ποίηση

Karyotakis

ο κόσμος της ποίησης είναι εδώ

Karyotakis

Δημοσίευσηαπό Hlias » Παρ Μαρ 12, 2004 11:57 am

Από το ποίημα Στροφές. Νομίζω είναι ό,τι πιο αισιόδοξο υπάρχει στην ποίηση του Καρυωτάκη.

...
Μπρούτζινος γύφτος τραλαλά
τρελά πηδάει κει πέρα
χαρούμενος που εδούλευε το μπρούτζον ολημέρα
και που 'χει τη γυναίκα του χτήμα του και βασίλειο
μπρούτζινος γύφτος τραλαλά δίνει κλωτσά στον ήλιο!

[/list]
Hlias
 

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Μάιος 04, 2004 12:29 pm

H κριτική του Β. Ρώτα για το βιβλίο «Ελεγεία και Σάτιρες»

Δημοσιεύθηκε στο περ. «Ελληνικά Γράμματα», Β', 15 Φεβρουαρίου 1928, σελ. 182-184 και είναι η μοναδική κριτική στην οποία απάντησε ο Καρυωτάκης.

Μελαγχολικό παιδί ο Καρυωτάκης, μα τον είχα συμπαθήσει από την πρώτη φορά που παρουσιάστηκε με τον «Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων». Αγκαλά φτωχικιά τότε και δειλή, όμως έδειχνε ευγένεια και σεμνότητα η θλιμμένη του εμφάνιση, όσο κι αν η θλίψη του φαινότανε τεχνητή, έτσι σαν από παιδιάτικη μίμηση. Μα ήταν παιδί.

Στο δέυτερο βιβλίο του «Νηπενθή», η μελαγχολία, το λουλούδι που διάλεξε να καλλιεργήσει στο περιβόλι της καρδιάς του, είχε ριζώσει και φουντώσει. Μιλούσε κει για «χαμούς της νιότης», για «γεράματα», για τη ζωή πως είναι «φέρετρο», για «απέραντη πικρία». Κανείς δεν τον πίστευε, ωστόσο ο τρόπος που θρηνολογούσε είχε τη νοστιμάδα του, σαν το αναφιλητό που πιάνει γι' ασήμαντη αφορμή ένα μωρό παιδί.

Και να, τώρα, με το «Ελεγεία και Σάτιρες», που τα πράματα έχουν σοβαρέψει. Σαν τους σπανούς, που ανάστημα ρίχνουν αλλά γένια δε βγάζουν, έτσι και ο Καρυωτάκης, ενώ δείχνει πως μεγάλωσε με την αυγενικότερη, λεπτότερη, θαρρετότερη, εφευρετικότερη τεχνική του, ωστόσο απόμεινε μελαγχολικός. Ο «πόνος» τού 'χει γίνει τώρα τρόπος ζωής. Η μελαγχολία του έχει τώρα και τις αφορμές της, κι ας είναι αυτές οι συνηθισμένες αφορμές που κάνουν έναν «ποιητή» να πονεί, γιατί τα βλέπει όλα μαύρα, μια και δεν τα βρίσκει όλα στη ζωή όπως αυτός τα ονειρεύεται, γιατί, αντίς να δρέπει άνθη και να τα προσφέρει στην «εκείνην», είναι αναγκασμένος να δουλεέυει και να κάνει παρέα με ανθρώπους αγροίκους, σκληρούς και βλάκες. Μαραχώνει, απογοητευμένος από τη ζωή που φεύγει, παράκαιρα, δίχως χαρά ή λύπη, δίχως ικανοποίηση, τσακίζεται και τα ρίχνει τ' άρματα:

Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Είναι τρομερό. Πρέπει στ' αλήθεια να υποφέρει, για να βλαστημάει έτσι. Τρομερό, γιατί το σημείο αυτό δεν τον εκατάντησε μια καταστροφή, μια συμφορά, ένα αγιάτρευτο χτύπημα. Τέτοιο πράγμα δεν φαίνεται από τους στίχους του. Αλλά είναι το φριχτό αποτέλεσμα της μελαγχολίας, που την εσυνήθισε στην αρχή, όπως συνηθίζει κανείς το τσιγάρο, και τώρα τον εκυρίεψε, του 'διωξε κάθε άλλη ευχαρίστηση, του 'γινε εγωπάθεια. Κ' επειδής η εγωπάθεια αυτή είναι ένα γενικότερο φιανόμενο στον τόπο μας, που βρήκε ίσως στον Καρυωτάκη την καλύτερή του έκφραση, θα προσπαθήσω να το περιγράψω εδώ, εξετάζοντας λεπτομερέστερα τη νέα αυτή ποιητική συλλογή του μελαγχολικού ποιητή.

Η συλλογή χωρίζεται: στα «Ελεγεία», πρώτη και δέυτερη σειρά, στην «Ηρωική Τριλογία», στις «Σάτιρες» και στις «Μεταφράσεις». Έξω από την «Ηρωική Τριλογία» -- που είναι τρία σονέτα σε πεντασύλλαβους, δείγματα δεξιοτεχνίας, τρεις εικόνες ηρωικές, επιγραμματικές: «Διάκος», «Κανάρης», «Μπάιρον» -- όλα τ' άλλα τα 'χει γεννήσει αυτή η μελαγχολία που είπαμε, ακόμα και τις «μεταφράσεις», όπου έχει διαλέξει (και μεταφράσει πολύ πετυχημένα) ορισμένα μ ε λ α γ χ ο λ ι κ ά ποιήματα από ορισμένους γάλλους και γερμανούς μ ε λ α γ χ ο λ ι κ ο ύ ς ποιητές.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής δείχνει τον τόνο που θ' ακολουθήσουν όλα τ' άλλα (σημειώνω με αραιά στοιχεία κάθε τι που μου φαίνεται υπερβολικό σε έκφραση ή γλωσσικό και γραμματικό τύπο):

Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα π ο ρ φ υ ρ ά στόματα των ανθών.
Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κι ύστερα παι μήτε σκιές δεν ε ί μ ε θ α σκιών.

Το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του η λ ί ο υ.
Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,
κι ύστερα φεύγομεν από τα βράδια του Α π ρ ι λ ί ο υ,
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.

Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σ κ ο ρ π ο ύ ν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.

Βλέπετε πως ο εαυτός μας έφτασε στο σημείο να φοβάται πια και τα λουλούδια και τον ήλιο. Εκείνο το «χρειάζεται» δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η στάση των λουλουδιών, του ήλιου και της άμετρης γύρω φύσης είναι απέναντι μας εχθρική. Ο ποιητής, σαν αγρίμι κυνηγημένο, έχει μουλώξει και φοβάται ως και τον ίσκιο του, έχει σφαλίσει το είναι του σαν το στρείδι και δεν ανοίγει με κανέναν τρόπο. Μόνον έτσι εξηγείται το πεισματικό αυτό κρέμασμα των μούτρων, αυτή η απελπισμένη ρούτζα ενός παιδιού παραχαϊδεμένου, που από εγωπάθεια ακατάντησε ένας ανυπόφορος, ιδιότροπος, νευρικός και γκρινιάρης, αφημένος στο πάθος του τόσο που να μην μπορεί να ιδή πόσο ψεύτικο είναι, και να φντάζεται πως ήλιος και λουλούδια περιμένουν τι και πώς, χ ρ ε ι α ζ ο ν τ α ι, το θάνατό του. Ο άνθρωπος υποφέρει σαν κανένας υποχονδριακός. Και δεν είναι μόνον τεχνικός ο λόγος που ο ποιητής διαλέγει κι από τη δημοτική κι από την καθαρεύουσα τις λέξεις του και τους γραμματικούς του τύπους. Είναι παραξενιά του, κούραση και βριεστημάρα.

Ωστόσο με τέτοιους στίχους εξακολουθεί ο ποιητής να δίνει όλες τις αποχρώσεις της μελαγχολίας του. Κάποια ευτυχισμένη στιγμή (ερωτική, τι άλλο; ), που πέρασε για πάντα, αναλαμβάνει να δώσει μια πραγματικότερη αφορμή, δίχως όμως να επιμένει και πολύ, χάνεται αμέσως. Τίποτα, η λύπη είναι suis generis, δίχως αφορμή καμία. Τα «αιώνια θλίψη», «αιώνια πληγή», «άρρωστο κορμί» και τα τέτοια, δε σημαίνουν πως τον τρώει τον ποιητή μας καμιά αρρώστια αγιάτρευτη. Σε μια στιγμή τ' ομολογεί και ο ίδιος:

...και ρωτιόμαστε τ ι ν α ' χ ο υ μ ε, τ ι ν α ' χ ω,
που σβήνουμε όλοι, φεύουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!

-δείτε υπερβολή μια φορά:

Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,
της μάνας γης, και ανοίγονται στο γέλιο των αιώνων.

Τα «απόλυτο Μηδέν», «απεραντοσύνη», «καθώς βαδίζω μια σκια μ' ακολουθεί από πανω», είναι μονάχα κόλπα για να θρέψουν και συντηρήσουν μια μελαγχολία καθάρια ποιητική και μάλιστα σύγχρονη νεο-ελληνική. Μα ο Καρυωτάκης, όντας τεχνίτης, ξεπερνά τον αφύσικο και σαχλό τόνο της στανικής μελαγχολίας όλων σχεδόν των νέων μας ποιητών -- μιας μελαγχολίας που θα την έλεγα «αυτοκατάχρηση» -- και με μουσική λαλιά και ρυθμό λυγερό, σεμνά πάντα προσπαθεί να βρει τρόπο να τη δικαιολογήσει με χίλιες-δυο προφάσεις, όπως ο αλκοολικός το πάθος του. Κάτι όμορφο και ζωντανό και γερό, αντί να του δώσει χαρά, τον κάνει να μελαγχολήσει περισσότερο, σαν τον υποχονδριακό που πειράζεται από τα παιχνίδια των παιδιών:

Ένα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα,
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!

-και να πάλι

Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες
άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα.

Έτσι παραπονιάρης, γκρινιάρης, με λαχτάρες για ταξίδι μακριά από τους κ α κ ο ύ ς α ν θ ρ ώ π ο υ ς, τελειώνει η πρώτη σειρά των [των Ελεγείων], για να 'μπει στη δεύτερη, που δεν παραλλάζει από τη πρώτη, μόνο που παίρνει κάποιον τόνο αυτοσαρκασμού, που βγαίνει από ανικανοποίητο παθος. Εκείνος ο άθλιος ο Καβάφης ζουζουνίζει επιμονα στ' αυτιά μου όταν διαβάζω τους στίχους:

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά
Δεν ξέρω γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιον ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

Κι εξακολουθεί ο αυτοσαρκασμός με στίχους ωσάν αυτούς: «είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες» ή «είμαστε κάτι απίστευτες αντένες» ή «είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις» ή «η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε» (; ) ή «των άδειων ημερών που τώρα ζούμε» ή «από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό ανδρείκελα» -- και η διάθεση αυτή κατασταλάζει όμορφα στο σονέτο «Τάφοι» και κλείνεται επιγραμματικά με το δίστιχο:

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.

Στις «Σάτιρες», η μελαγχολία δείχνει καλύτερα την όψη της, ξεθυμαίνοντας σε πικρόχολο γέλιο για τους άλλους και για τον ίδιο τον ποιητή. Εδώ πιο υποφερτό το γλωσσικό ανακάτωμα, και μάλιστα και ταιριαγμένο, έτσι σαν κωμικό στοιχείο, γιατί οι σάτιρες αυτές είναι λίγο και σαν φάρσες: ένα ξεθύμασμα δίχως κόπο. Ο βαριεστισμός, σακατεμένος από την υποχονδρία του ποιητής, ξεχύνεται σε καγχασμούς και τρελοκουβέντες σαν Αμλέτος. Τα συμπτώματα της αρρώστιας φανερώνονται εδώ καθαρότερα. Γλωσσική φάρσα το «Εις Ανδρέαν Κάλβον», παραλλήρημα από ένα κουρασμένο μυαλό που βλέπει αραβουργήματα να σαλεύουν και μπερδεύονται αδιάκοπα το «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο», φανταστική αγωνία το «Ιδανικοί Αυτόχειρες», μικροεκδίκηση το «Μικρή ασυμφωνία σε Α μείζον», σαρκασμός το «Σταδιοδρομία» [και το] «Όλοι μαζί...», και φαρμάκι το «Υποθήκαι»:

Όταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων...
Όταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο...
ʼσε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό
κράτησε σκήπτρο και λύρα.

Έχω την ιδέα πως οι ά ν θ ρ ω π ο ι είναι πολύ περισσότερο παιδιά από έναν ποιητή. Αλίμονο, αν ο ποιητής δεν πονέσει τους ανθρώπους. Ποιος τότε θα τους πονέσει; Και τι ποιητής είναι αυτός που έχει ανάγκη να χαϊδολογηθεί από τους ανθρώπους; Ας κρατήσει λοιπόν πεισματικά «σκήπτρο και λύρα», και ας τους βρίζει γιατί δε νιώθουν, γιατί δεν έχουν το χάρισμα να εκφράσουν τον πόνο τους κι αυτοί, γιατί δεν έχουν δύναμη να σκεφθούν, γιατί αγωνίζονται για τη ζωή πολεμώντας, όσο και όπως τους κόβει. Αμή ας τους ανοίγει τα μάτια ο ποιητής. Γιατί γι' αυτό είναι ποιητής: ανοιχτομάτης αυτός μέσα στους τυφλούς, οδηγός στους παραστρατισμένους, παρηγορητής στους θλιμμένους, δάσκαλος και καλοκαρδιστής και όχι στενόκαρδος κι εγώπαθος. Κι αν είναι οι άνθρωποι κακοί, φταίει αυτός πρώτα με την εγωπάθειά του. Γιατί αυτό είναι: όλη αυτή η γενιά (μαζί «ποιητές» και «περιβάλλον» και «εποχή») την έφαγε η εγωπάθεια, ο θεατρινισμός. Ο θεατρίνος, τεχνίτης εφήμερος, -- τι λέω; της στιγμής -- έχει ανάγκη να νιώθει τον εαυτό του κέντρο της οικουμένης, γιατί αυτός ο δόλιος είναι πράγματι «κύμβαλον αλαλάζον». Γι' αυτόν, το χειροκρότημα της στιγμής είναι η δικαίωση της τέχνης του, ανταμοιβή του, μόνη επιτυχία του στη ζωή. Αμή ο ποιητής; ο εμψυχωτής; ο δίκαιος κριτής; ο πλάστης των θεών; Πώς αυτός, ο «ποιμήν», ρίχνει τ' άρματα όταν ακούει τα ποδοβολητά των λύκων;

Με τον Καρυωτάκη κάποια παρεξήγηση θα συμβαίνει: έπιασε αυτήν την κάψα από το πρώτο του βιβλίο κι εξακολουθεί. Του εύχομαι, με το «Ελεγεία και Σάτιρες» να ξεθυμάνει πια και ν' αλλάξει σκοπό. Ας θελήσει να νιώσει πως άλλο «παιδική», κι άλλο «στενή» καρδιά.

Β. Ρώτας
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1414
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Μάιος 04, 2004 12:32 pm

Ελληνικά Γράμματα, Β', 7, 16 Μαρτίου 1928, σελ. 275-276

Το σημείωμα αυτό γράφτηκε στην Πάτρα, μαζί με επιστολή προς τον αρχισυντάκτη των Ελληνικών Γραμμάτων Γ.Ν. Πολίτη, εξ αφορμής της βιβλιοκρισίας που είχε δημοσιεύσει ο Β.Ρώτας για το Ελεγεία και Σάτιρες.

Κύριε,

Έχοντας υπ' όψιν μια δήλωση του περιοδικού, θα σας παρακαλούσα να δεχθείτε αυτή τη μικρή μου απολογία σε όσα διεξοδικότατα εγράφησαν για το βιβλίο μου Ελεγεία και Σάτιρες στα Ελληνικά Γράμματα.

Αφού προηγουμένως ευχαριστήσω τον κ. Ρώτα για την καλοσύνη που είχε να ασχοληθεί με τα ποιήματά μου, θα 'θελα μόνο να τον ρωτήσω αν όσα έγραψε στα Ελληνικά Γράμματα νομίζει ότι αποτελούν κριτική. Γιατί εγώ τουλάχιστον έχω την εντύπωση ότι ο κ. Ρώτας, εξ αφορμής του βιβλίου μου, εζήτησε απλώς να κάνει γνωστές τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του, τα ποιητικά του μοτίβα που τον ενδιαφέρουν περσότερο. Και είπε πάνω κάτω ότι η μελαγχολία δεν είναι καθόλου καλό πράγμα, ότι πρέπει να κοιτάξουμε λίγο και τον κοσμάκη, που υποφέρει όσο κ' εμείς, και να μη βυθιζόμεθα στον εαυτό μας, αν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι άξιο μέσα στη ζωή.

Φαντάζεσθε τώρα έναν τεχνοκρίτη, ο οποίος προσπαθούσε να μας πείσει ότι ο Θεοτοκόπουλος ή οποιοσδήποτε ζωγράφος που εργάζεται σε θρησκευτικά ή άλλα θέματα, και μάλιστα με ορισμένο τρόπο σύμφωνο πάντα προς την ιδιοσυγκρασία του, θα 'κανε φρονιμότερα αν άφηνε αυτό το σύστημα κι ακολουθούσε εκείνο που προτιμά ο επικριτής του.

Όταν εξετάζει κανείς αντικειμενικά, βρίσκει χίλια πράγματα να ειπεί και για τη φτωχότερη προσπάθεια. Και ο κ. ρώτας, σε δύο ολόκληρες σελίδες, δε μας είπε ούτε το στοιχειωδέστερο: Είναι, δηλαδή, ή δεν είναι ποιήματα τα Ελεγεία και Σάτιρες; Αν, κατά τύχην, συμβαίνει το πρώτο, εγώ είμαι ευχαριστημένος, γιατί η κοινωνιολογική άποψις δε με αφορά.

Αλλά θα είχα κι άλλες ερωτήσεις για τον κ. Ρώτα. Λ.χ. αν πιστεύει σοβαρώ ότι η δική του αισιοδοξία συμβιβάζεται με τη σημερινή πραγματικότητα περσότερο από το δικό μου πεσιμισμό, και αν ένας σύγχρονος άνθρωπος μπορεί ν' αντικρίσει αλλιώς παρά από την αντίθετη όψη, με νοσταλγία, το ιδανικό του Σολωμού (συμπάθεια και θαυμασμός), που, χωρίς να το εκφράζει καθαρά ο ίδιος, μαντεύουμε ότι έχει κατακυριεύσει τον κ. Ρώτα. Με συγχωρείτε όμως. Εδώ κινδυνεύω να θίξω το πρόγραμμα, την κατεύθυνση του περιοδικού, του οποίου τολμώ να επικαλεσθώ τη φιλοξενία για το σημείωμα αυτό.

Πάτρα 22 - 2 - 28

Με ιδιαίτερη τιμή

Κ.Γ. Καρυωτάκης
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1414
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό lexis » Τετ Σεπ 29, 2004 11:29 pm

Πρέβεζα
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Στην άμμο μεγάλα στήνονται τα έργα των ανθρώπων
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι

Κώστας Καρυωτάκης
lexis
junior member
 
Δημοσιεύσεις: 42
Εγγραφή: Τετ Σεπ 22, 2004 6:05 pm

Δημοσίευσηαπό messinian » Δευτ Οκτ 04, 2004 11:33 pm

Μυγδαλιά

(Κι ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω πώς μπορεί
να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται).


Ε χει στον κήπο μου μια μυγδαλιά φυτρώσει
κι αν είναι έτσι τρυφερή που μόλις ανασαίνει.
Μα η κάθε μέρα, η κάθε αυγή τηνε μαραίνει
και τη χαρά του ανθού της δε θα μου τη δώσει.
Κι αλιμονό μου εγώ της έχω αγάπη τόση!..

Κάθε πρωί κοντά της πάω και γονατίζω
και με νεράκι και με δάκρια την ποτίζω
τη μυγδαλιά πούχει στον κήπο μου φυτρώσει.

Αχ, της ζωούλας της το ψέμα θα τελειώσει.
Όσα δεν έχουν πέσει, θα της πέσουν φύλλα,
και τα κλαράκια της θε ν' απομείνουν ξύλα.
Την άνοιξη του ανθού της δε θα μου τη δώσει.

Κι όμως εγώ ο φτωχός της είχ' αγάπη τόση!..
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1414
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Τετ Οκτ 06, 2004 3:00 pm

το μαντάμ BOVARY που ειδα γραμμενο κάπου, είναι του Καρυωτάκη.
Γαμάτω κείμενο.
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 5:21 pm

"Ένα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα,
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!"
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1414
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Βιογραφία Καρυωτάκη

Δημοσίευσηαπό lexis » Παρ Οκτ 15, 2004 10:04 pm

O Κ. Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896. Ο πατέρας του ήταν από τη Συκιά της Κορινθίας, και η μητέρα του, η Αϊκατερίνη Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός κι έτσι στα παιδικα του χρόνια αναγκαστηκε να αλλάζει συνέχεια τόπο διαμονής. Πέρασε από το Αργοστόλι, τη Λευκάδα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, την Αθήνα, τα Χανιά.

Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. Δεκαεπτά χρονών έρχεται στην Αθήνα, και γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα τέλη του 1917 πήρε το πτυχίο του. Στη συνέχεια επιχείρησε να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα, αλλά η έλλειψη πελατείας τον ανάγκασε να ζητήσει δημόσιο διορισμό. Ετσι διορίστηκε υπάλληλος (υπουργικός γραμματέας Α) στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Μετά την οριστική απαλλαγή του από το στρατό, τοποθετήθηκε στη Νομαρχία Σύρου κι ύστερα βρέθηκε για μερικούς μήνες να ασκεί καθήκοντα νομάρχη στην Αρτα. Στη συνέχεια μετατέθηκε στην Αθήνα και υπηρέτησε στη Νομαρχία Αττικής.

Αισθανόμενος απέχθεια για την κρατική γραφειοκρατία την καυτηριάζει συχνά. Αυτό του στοιχίζει αντιπάθεια και διώξεις από τους ανωτέρους του, με αποτέλεσμα να μετατεθεί πολλές φορές στην επαρχία. Γνωρίζει έτσι τη μιζέρια και την ανία της και αυτό του στοιχίζει και τον πληγώνει βαθιά.

To Φεβρουάριο του 1919 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή "ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων", που δεν παίρνει καλή κριτική. Με τον φίλο του Αγη Λεβέντη εκδίδει τον ίδιο χρόνο το σατιρικό περιοδικό "Η Γάμπα". Παρά την επιτυχία του το περιοδικό κυκλοφόρησε μόνο σε έξι τεύχη γιατί η αστυνομία απαγόρευσε την έκδοσή του.

Το 1921 κυκλοφορεί τη δεύτερη συλλογή του τα "Νηπενθή". Την εποχή αυτή συνδέεται στενά με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Το 1924 ταξιδεύει στο εξωτερικό, στην Ιταλία (Ρώμη), Γερμανία και Ρουμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδίδει την τελευταία του συλλογή, "Ελεγεία και Σάτιρες".

Το Φεβρουάριο του 1928 αποσπάται στην Πάτρα και τον Ιούνιο στην Πρέβεζα. Αισθανόμενος αηδία και απόγνωση για τη ζωή αυτής της μικρής πόλης στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα και τη μικρότητα που κυριαρχεί εκεί. Στις 20 Ιουλίου αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του. Αποπειράται να αυτοκτονήσει πέφτοντας γυμνός στην θάλασσα και προσπαθόντας μάταια επί δέκα ώρες να πνιγεί. Δεν τα καταφέρνει όμως γιατί ήταν καλός κολυμβητής. Το πρωί της επομένης, απτόητος, αγοράζει ένα περίστροφο και πάει σε ένα καφενείο όπου φυτεύει μια σφαίρα στην καρδιά του. Στην τσέπη του αφήνει το τελευταίο του σημείωμα.
Στην άμμο μεγάλα στήνονται τα έργα των ανθρώπων
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι

Κώστας Καρυωτάκης
lexis
junior member
 
Δημοσιεύσεις: 42
Εγγραφή: Τετ Σεπ 22, 2004 6:05 pm

Κάτι από αυτόν που τόσο ταιριάζει σε 'μένα!

Δημοσίευσηαπό Ποζουκίδης » Κυρ Ιούλ 31, 2005 5:32 pm

"Έχω κατι σπασμένα φτερά,
δε ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό
για ποιαν ανέλπιστη χαρά
για ποιες αγάπες
για ποιό ταξίδι ονειρευτό"

Παρ'όλη τη μελαγχολία του, προσωπικά και αναπόδεικτα, μόνο ενστικτοδώς πιστεύω ότι δεν έχασε την ελπίδα του ο Καρυωτάκης.Παρά την μονοτονη πραγματικότητά του, η αυτοκτονία του δεν ήτανε μια απελπισμένη κίνηση,αλλά μια πράξη που δείχνει ότι πίστευε πως ακόμα υπαρχει ελπίδα,ίσως όμως όχι εδώ.
Με λόγια ακόμα και οι ατσάλινες πόρτες ραγίζουν
Ποζουκίδης
new member
 
Δημοσιεύσεις: 2
Εγγραφή: Κυρ Ιούλ 31, 2005 5:21 pm

Δημοσίευσηαπό Maurice25 » Κυρ Ιούλ 31, 2005 10:11 pm

Συμφωνώ, απλά η αηδία, η δυσαρέσκειά του και η αντίθεση του στον τρόπο ζωής των συνανθρώπων του έπρεπε να ονομαστεί "απαισιοδοξία" για να μην θιγούν οι σαθρές συνειδήσεις !

Δεν είναι πια τραγούδι αυτό
δεν είναι αχός ανθρώπινος
ακούγεται να φτάνει
από τα βάθη της νυκτός
κάποιου που έχει πεθάνει.
(Κριτική)
Με δίκοπους τους στίχους σου
χαράκωσα την ψυχή μου
Με δίκοπα φιλήματα
μάτωσα τη ζωή
Μέσα στ' αφόρητα ποιήματα
κρύφτηκα της ερήμου
κι αποχαιρέτησα τη γη.
Άβαταρ μέλους
Maurice25
junior member
 
Δημοσιεύσεις: 39
Εγγραφή: Τρί Ιούλ 26, 2005 1:38 am

Επόμενο

Επιστροφή στο ποίηση

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 3 επισκέπτες

cron