβύσε το τσιγάρο. Απαγορεύεται.
Ο Έτσι κάνει ένα κύκλο πάνω στον μπισινό του, κουνώντας χέρια πόδια και μουγκρίζει δείχνοντας τα δόντια. Ο φρουρός πισωπατά.
Μπάζουν στο δωμάτιο καμμιά εικοσαριά.
Φρουρός: - Γδυθείτε και κρεμάστε τα ρούχα σας.
Όλοι τους υπακούουν. Ο Έτσι έχει το κεφάλι προς τα κάτω και βλέπει μόνο πόδια. Πόδια και δάχτυλα ποδιών. Αρχίζει να μελετά τις διαφορές. Κάποιο χέρι τον χτυπά μαλακά στην πλάτη και μια φωνή του ψιθυρίζει. “Κουράγιο φίλε...θα τα καταφέρεις...εγώ δυστυχώς δεν έχω τη δύναμη...”
Φρουρός: - Περάστε ένας-ένας μέσα.
Η αποκεί πόρτα ανοίγει και περνάνε όλοι μέσα. Μένει ο φρουρός να βηματίζει κι ο Έτσι να καπνίζει. Ακούγονται φωνές.
Φωνή Α΄: Σταθείτε ο καθένας στα σημάδια που είναι στο πάτωμα.
Φωνή Β΄: Προσοχή! Ανάπαυσις!..
Ησυχία. Φωνή από μικρόφωνο: - Φαίνεται πως τους πασπατεύουνε τ’ αρχίδια.
Φωνή Α΄: - Μεταβολή. Επίκυψις. Ε, συ δεν ακούς; Επίκυψις. Σκύψε προς τα μπρος.
Ησυχία. Φωνή απ’ το μικρόφωνο: - Φαίνεται πως τώρα τους κοιτάνε την κωλοτρυπίδα.
Φωνή Β΄: - Μεταβολή. Ελαφρά πηδηματάκια. Ένα, δύο, χοπ. Ελαφρά πηδηματάκια.
Ένα, δύο, χοπ. Φωνάξτε δυνατά ο καθένας τ’ όνομά του. Ας αρχίσουμε από αριστερά προς δεξιά. Πως λέγεσαι; Στρατιώτης...
Φωνή: “Παπαρδέλας”. “Όνομα;” “Γεράσιμος”. “Όνομα πατρός;” “Μενέλαος”. “Όνομα μητρός”. “Μανταλένα”. “Εν, δύο, χοπ. Εν, δύο, χοπ”.
Και πάλι και ξανά, και πάλι και ξανά.
“Προσοχή”. “Αλτ”. “Ανάπαυσις”.
“Όποιος έχει κάποια αρώστεια ή θέλει κάτι απ’ τους γιατρούς να το πει. Να το πει τώρα”.

O Έτσι κάθεται και αφουγκάζεται. Ο Έτσι μουρμουρίζει: - Θα τους γίνω φόρτωμα! Τους έχω γίνει φόρτωμα! Τι θα με κάνουνε! Θα τους γίνω φόρτωμα!
Φωνή: “Πηγαίνετε έξω και ντυθείτε”. Η πόρτα ανοίγει. “Να περάσουν οι επόμενοι”.
Φωνή από μικρόφωνο: - Έτσι γίνεται στο στρατό. Στο στρατό, στο στρατό το δημοκρατικό. Σε δέχονται ευγενικά, σε κουρεύουν δημοκρατικά. Σε γδύνουν δημοκρατικά κι αφού σου πασπατέψουνε τ’ αρχίδια και τα μπισινά (σα νάσουνα σφαχτάρι) Ένα, δύο, χοπ. Σε βάζουν και χοροπηδάς και φωνάζεις τ’ όνομά σου. Και σου δίνουν και στολή, και σε χοροπηδούν. Και φωνάζεις τ’ όνομά σου. Και σου δίνουνε και όπλο. Και εσύ χοροπηδάς. Ένα, δύο, χοπ. Και φωνάζεις τ’ όνομά σου. Ώσπου τόνομά σου χάνει πια τη σημασία του και γίνεται καρτέλλα. Αριθμός. Κι ο αριθμός χοροπηδά. Ένα, δύο, χοπ. Και φωνάζει τ’ όνομά του.
Η σκηνή επαναλαμβάνεται. Μια, δύο, τρεις, ή και τέσσερεις φορές. Ανάλογα τα κέφια του σκηνοθέτη. Με τον Έτσι να καπνίζει. Τον φρουρό να τον φοβάται. Τους νεοσύλλεκτους να γδύνονται, να ντύνονται. Και το ένα, δύο, χοπ.
Πέφτουν πάνω στον Έτσι οι έφεδροι με τα μπλουζάκια.
Μπλουζάκιας: - Σε παρακαλούμε, γδύσου, δεν είναι τίποτα, θα πάρεις το χαρτί σου και θα φύγεις.
Σιωπή. Βγαίνει από την πόρτα ο Λειμώνας.
Λειμώνας: - ʼκου να σου πω παιδί μου, γδύσου κι έλα μέσα.
Έτσι: - Εγώ! Με τα ανδράποδα! Αδύνατον!
Λεμώνας: - Γδύσου σε παρακαλώ. Σου έδωσα το λόγο μου, θα φύγεις. Δεν έχει ξανά επιτροπή. Σήμερα τελευταία μέρα. Ύστερα μετά από ‘να μήνα ξανασυνεδριάζουν.
Θα κάτσεις εδώ ένα μήνα; Το προτιμάς;
Έτσι: - Ω γιές.
Ο Λειμώνας μπαίνει. Μπαίνει και βγαίνει η επόμενη σειρά.
Φωνή Α΄: - Διάλειμμα. 10 λεπτά διάλειμμα.
Βγαίνει ο μπλουζάκιας.
Μπλουζάκιας στον Έτσι: - Σήκω κι έλα μέσα. Όπως είσαι με τα ρούχα...
Ο Έτσι σηκώνεται.
Φώτα.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:33 pm

Σκηνή (Μ): Στο μεγάλο δωμάτιο. Ο Έτσι κόβει βόλτες. Κοιτάζει τις βούλες στο πάτωμα, τα σημεία που τοποθετούσανε τα τσίτσιδα σφαχτάρια και τα μελετά.
Υπάρχει ένα τεράστιο γραφείο και πίσω του κάθονται οι επίτροποι. Μαζί ο Μπιχλιμπίδας κι ο Λειμώνας. Ο Έτσι τινάζει τις στάχτες από το τσιγάρο γύρω-γύρω. Όλοι ρίχνουνε ματιές στον Έτσι και ψιθυρίζουν μεταξύ τους.
Φωνή Α΄: - Εσύ κάτσε εκεί ακίνητος. Ακίνητος είπα.
Ο Έτσι κόβει βόλτες και πετάει στάχτες πάνω στο γραφείο.
Φωνή Β΄: - Πιάστε τον. Ντύστε τον ρε και κουρέψτε τον.
Ο Έτσι αδιαφορεί. Φωνή Α΄: - Πάρτε το τσογλάνι από δω. Στον κουρέα. Γρήγορα στον κουρέα. Να δούμε αν θα συνεχίσει να μας τα πουλά αυτά.
Πλησιάζουνε τον Έτσι κάνα δυο στρατιώτες. Αυτός σηκώνει απλά τα χέρια του και τους νεύει να σταματήσουν. Σταματούν. Δείχνει με το χέρι του ένα σημείο στο πάτωμα. Όλοι τώρα κοιτάνε το πάτωμα.
Μπιχλιμπίδας: - Βρε συ τι έγινε εκείνο το ξύλο; Το βρήκες; (Γελάκια...)
Έτσι: - Το καρέκλι μου το λες ξύλο;
Μπιχλιμπίδας: - Εντάξει, την καρέκλα σου. Τι γίνεται με την καρέκλα σου;
Έτσι: - Καρέκλι σου είπα είναι, κ.α.ρ.έ.κ.λ.ι.
Μπιχλιμπίδας: - Καλά, καλά, καλά μην κάνεις έτσι. Και δε μου λες πώς θα φύγεις χωρίς αυτό;
Έτσι: - Δε φεύγω. Θα το πάρω.
Μπιχλιμπίδας: - Καλά, και πώς θα το πάρεις
Έτσι (σιγά και εμπιστευτικά): - Μούπε ο άλλος πως το βρήκε και πως τόχει στη πύλη. Φεύγοντας θα μου το δώσει.
Μπιχλιμπίδας (κάνοντας πλάκα με τους άλλους): - Χα, χα, χα! Σε γελάσανε. Ψέμματα σου είπαν. Το πετάξαμε βρε. Δεν υπάρχει το καρέκλι, πάει αυτό, το κάψαμε. Χα, χα!
Όλοι: - Χα, χα, χα ! Χου!
Ξαφνικά ο Έτσι αγριεύει. Αισθάνεται σα μαινόμενος ταύρος και ορμά. Ορμά πάνω στο τεράστιο γραφείο και το βουτά από κάτω θέλοντας να το αναποδογυρίσει.
Πανικός! Τα γέλια κόβονται.
Το γραφείο είναι γερά καρφωμένο και δεν αναποδογυρίζει. Αλλά ο Έτσι με τη μανία του κατάφερε να τα ταρακουνήσει όλα εκεί πάνω κι από πίσω. Τασάκια, χαρτιά, μολύβια κι ανθρώπους.
Φωνή Α΄: Πάρτε τον, πάρτε τον. Γρήγορα να βγάλει φωτογραφίες και να φύγει.
Πάρτε τον γρήγορα στον φωτογράφο.
Κόσμος πολύς γύρω από τον Έτσι.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:35 pm

Σκηνή (Ν): Φωτογραφείο. Κόσμος. Στρατιώτες. Τρελλοί και γνωστικοί, τυφλοί, στομαχωμένοι, φυματικοί, κουτσοί, κουφοί και ότι. Ένας ένας πάει δίπλα στέκεται. Κλικ. Κλικ. Τσακ. Το πουλάκι. Βγαίνει το πουλάκι, και φεύγει.
Ο Έτσι καθισμένος χάμω. Κρατάει, όπως όλοι, χαρτιά. Όλη η προσοχή του στα χαρτιά. Τα σφίγγει. Αφήνει και του πέφτει ένα φύλλο. Κάποιος “Ρε φίλε, σου έπεσε αυτό”. Ο Έτσι τρομάζει. Γυρίζει γύρω-γύρω, μαζεύει το χαρτί και ψάχνει.
Ψάχνει αφημένος στην κίνηση του ψαξίματος και σέρνεται ανάμεσα απ’ τους άλλους μέχρι το φωτογράφο. Τον πιάνουνε και τον στήνουνε. “ʼντε να τελειώνουμε με δαύτον”.
Φωτογράφος: - Το καπέλλο. Βγάλε το καπέλλο.
Τίποτα. Τον βουτάνε. Του βγάζουν το καπέλλο. Ο Έτσι κάθεται απότομα ανακούρκουδα και δε μπορούν να τον σηκώσουν. Παιδεύονται αρκετά. Τελικά του το δίνουν το καπέλλο. Σηκώνεται. Τον στήνουνε. Τον κρατάνε δύο από τα μπράτσα. Κλικ. Κλικ.
Ένα, δύο κλικ. Του αρπάζουν το καπέλο. Κλικ. Κλικ. Δύο ακόμα κλικ.
Φώτα.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:36 pm

Σκηνή (Ξ): Αναρωτήριο. Όλοι οι προηγούμενοι τρελλοί. Κι ένας καινούριος. Μπαίνει ο Λειμώνας.
Λειμώνας στον καινούριο:- Τι θες εσύ εδώ. Γιατί έφυγες από το θάλαμο.
Καινούριος: - Α τίποτα. Κάνει ζέστη εδώ.
Λειμώνας:- Καλά, κάτσε τώρα εδώ, αλλά το βράδυ θα ξαναπάς στο θάλαμο.
Ο Λειμώνας φεύγει.
Τρελός Α΄: - Μην τον αφήσεις να σε ξαναπάει στο θάλαμο...Συνέχισε έτσι. Χο, χο, χο. Κάνει ζέστη εδώ. Κάνει ζέστη. Είναι ζεστά! Χα, χα...
Τρελός Β΄: - Ρε, άμα δεις τα σκούρα, ανέβα σε κανένα δέντρο. Τι θα σε κάνουνε ρε.
Τι θα σε κάνουν;
Έτσι: - Εμένα μου δίνουν το χαρτί. Σε λίγο θα φύγω.
Τρελός (επιληψίας): - Και μένα το ίδιο.
Τρελός Γ΄: - Εμένα μάλλον με στέλνουνε νοσοκομείο.
Έτσι: - Ρε σεις μούπανε να πάω στο στρατολογικό να πάρω το χαρτί. Εγώ κάνω πως δεν ξέρω να πηγαίνω μοναχός μου και περιμένω κάποιον να με πάει. Τώρα είναι μεσημέρι και δεν με θυμήθηκαν ακόμα. Και τα γραφεία τους θα κλείσαν. Αλλά βαριέμαι να περιμένω ως τ’ απόγευμα. Δεν πάμε όλοι μαζί τώρα. Να βγούμε έξω και να ζητάμε το χαρτί. Ο καθένας ας πάει αλλού. Να τους κάνουμε το στρατόπεδο άνω κάτω. Που ξέρεις. Μπορεί κοντά σε μένα και σ' αυτόν να το δώσουνε σ’ όλους. Ε, τι λέτε. Τι λες και συ ζεστέ. Και συ μαζί. Πάμε;
Τρελός Α΄: - Σσσστ. Κάποιος έρχεται.
Μπαίνει ο Ενεσάκιας.
Ενεσάκιας στον Έτσι: - Τι έγινε βρε συ, εντάξει; Πέρασες από επιτροπή. Είδες που σου τάλεγα. Δε σούλεγα ψέμματα. Εντάξυ δε σου φέρθηκα, ε;
Έτσι: - Εγώ, εγώ δεν πέρασα.
Ησυχία. Ο ενεσάκιας τα χάνει.
Ενεσάκιας: - Δεν πέρασες! Μα πώς!
Έτσι: - Εγώ δεν πέρασα.
Ένεσάκιας: - Μα πώς! Πώς γίνεται!
Παύση. Ο ενεσάκιας κάνει να φύγει.
Έτσι: - Με περάσανε όμως!!!
Ο ενεσάκιας μπερδεύεται, σκοντάφτει και φεύγει παραπατώντας.
Όλο το αναρωτήριο ξεραίνεται στα γέλια.
Επιληψίας: “Ρε συ πως τους καταφέρνεις και τους κάνεις έτσι”. Στους άλλους “Δεν πάμε παιδιά”.
Φωνές, γέλια, φωνές. “Πάμε”, “Πάμε”, “Που ξέρεις”, “Να μας δώσουν το χαρτί”, “Πάμε”, “Πάμε”. Βγαίνουν όλοι.
Φωνές, τρεχαλητά. Μπαίνουν νοσοκόμοι.
“Το διοικητή, το διοικητή, το σκάσαν οι τρελοί”.
“Μα ο διοικητής κοιμάται”.
Τρεχαλητά. ʼλλος μπαίνει, άλλος βγαίνει.
“Μα τι γίνεται; Που είναι όλοι αυτοί; Που πήγανε;”
“Ο ένας λέει είναι πάνω σ’ ένα δέντρο και φωνάζει το θεό”.
“Ο άλλος πήγαινε στην πύλη να πάρει πίσω λέει εκείνο το καρέκλι”.
“ʼλλοι δύο κοπανάνε την πόρτα της στρατολογίας και ζητάνε το χαρτί”
“Ο άλλος άναψε φωτιά στο θάλαμο”.
“Χα, χα, χα, και δεν κάθονται στο ίδιο μέρος. Δε μπορείς να τους μαζέψεις”.
Μπαίνει ο Λειμώνας.
Λειμώνας: - Μα δε σας τόπα να φροντίσετε να φύγει το πρωί; Σας τόχα πει, δε σας τόχα πει. Που είναι ο διοικητής.
Μπλουζάκιας, χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα γέλια: - Κοιμάται.
Λειμώνας: - Πήγαινε να τον ξυπνήσεις. Και αναλαμβάνω εγώ.
Φώτα.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:37 pm

Σκηνή (Ο): Οι επιτραπάκηδες, γιατροί, αξιωματικοί, ο Λειμώνας κλπ., ο επιληψίας κι ο Έτσι. Ο επιληψίας υπογράφει, παίρνει το χαρτί. Γυρίζει στον Έτσι και σκάει ένα χαμόγελο.
Αξιωματικός στον Έτσι: - Πώς λέγεσαι;
Έτσι: - Έτσι.
Αξιωματικός: - Μα εδώ γράφει άλλο όνομα. Είσαι εσύ αυτός.
Λειμώνας: - Καλά, καλά, καλά, γράψε ότι γράφει.
Αξιωματικός: - “Όνομα πατρός”. Σιωπή. “Όνομα μητρός”. Σιωπή...
Κάποιος: - Καλά μωρέ, γράφτα να τελειώνουμε.
Αξιωματικός: - Που μένεις;
Έτσι: - δε θυμάμαι. Ξέρω όμως να πάω.
Αξιωματικός: - Εδώ γράφει ότι μένεις οδός...αριθμός...Εκεί μένεις; ʼκου λέει ξέρει να πάει!!!
Έτσι: - Όχι. Όχι πια.
Λειμώνας: - Ξέρει μωρέ. Ξέρει. Ας λέει πως δε ξέρει. Έλα παιδί μου. Πες τη διεύθυνσή σου και να φύγεις. Έλα πες το.
Έτσι: - Εξάρχεια.
Λειμώνας: - Οδός, αριθμός.
Έτσι: - Δε θυμάμαι. Ξέρω να πάω.
Ο Έτσι υπογράφει. Παίρνει το χαρτί κι απομακρύνεται. Ο Λειμώνας τον πλησιάζει και τον σταματά. Ακολουθούν κι οι άλλοι.
Λειμώνας: - Έλα τώρα Έτσι όνομα και πράμα, ή πως διάολο θέλεις να σε λένε.
Να το χαρτί το πήρες. Δε πρόκειται να σου το πάρει κανείς. Να! βάλτο στο τσεπάκι, κούμπωσε και το κουμπί. Έλα τώρα πες μου, όλα αυτά που έκανες ήταν αλήθεια;
Μη φοβάσαι δε πρόκειται κανένας να σου κάνει τίποτα. Ο στρατός δε σε θέλει.
Ο Έτσι σωπαίνει.
Λειμώνας: - Δε μου λες τι είν’ αυτό;
Δείχνει το καμμένο το ψάθινο καπέλο.
Έτσι: - Αυτό, α, είναι ο χαρταετός. Είναι σύμμαχος και με βοηθάει.
Λειμώνας: - Κι αυτό;
Δείχνει το χαρτονάκι.
Έτσι: - Η σημαία μου. Όπως βλέπεις είναι άσπρο.
Λειμώνας: - Α. Είσαι λοιπόν ειρηνιστής;
Έτσι: - Όχι.
Λειμώνας: - Και το κοντάρι. Που είναι το κοντάρι. Κρίμα δεν έχεις κοντάρι.
Έτσι: - Έχω. Τόχω απ’ έξω. Τώρα που θα φεύγω θα το δεις.
Λειμώνας: - Έλα τώρα πες μου. Αυτά που έκανες είναι αλήθεια;
Έτσι: - Αλήθεια! και τι θα πει αλήθεια! Εγώ βλέπω, εσύ δε βλέπεις. Εγώ είμαι πλάσμα φωτεινό, εσύ τι είσαι;
Λειμώνας: - Πρέπει να το πιστεύεις για να δεις;
Έτσι: - Δεν ξέρω, για σένα ίσως, δεν ξέρω, μπορεί...
Λειμώνας: - Εσύ το πιστεύεις;
Μαζεύονται γύρω όλοι οι Αξιωματικοί. Ο Έτσι τους κουτάει αφ’ υψηλού.
“Εγώ όχι, δεν το πιστεύω”. Παύση, η ατμόσφαιρα παγώνει και τεντώνονται τα νεύρα. “Εγώ το ζω”. Τους γυρίζει την πλάτη και φεύγει.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:38 pm

Αφηγητής: Ο Έτσι έφτασε στην πύλη και πήρε το καρέκλι. Ο φαντάρακας του κούναε το χέρι. Έβαλε το καρέκλι στη θέση του, στηρίχτηκε σ’ αυτό και αναστηλώθηκε. Ένοιωσε να ψηλώνει ξαφνικά. Έφτασε πιο κει στο χωράφι. Παίρνει τη μαγκούρα δίπλα απ’ το δέντρο. Ο Έτσι συνέχισε το δρόμο του σα νάτανε ο Μωϋσής.
Μεσημέρι, ερημιά και ησυχία. Ώσπου ακούστηκαν οι μηχανές. Ένα, δύο, τρία αυτοκίνητα τον προσπέρασαν. Του μπήκανε στ’ αυτιά οι ψύλλοι. Συνέχισε. Στην πρώτη στροφή κάποιος του φωνάζει “Ε, συ, κάτι σούπεσε”. Ο Έτσι σταματά. Γυρίζει βλέπει τον τύπο και καταλαβαίνει. Κοιτάζει κάτω και ψάχνει το δρόμο. Ο άλλος τον πλησιάζει. Ο Έτσι τον κοιτά για μια στιγμή στα μάτια, βγάζει μια μικρή κραυγή, γυρίζει κι απομακρύνεται τρέχοντας αργά και λίγο φοβισμένα.
Πιο κάτω τον σταματήσαν άλλοι δυο. “Ρε φίλε, απ’ το στρατόπεδο έφυγες. Μήπως δεν έχεις λεφτά; Θες να σε πάμε εμείς. Έλα, έχουμε αυτοκίνητο”.
Ο Έτσι αρχίζει να τρέχει. Οι άλλοι τον κυνηγούν. Ο Έτσι πηδάει ένα ποταμάκι και μπαίνει μέσα στα χωράφια, με τη λάσπη. Και συνέχισε να τρέχει με πηδήματα μεγάλα και αργά. Τους έχασε. Τον έχασαν.
Βρέθηκε στην πόλη, στην αρχή της πόλης, φτάνοντας απ’ τα χωράφια. Δεν είχε πια τσιγάρα. Πάει στο περίπτερο. Ο περιπτεράς του λέει “Πρόσεξε αν έφυγες απ’ το στρατόπεδο. Αυτοί που έρχονται είναι της Αστυνομίας του στρατού”.
Ο Έτσι πήρε τα τσιγάρα. Ούτε που γύρισε να δει. Μπήκε σ’ ένα πάρκο κι έκατσε σ’ ένα παγκάκι. Ήρθανε τρεις και κάθισαν απέναντι. Αυτός κάπνιζε. Ούτε που γύρισε να τους κοιτάξει.
Πέρασαν ώρες. Ο Έτσι δεν ήξερε πια αν είναι εκεί. Δεν κοίταζε πια. Ούτε που τον ένοιαζε. Κίνησε και μπήκε στην πόλη. Σούρουπο. Πόλη επαρχία. Βόλτα, νυφοπάζαρο, πεζοί απάνω-κάτω. Ο Έτσι στηριγμένος στο καρέκλι. Ο Έτσι με τη μαγκούρα διασπά τις μάζες. Μπαίνει ανάμεσά τους και περπατά με μεγάλες δρασκελιές.
Του κάνουν χώρο να περάσει. Απ’ όπου είναι να πατήσει οι πάντες αραιώνουνε.
Ούτε καν να σχολιάσουν. Απλώς το πέρασμά του τους μαρμαρώνει. Ο Έτσι δε νοιάζεται για τίποτα πια. Δε φοβάται. Ούτε τον απασχολούν οι μπάτσοι. Μπορεί και διασπά τις μάζες. Αυτό αρκεί. Φτάνει στην πλατεία. Κάθεται κάπου. Περνάει ώρα.
Νύχτωσε. Σκέφτηκε. “Κι αν μ’ έχουνε ακόμα από πίσω. Τώρα τι κάνουμε. Νομίζουν πως δεν έχω πάνω μου λεφτά, δεν μου τα βρήκαν, όπως και το σουγιά. Αλλά εγώ θα φύγω. Με το λεωφορείο”.
Έφτασε στο πρακτορείο. Το λεωφορείο έτοιμο να ξεκινήσει. Ο οδηγός κιόλας στο τιμόνι. Τρέχει μέσα και προλαβαίνει. Βγάζει εισιτήριο, ξαναβγαίνει, και στήνεται μ’ αυτό στο χέρι μπροστά την ανοιχτή την πόρτα. Ο οδηγός φωνάζει “έλα, τι κάθεσαι, μπες και φεύγουμε”.
“Έχω και τα πράγματά μου. Κατέβα να πάρεις και τα πράγματά μου”, και του δείχνει τη μαγκούρα, που τελειώνει σε διχάλα, πιο ψηλή από αυτόν.
Έγινε της παλαβής. Οι επιβάτες βάλανε τα γέλια. “Ρε τι το θες αυτό; Θα το φυτέψεις;”. “Όχι ρε συ. Κάπου θέλει να το βάλει. Χα, χα, κάπου θέλει να το βάλει.
Μα είναι μεγάλο! Δεν είναι πολύ μεγάλο! Θα του χωρέσει;”
ΧΑ, ΧΑ, ΧΑ. Και ΧΑΧΑΝΙΖΑΝ.
Ο Έτσι απαθέστατος: - Έχω εισιτήριο. Δε μπορείς να με αφήσεις εδώ. Κατέβα να πάρεις και τα πράγματά μου.
Ο οδηγός κατέβηκε, κι ανέβηκε πάνω στη σκεπή, και τούδωσε ο Έτσι τη μαγκούρα και την τοποθέτησε εκεί. Κι άρχισε να κατεβαίνει. Αλλά δεν τον άφησε ο Έτσι: - Ε, που πας, έτσι όπως τόβαλες θα πέσει, να πάρεις και σκοινί να το δέσεις, κατάλαβες! Να του βάλεις και σκοινί.
Σαματάς!...Του οδηγού του τη βιδώνει. Ανεβαίνει και πετάει τη μαγκούρα κάτω.
“Εγώ δεν πάω πουθενά, θα κάτσω εδώ, κι ας γίνει ότι θέλει. Βαρέθηκα”.
Ο Έτσι από κάτω να φωνάζει πως “δεν είναι τρόπος αυτός και πρέπει να τον σέβονται”. Οι άλλοι να γελάνε. “Ρε τι το θες, θα το φυτέψεις;”. “Κάπου θέλει να το βάλει, κάπου θέλει να το βάλει”, κι ο οδηγός πάνω στη στέγη να μην πάει πουθενά.
Ώσπου γίνηκαν αυτόνομες επιτροπές επιβατών. Βγήκανε λόγοι. Προτάθηκαν ψηφίσματα. Κι είχε πολύ πλάκα, γιατί μ’ όλα σπάγαν πλάκα, και τελικά βρέθηκε λύση.
Να βάλουν τη μαγκούρα του Έτσι στη μέση στο διάδρομο ανάμεσά τους. Και δέχτηκε ο οδηγός να κατέβει και ο Έτσι να ανέβει.
Κι έφτασαν τέλος στην Αθήνα.
Και πέρασαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.
Μόλο που ο Έτσι κατάφερε να φέρει τη μαγκούρα, το καρέκλι κι όλα του τα πράματα στο σπίτι. Μόλο που του τα πέταξε γυναίκα μετά από λίγες μέρες γιατί λέει πιάναν χώρο και ήτανε σκουπίδια.

***

Δε χώνεψα ποτέ μου τους ψυχίατρους. Γιατί εγώ το ξέρω πως δεν υπάρχει οιδιπόδειο. Υπάρχει μόνο εξουσία. Και η χειρότερη απ’ όλες τις εξουσίες, η εξουσία της μαμάς.
Γιατί καμμιά γυναίκα δεν γέννησε απλώς για να γεννήσει. Δεν τόκανε για να το κάνει. Αλλά για νάχει να πιαστεί. Κι όλες το μετανοιώνουν. Και σκοτώνουν τα παιδιά προτού να γεννηθούν. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουνε παιδιά που να γεννήθηκαν απλά.
Θα μου πεις, και ποιος αρσενικός; Τουλάχιστο αυτός δε το σκοτώνει στη κοιλιά αλλά πολύ μετά, το ήδη σκοτωμένο.
ʼραγες υπάρχει γυναίκα που να έχει αυτήν εδώ τη δύναμη. Την πιο μεγάλη δύναμη. Να γεννά για να γεννά. Θάπρεπε πολλές φορές να σκοτωθεί η ίδια.
Την δύναμη αυτή που την είχαν κάποτε τα ζώα, που την έχασαν κι αυτά στην επαφή με τους ανθρώπους.
Ίσως τη δύναμη αυτή την είχε η Μαρία η μάνα του Χροστού. Ή η μαμά του Βούδα.
Ίσως τους γέννησαν απλά. Ίσως τα καταφέραν μόνοι. Δεν ξέρω...
Εκείνο που μπορώ εγώ να ξέρω είναι, πως αν είχαν αυτή τη δύναμη οι μανάδες μας, θάμαστε τότε όλοι, μα όλοι, Βούδες και Χριστοί. Και δε θάμαστε κλεισμένοι σ’ ένα μονάχα κόσμο. Θάμαστε μεις ο κόσμος. Ο κόσμος μες τους κόσμους. Οι κόσμοι μες τον κόσμο. Δεν θα μπόραγε κανείς να οριοθετήσει.
Αλλά τα γράφω αυτά εδώ μόνο για το πρόβλημα της εξουσίας της μαμάς.
Ξέροντας πως τούτο δεν συμβαίνει. Αδύνατο νάναι το αυτό. Πως και ο Βούδας κι ο Χριστός υπήρξαν ίδιοι σαν και μας. Μονάχα που τα χέσαν όλα. Μαμάδες και μπαμπάδες και θεσμούς.
Και όχι μόνο αυτά.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:40 pm

Οι επόμενες φορές.

Εδώ και κάτι μήνες συνάντησα τον Έτσι. Καθίσαμε τα ήπιαμε και μου διηγήθηκε τι έγινε μετά. Εγώ άνοιξα το μαγνητόφωνο και τα κατέγραψα. Τώρα ανοίγω το μαγνητόφωνο και γράφω λέξη προς λέξη στο χαρτί αυτό που ακούω.
Γι’ αυτό είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο. Μη σου περάσει απ’ το μυαλό ότι εγώ είμαι ο Έτσι ή αυτός που ονοματίζω Έτσι. Ή έχω οποιαδήποτε άλλη σχέση μ’ αυτόν. Εκτός από μια παλιά γνωριμία. Και σπάνια τον βρίσκω που και που και τον συναντώ στο δρόμο. Όπως τότε π’ άνοιξα το μαγνητόφωνο. Γράφω λοιπόν.

‘Μετά την πρώτη μου φορά που απολύθηκα αρχίσαν να με ψάχνουνε οι ασφαλίτες.
Με ψάχνανε για λόγους στρατολογικούς, για ότι ήμουν ανυπόταχτος και τέτοια.
Πίστευα πως λέγαν ψέμματα. Γιατί πώς γίνεται; Με είχαν απολύσει.
Έκανα τ’ αδύνατα δυνατά να τ’ αποφύγω, αλλά προτού με πιάσουν και με πάνε σηκωτό, αναγκάστηκα και πήγα μοναχός μου. Μου ζητήσανε χαρτιά, δικαιολογητικά και τέτοια. Μούπανε : “Θα σε συλλάβει η στρατιωτική αστυνομία”.
Εγώ είπα πως δεν ξέρω από αυτά, πως δεν έχω καν χαρτιά και το μόνο που μπορώ να κάνω γι’ αυτούς είναι να κάνω μια δήλωση, μια υπεύθυνο δήλωση. Και τους έκανα τη δήλωση και τους επέβαλα να τη δεχτούν. Και ήτανε δήλωση επίσημη με σφραγίδες και χαρτόσημα και τυπωμένα γράμματα, αράδες ολόκληρες, κι από κάτω τυπωμένο ήταν. “Ο Δηλών”.
Στο κενό που άφηναν οι γραμμές έγραψα...
“Είμαι εντάξυ και μη με κυνηγάτε...Τυγχάνω αναβολής λόγω σπουδών κι αφ’ ότου έγινα αόρατος, έδινα τακτικά εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Πήγα στο στρατό και μου δώσανε απολυτήριο 'Σχιζοειδούς ψυχώσεως'. Μου είπανε να ξαναπάω του χρόνου. Εγώ δε θέλω να πάω, αλλά η γιαγιά μου μου λέει να πάω, και εγώ αγαπώ τη γιαγιά μου. Πάντως εγώ ειμ’ εντάξυ”.
Αυτοί μου είπανε πως δεν καταλαβαίνουνε. Εγώ πως δεν καταλαβαίνω αυτούς.
Καταλήξαμε πως δεν καταλαβαινόμαστε και τελικά απηύδησαν και είπαν πως θα στείλουν πίσω στη στρατολογία τα χαρτιά κι ας τα βγάλουν πέρα μοναχοί τους. Έτσι μ’ άφησαν ήσυχο σχετικά μ’ αυτό το θέμα.
Παρουσιάστηκα μετά από ένα χρόνο στην Αθήνα. Κέντρο διερχομένων.
Πήρα μαζί μου και τον Ντέϊβ. Ο Ντέϊβ είχε γυρίσει πρόσφατα απ’ τις Ινδίες και φορούσε ρούχα Ινδικά. Είχε και κάτι μπιστόλια με καψούλια και πυροβολούσαμε τους περαστικούς. Εγώ φορούσα τότε ένα καπέλο με ινδιάνικο ανάγλυφο ραφτό με στόμα. που τόχα ράψει μοναχός μου στη μια πλευρά του καπελιού και είχα τότε και κοτσίδες. Α! ναι του πήρα τα μπιστόλια και τα μαύρα τα τριγωνικά γυαλιά. Όχι για τίποτε άλλο. Τα γυαλιά θα μου κρύβανε τη φάτσα σα δε μπορούσα να κρατηθώ κι έσκαγα στα γέλια.
Είχα ράψει στο πουκάμισο μου από μέσα ένα πριονάκι, απ’ αυτό της ξυλοκοπτικής για να κόψω τα κάγκελα άμα χρειαζόταν. Καθώς κι ένα βατραχάκι απ’ αυτά που κάνουνε πλικ-πλοκ και τάβρισκες παλιά στα πανηγύρια.
Γέμισα κι ένα ταγάρι με διάφορα άσχετα και σχετικά.
Τώρα πώς γένηκε και πήγα με το Ντέϊβ, πώς τον διάλεξα για συνοδό, ενώ ήτανε γνωστός σαν πιο μουρλός από εμένα και ιδίως κείνο τον καιρό, δεν ξέρω. Έλαχε απλώς συνέβη.
Εγώ ξεκίνησα κανονικά, όπως κυκλοφορούσα. Απλώς αυτή τη φορά πήγαινα οπλισμένος και πρόσθεσα και το ταγάρι κι ένα παγούρι που κρεμόταν. Ο Ντέϊβ μεταμφιέστηκε κατάλληλα. Έγινε σοβαρός. Φόρεσε παπιγιόν, πουκάμισο, γιλέκο. Και ήταν σοβαρός, πιο πολύ από ποτέ. Παρ’ όλο που είχε δέσει τους καρπούς των χεριών του με επίδεσμο (ίσως για να μη λερώσει το πουκάμισο). Και είχε μπανταλόνι ξεφιτσμένο και μπλουτζήν και πάνινα παπούτσια.
Το δικό μου μπαντελόνι ήτανε κοτλέ, με μπαλώματα όμως μπλουτζήν. Και φόραγα και ‘γω πάνινα παπούτσια. Όταν συναντηθήκαμε το πρωί διαπιστώσαμε πως τόχαμε πετύχει. Το πως ξεχωρίζαμε αμέσως. Εγώ για τρελός, κι αυτός για γνωστικός. Όχι όπως χτες που δε μας ξεχωρίζανε καθόλου και μοιάζαμε του ίδιου συναφιού.
Μπήκαμε λοιπόν στο λεωφορείο. Ο καθένας μέσα στο πετσί του ρόλου του. Εγώ ήμουν ο τρελός που έκανε τις τρέλες, κι αυτός ο γνωστικός που συγκρατούσε τον τρελό.
Μπήκαμε λοιπόν στο λεωρορείο. Εγώ με το τσιγάρο αναμμένο. Ο εισπράχτορας άρχισε να φωνάζει. Ο Ντέϊβ τόπιασε αμέσως. Μπήκε που λέμε. Είπε στον εισπράχτορα να ηρεμήσει. Και πως έχει δίκιο, και ότι το παιδί είναι άρρωστο και δεν πρέπει
να καπνίζει, και μου πήρε το τσιγάρο και το κάπνισε αυτός. Ο καθένας στο πετσί του ρόλου του! Εγώ ήμουνα βουβός. Κι αυτός με πείραζε στο φωναχτό. Μέχρι που εξαγρίωσε τους επιβάτες. Πετάγεται και μια κυρά και του βάζει τις φωνές, ότι δεν είναι σωστό αυτό που κάνει και άσε ήσυχο το παιδί και τι τον κοροϊδεύεις και μπορεί να είναι έτσι όπως είναι, αλλά ο καθένας είναι ελεύθερος να φοράει ό,τι θέλει και να κυκλοφοράει όπως θέλει. Και του τάλεγε ετούτα μια κυρά. Περίεργο. Ο καθένας στο πετσί του ρόλου του.
Ώσπου φτάσαμε στην πύλη. Εγώ ήμουν ο τρελλός κι αυτός ο γνωστικός. Ακόμα κι οι φρουροί στην πύλη το κατάλαβαν αμέσως “Φύγετε ρε πούστηδες, εσείς είστε κολητοί! Σε ποιον τα πουλάτε αυτά”.
Ατάραχος ο Ντέϊβ άρχισε να λέει και να εξηγεί πως είναι φοιτητής και πως με βρήκε το πρωί στο Ζάππειο και ήθελα τη γιαγιά μου...“Κι έκλαιγε που λέτε μ’ αναφυλητά, και φοβόταν μη τον δείρουν. Και δεν ήξερε πως νάρθει, και φοβόταν. και ανέλαβα εγώ να σας τον φέρω, από ανθρωπιά, και σας παρακαλώ να μην τον δείρετε, διότι ξέρετε, η ανθρωπιά...και μη τον δείρετε...και είναι κρίμα να τον δείρετε. Και το κρίμα στο λαιμό σας. Και ο στρατός μπορεί να είναι στρατός και η πειθαρχία πειθαρχία, αλλά αυτός φοβάται, και ανέλαβα εγώ από ανθρωπισμό. Και σας λέω μην τον δείρετε, διότι τον έφερα εγώ και θάχω τύψεις. Τύψεις, τύψεις πολλές και δε θα μπορώ να κοιμηθώ απ’ αυτές...και ξέρετε εσείς…καταλαβαίνετε…εσείς…η ανθρωπιά...”
Αυτοί τότε μαλακώσαν. “Έλα, έλα σταμάτα πια. Και ποιος σου είπε ότι θα τον δείρουμε…” Και δεν αφήνανε τον Ντέϊβ να περάσει. Αλλά εγώ καθόμουν χάμω και δεν έμπαινα χωρίς αυτόν, αν και ξέχασα να πω ότι πιο πριν ο Ντέϊβ μ’ έσυρε με κόπο ως την πύλη, γιατί είχα γω επίτηδες κολήσει κι είχα σταματήσει και κοίταζα τις μαργαρίτες. Και έκοψα μια μαργαρίτα και την κράταγα στο χέρι.
Μετά από πολλά μας άφησαν και περάσαμε και οι δυο. Και μας πήγαν στις παράγκες όπου ήταν τα γραφεία. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω κι έφτασε και ο διοικητής που θα σας τον βαφτίσω Μούλο, γιατί κει που καθόμουν χάμω την επόμενη μέρα, πήγε να μου κάνει πλάκα. και μου είχε τότε πει πως στο χωριό του έχουνε κάτι μουλάρια που τα κρεμάνε χαϊμαλιά, κι άμα το θυμηθεί θα μου φέρει μερικά από δαυτά τα χαϊμαλιά, να τα φοράω. Και γελάγαν όλοι. Μαζί κι εγώ. Όπου ξαφνικά με βλέπουν μουτρωμένο, και κατάκαρδα θλιμμένο να του λέω πως “δεν είμαι γω μουλάρι”. Έτοιμος να τους χυμήξω. Και τραβούσα τα μπιστόλια. Μου ζητήσανε συγνώμη και σκορπίσαν.
Ο Ντέϊβ έλεγε τα ίδια. Το Ζάπειο, η ανθρωπιά, οι τύψεις...Ο Μούλος ρώταγε “Τι να τον κάνουμε τώρα αυτόν και δώδεκα η ώρα μεσημέρι. Τους άλλους τους στείλαμε νοσοκομείο το πρωί”. Ώσπου καταφθάσαν οι γνωστοί. κάτι στρατιώτες που με ξέραν και με γνωρίσαν και πέσανε να με βοηθήσουν. Κι απ’ την πολλή τους τη αγάπη αρχίσανε και τάπαν όλα. Που με είδαν, που με ξέρουν, και τι κάνω στη ζωή μου. Μου λέγαν και να μη φοβάμαι. Πως είναι αυτοί εκεί και θα βοηθήσουν.
Ε, ρε, κάλοι! ε, ρε κάλοι! Πω, ρε, τι μεγάλοι κάλοι!
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 6:42 pm

Έπρεπε έπρεπε πρώτα να κάνω αυτούς να το πιστέψουν ότι τάχω χαμένα, κι ύστερα όλους τους άλλους. Και ψιλιάστηκε κι ο Μούλος κι άρχισε να τους ψαρεύει. Ο Ντέϊβ φαίνεται φοβήθηκε μπας και ξέρουνε και δαύτον, μιας και κάναμε παρέα κι έφυγε λέγοντας πως: “Ναι μεν η ανθρωπιά, καλή η ανθρωπιά, αλλά όχι και να βρούμε και κάνα μπελά. Και προτιμάω νάχω τύψεις, μα πάλι αν τον πειράξετε...το κρίμα στον λαιμό σας”.
Τα πράγματα γίναν πολύ γρήγορα ετούτη τη φορά. Με βάλαν σε μια κλούβα νοσοκομειακή. Απ’ αυτές που έχουν και για τους φυλακισμένους και με πήγανε μόνο μου στο Γενικό Νοσοκομείο.
Και με στήσαν έξω από το γραφείο της επιτροπής. Οι συνοδοί μου ήταν δύο. ο οδηγός και ένας άλλος. Και με περάσανε απ’ την επιτροπή σχεδόν αμέσως, μπροστά απ’ όλους τους άλλους που περίμεναν απ’ το πρωί εκεί.
Δεν έκανα απολύτως τίποτα. Απλώς μπήκα με τα πράγματά μου. Μπήκα και κάθισα απέναντι από το γραφείο χάμω. Ποτέ δε θα καθόμουν σε καρέκλα. Κι ήταν η αίθουσα μεγάλη και πολυτελής. Και είχε κάτω μια μοκέτα κι ένα διάδρομο παχύ χαλί.
ʼναψα με το ήδη αναμμένο μου τσιγάρο ένα άλλο, κι έσβησα το πρώτο αργά, αργά πάνω στο χαλί. Μου βάλαν όλοι τις φωνές. Εγώ αντέδρασα αμέσως σαν παιδάκι πούκανε ζημιά και που το πιάνουνε στα πράσα και προσπαθώντας να τα μπαλώσω μάζεψα τη γόπα από κάτω και την έχωσα στην τσέπη μου. Αλλά μούπεσε και τάλλο το τσιγάρο καταγής και δεν ήξερα πια τι να κάνω. τάχα κυριολεκτικά χαμένα, ώσπου ήρθανε και με σηκώσαν και φωνάζαν οι επίτροποι “Αρκεί”, και “Πάρτε τον”, “Αρκεί”. Και σήκωνα τα πόδια στον αέρα και προσπάθαγα να περπατήσω στον αέρα κι έλεγα με σημασία “Α, το χαλί, το χαλί να προσέχω να μη πατήσω το χαλί” και λέγανε αυτά εκείνοι “Ρε ποιο χαλί! Πάτα το πανάθεμά σε το χαλί. Εδώ μας τόχεις κάψει”. Και με βγάλαν έξω σηκωτό. Και μ’ αφήσανε κει χάμω. Κι άραξα πάλι χάμω σ’ ένα διπλανό δωματιάκι κι έβγαζα το βατραχάκι και τους έκανα πλικ, πλοκ, κι είχαν πάθει πλάκα όλοι για να βρουν τι είν’ αυτό. Ψάχναν να διαπιστώσουν από πόθεν προερχόταν. Και μου ‘ρχόταν και κοιτάγαν και τους κοίταζα κι εγώ. Μα δεν τολμούσαν να ρωτήσουν.
Ήρθε τέλος κι ο γιατρός να μ’ ανακρίνει. Δε με πήγανε σ’ αυτόν. Αυτός κατέβηκε χάμω και με βρήκε. Φαίνεται θάμουν η πρώτη θλιβερή προσωπικότη. Μονάχα που ήρθε χάμω, αλλά εγώ καθόμουν χάμω, και εκείνος σε καρέκλα. Κι ήταν άγριος εκείνος ο γιατρός και πολύ-πολύ ψηλός.
“Δε μου λες,” μου λέει, “πώς σε λένε ;” Μιλιά εγώ.
“Δεν ξέρεις πώς σε λένε,”, “Τον πατέρα σου, τη μάνα σου;” Εγώ ούτε κιχ.
“Δώστε μου τα χαρτιά του”. Τα πήρε και τα διάβασε. “Τι δουλειά κάνεις, κάνεις καμμιά δουλειά;”
“Ταξιδεύω”, του λέω.
“Και δε μου λες, αυτά γιατί τα φοράς”
“Τα ρούχα μου,” του λέω, “έτσι ντύνομαι”. “Τα ρούχα μου...Ταξιδεύω”.
“Δε μου λες, θες να υπηρετήσεις;”
“Θέλω να πάω να ταϊσω την τσουκάλα”, του λέω.
Το σκέφτηκε αυτό λιγάκι ομολογώ.
“Μήπως έχεις κάνει ψυχιατρείο;”
“Η θειά μου”, του λέω.
“Ποια θειά σου”.
“Η θειά μου”, του ξαναλέω.
“Η θειά σου παιδί μου έκανε ψυχιατρείο ή εσύ;”
“Έφυγα”, του λέω.
“Από που έφυγες, γιατί έφυγες”.
"Γιατί δεν είναι καλά”.
“Βγάλε τέλος πάντων ετούτο το καπέλο κι ετούτα τα ηλίθια γυαλιά. Να δούμε επιτέλους τη φάτσα σου. Μας κρύβεις και τη φάτσα σου ε! φοβάσαι; “Και μου σπρώχνει προς τα πίσω το καπέλο και μου βγάζει τα γυαλιά. Προλαβαίνω και τ’ αρπάζω και προτού τα ξαναβάλω, του ρίχνω δυο κλεφτές ματιές. Όχι για πολύ. έτσι για μια στιγμή. Απλώς αποεστίασα τα μάτια και τα έκανα να τον κοιτάξουν χιαστί μες τα δικά του. Του ανάψαν τα γλομπάκια.
“Είπες”, μου λέει, “ότι έφυγες γιατί δεν είναι καλά. Ποιος δεν είναι καλά; “Τι δεν είναι καλά; Που δεν είναι καλά; Πλάκα μου κάνεις. Μήπως εννοείς παιδάκι μου ότι η θειά σου σ’ έκλεισε σε ψυχιατρείο και συ έφυγες. Κι αν η θειά σου σ’ έκλεισε τότε γιατί σ’ έκλεισε, ε, γιατί;”
“Γιατί είναι άρρωστη”, του απαντώ.
“Ποιος είναι άρρωστος παιδί μου η θειά σου ή εσύ; Φιρί-φιρί το πας να με τρελάνεις”.
“Γιατί είναι άρρωστη”, του ξαναλέω.
Πετάγεται όρθιος και ουρλιάζει. “Ελάτε εδώ εσείς. Ποιος τον έφερε αυτόν εδώ; Πώς βρέθηκε αυτός εδώ; Μόνος του ήρθε;”
Τότε ήρθανε οι δύο συνοδοί, όπου ένας έλεγε πως να “τον έφερε κάποιος λίγο λιγότερο παρτσιακλός από αυτόν, να! σε λίγο καλύτερο χάλι από δαύτον και δε μπορεί, θα ήταν κολλητοί”, και ο άλλος απαντούσε πως “όχι, εκείνος ήταν φοιτητής και τον εβρήκε στο Ζάππειο...;” και τσακωνόντουσαν οι δυο τους.
Ώσπου με πιάσαν ξαφνικά τα γέλια, και μου ερχόταν από μέσα. Τα κράταγα πανάθεμά τα. Μα δεν κρατιόντουσαν εκείνα.
Κι έπεσε πάνω μου ο γιατρός ο άγριος εκείνος και ψηλός κι είχε αρχίσει να τσιρίζει πως μ’ έχει κάνει τσακωτό. Και πως θα του το πληρώσω ακριβά που πήγα έξυπνος εγώ να τους πουλήσω τρέλα και μου αράδειαζε βρισιές.
Κι εμένα ο νους μου στα φαντάρια που τσακωνόντουσαν ακόμα για το Ντέϊβ κι εμένα. Και μου ξεφύγανε τα γέλια, και μου ξεχύθηκαν κι οι μύξες και μου δακρύσανε τα μάτια. Και άφησα τον εαυτό μου.
Πετάχτηκα και ‘γω απάνω κι έπιασα το γιατρό απ’ τον ώμο, σα νάμασταν παλιά φιλάρια. Αυτός ετσίριζε βρισιές. Εγώ ξεραίνομαι στο γέλιο και του κοπάναγα τη πλάτη όσο πιο δυνατά μπορούσα και έλεγα: “Πως, ναι ρε πούστη. Έχεις δίκιο ρε πούστη πουλάω τρέλα”. “Πουλάω τρέλα”!
Όπου ο γιατρός εξαφανίστη και η τσιρίδα του ακουγόταν κι απ’ τον απάνω όροφο. Κι εγώ να πιάνω την κοιλιά μου. Ώσπου μου κόπηκαν τα πάντα και περίμενα.
Ευτυχώς που δεν περίμενα πολύ. Κράτησε μόνο δυο λεφτά η Αγωνία.
Ήρθανε οι συνοδοί και με πήραν και μου δείξαν το χαρτί, κι ούτε που τόχανε αλλάξει.
Έγραφε: “Σχιζοειδής ψύχωσις”.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

ΠροηγούμενηΕπόμενο

Επιστροφή στο βιβλία

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 2 επισκέπτες

cron