ποίηση

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

ο κόσμος της ποίησης είναι εδώ

Δημοσίευσηαπό messinian » Παρ Δεκ 23, 2005 10:40 pm

Tίτος Πατρίκιος


Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928.Το 1946 ολοκλήρωσε τα γυμνασιακά του μαθήματα στο Βαρβάκειο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για κάποια χρόνια ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατευμένος αρχικά στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ. Το 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από συνεργάτες των γερμανών και η εκτέλεσή του ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Κατά τη διάρκεια της
στρατιωτικής του θητείας εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1951-1952) και κατά τη διετία 1952-1953 στον Αη Στράτη, από όπου επέστρεψε στην Αθήνα με άδεια εξορίστου. Από το 1959 ως το 1964 σπούδασε Κοινωνιολογία
στην Ecole Pratique des Hautes Etudes του Παρισιού και πήρε μέρος σε έρευνες του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου, όμως κατέφυγε ξανά στο Παρίσι, όπου πήρε μέρος σε εκδηλώσεις ενάντια στο παράνομο καθεστώς και εργάστηκε στην έδρα της Unesco στο Παρίσι και στη Fao στη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1975 και εργάστηκε ως δικηγόρος, κοινωνιολόγος και λογοτεχνικός μεταφραστής. Το 1982 επέστρεψε στη θέση που κατείχε στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών πριν το 1967.
Στην Αθήνα εργάστηκε επίσης στο Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών.
Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1943 με τη δημοσίευση ενός ποιήματός του στο περιοδικό "Ξεκίνημα της Νιότης", ενώ το 1954 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Χωματόδρομος". Ιδρυτικό μέλος του περιοδικού "Επιθεώρηση Τέχνης" από το 1954, δημοσίευσε πολλά άρθρα και κριτικές στις στήλες του, ενώ πολλά δοκίμιά του συμπεριλήφθηκαν σε συγκεντρωτικές εκδόσεις.
Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση (κείμενα των Σταντάλ, Αραγκόν, Μαγιακόφσκι, Νερούντα, Γκόγκολ, Γκαρωντύ, Λούκατς και άλλων) και την πεζογραφία, ενώ τα περισσότερα κοινωνιολογικά έργα του είναι γραμμένα στα γαλλικά.
Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα φλαμανδικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά. Το 1994 τιμήθηκε με ειδικό κρατικό βραβείο για το σύνολο του έργου του.

Τα βιβλία του

Ποιήματα

Χωματόδρομος, Αθήνα, 1954.
Μαθητεία, Αθήνα, Πρίσμα, 1963.
Προαιρετική Στάση, Αθήνα, Ερμής, 1975, Γνώση, 1981, 1992.
Ποιήματα, Ι. Αθήνα, Θεμέλιο, 1976, 1980, 1990.
Θάλασσα Επαγγελίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1977, 1980, 1985.
Αντιδικίες, Αθήνα, Ύψιλον, 1981, 1983.
Αντικριστοί καθρέφτες, Αθήνα, Στιγμή, 1988, 1991.
Παραμορφώσεις, Αθήνα, Διάττων, 1989.
Μαθητεία ξανά, Αθήνα, Διάττων, 1991.
Η Ηδονή των παρατάσεων, Αθήνα, Διάττων, 1992.Αθήνα, Κέδρος, 1998.
Ποιήματα, Ι, Αθήνα, Κέδρος, 1998.
Ποιήματα, ΙΙ, Αθήνα, Κέδρος, 1998.
Ποιήματα, ΙΙΙ, Αθήνα, Κέδρος, 1998 .
Η αντίσταση των γεγονότων, Αθήνα, Κέδρος, 2000.

Πεζά

Η Συμμορία των δεκατριών, Αθήνα, Διάττων, 1990, Κέδρος, 2000.
Συνεχές Ωράριο, Αθήνα Διάττων, 1993. Αθήνα, Κέδρος 2000.
Στην ίσαλο γραμμή, Αφηγήσεις, Αθήνα, Κέδρος, 1997, 1997, 1999.

Μεταφράσεις που έχει κάνει στα ελληνικά:

Γκέοργκ Λούκατσς: Μελέτες για τον ευρωπαϊκό ρεαλισμό,
Εκδοτικόν Ινστιτούτο Αθηνών, 1957.
Αραγκόν: Μ' ανοιχτά χαρτιά, Θεμέλιο, 1965, Ηριδανός, 1971.
Encyclopedie de la Pleiade, Ιστορία της Φιλοσοφίας.
19ος αιώνας, οι κοινωνιολόγοι, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1978.
Σταντάλ, Αναμνήσεις εγωτισμού, Γνώση, 1983
Μπαλζάκ, Πραγματεία περί των νεωτέρων διεγερτικών, Ολκός, 1993.
Πωλ Βαλερύ, Ο κύριος Τέστ, Ολκός, 1995.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:04 pm

Βορεινή πύλη

'Ισως από την πρώτη μέρα να μην το 'ξερες
πως η θητεία τούτη δε θα τέλειωνε ποτέ.
Το δέχτηκες, όταν στα μαύρα χρόνια απάνω,
φάνηκε καθαρά πως άλλα, πιο μαύρα, θα σωριάζονταν.
Αυτό το ελάχιστο φλούδι της ζωής σου που συνεχώς μεταβαλόταν
ανάμεσα σ' εξωτερικές πιέσεις κι αντίδραση προσωπική,
είχε αποχτήσει πια κάποια συνείδηση, και διάλεγε.
'Ετσι κι αν άλλαζες τοποθεσίες, περιβολή και ιδιότητες,
κι αν γύρναγε ασταμάτητα ο τροχός προσώπων που βουλιάζαν
σε σκιές, σκιών που λευτερώνονταν σε πρόσωπα,
πάντα σε κάποια πύλη βορεινή ξαγρύπναγες σκοπός
ενάντια στο θάνατο με τ' όρθιο τρίχωμα που ορμούσε απ' έξω
στον άθλιο θάνατο που ξεπετιόταν από μέσα μας
στο θάνατο τον πιο πικρό που λούφαζε στις καρδιές κάποιων
συντρόφων,
εκεί και συ ένας φαντάρος όμοιος με τους άλλους. Μόνο
που αντί για κάνα ξεροκόμματο, άλεθες μες στα δόνιτα
σκόρπιους στίχους, μην τύχει και λίγο ξεχαστείς
μην τύχει μια στιγμή και σε νικήσει ο φόβος, η κούραση, ο ύπνος,
μέσα στις ανελέητες ώρες της νυχτερινής σου βάρδιας.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:05 pm

Προσχέδια για τη Μακρόνησο

Ι
Με το μελτέμι σου που δυναμώνει τη νύχτα
με τη νύχτα σου που δυναμώνει τη σιωπή
και μ' ένα συρματόπλεγμα τριγύρω στην καρδιά σου

Νησί που κανείς σεισμός
δε θα σε καταπιεί
μακρύ σαν πέτρινη μαγνητική βελόνη
να δείχνεις το βοριά και το νότο
της πορείας μας
της ιστορίας
του χρόνου

Κ' η θάλασσα κυλάει και φεύγει
κυλάει και φεύγει
δεν τ' αντέχει αυτά τα βράχια
κυλάει και φεύγει

ΙΙ
ΒΕΤΟ, ΑΕΤΟ, ΓΕΤΟ, ΣΦΑ, το Γάμμα Κέντρο
απ' την κορφή ως τα νύχια πέτρα
τ' αντίσκηνα σα σβώλοι λάσπη
ένα κομμάτι λάσπη οι άνθρωποι
τρεμόσβηνε η ψυχή γινόταν χώμα
φασματικές λάμπες κόβανε τα πρόσωπα
φωτίζοντας μάτια τρελλών
στόματα που ξεχύναν έντομα
κι ο άνεμος με τις χοντρές αρβύλες του βασανιστή
μαστίγωνε το άγριο βουνό με τη ζωστήρα του.

ΙΙΙ
Πηχτά σκουλήκια των στρατιωτικών αποχωρητήριων
από τους βόθρους γιγάντια ποντίκια
όλη τη νύχτα σκάβουν την κουραμάνα τους γυλιούς
γλυστρούν πάνω στα πρόσωπα
το φαγωμένο πρόσωπο μιας γάτας.
Κουρνιάζει σαν κοράκι η μέρα στο βουνό
και πέφτει η νύχτα που οι φαντάροι αυνανίζονται
νύχτα με τα περίπολα τα κινητά ουραία.
Πίσω απ' τα αποχωρητήρια
δυο ασελγούσαν μες στο φεγγαρόφωτο
ο ένας είχε γυναίκα και παιδιά.
Κι ένας Σκαρβέλας
χώνοντας τη σάπια μούρη του στον ύπνο μου
να δει αν τραγουδάω.

ΙV
Κυλιόνταν στους λασπόδρομους οι μεθυσμένοι
ο γερο-αντάρτης τραγουδούσε μες σε λυγμούς και σάλια
"Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα"
ώσπου τον έπιασαν οι αλφαμίτες.
Ο Σοφιανός σερνόταν δίπλα μου
βρωμοκοπώντας ούζο φωνάζοντας στον άδειο θάλαμο
"Εγώ είμαι χαφιές έγινα χαφιές
για μια σαρανταοχτάωρη άδεια
διώξε με από κοντά σου, διώξε με".
Κ' εγώ τον κράταγα απ' το κούτελο
για να ξεράσει.

V
'Ετσι έμαθα πόσο βαρειά είναι η άμμος
πόσο σκληρή είναι η πέτρα που δε σπάει
πως ξερριζώνονται τα σκοίνα κ' οι αφάνες.
Η άμμος έμεινε για πάντα μες στο στόμα μου
η πέτρα για πάντα στην καρδιά μου
τ' αγκάθια μείναν για πάντα καρφωμένα μες στα νύχια μου.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:06 pm

Γράμματα μετάνοιας

Οταν του ζήτησε ο στρατιώτης Ακριβόπουλος
Γεώργιος, χωρίον Κέδρος Θεσσαλίας,
να γράψει για λογαριασμό του
γράμματα μετανοίας στο χωριό, τινάχτηκε.
Κι ο στρατιώτης Ακριβόπουλος Γεώργιος,
παλιός κατάδικος σε θάνατο, πρόωρα γερασμένος
από έξη χρόνια στο βουνό, με τη μισή του φαμέλια
ξεκληρισμένη, του 'πε κλαίγοντας:
"Εσύ θα μπόραγες να τ' αλαφρώσεις λίγο".
Τότε,
πρώτη φορά κατάλαβε,
τι σήμαινε ήττα του κινήματος.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:07 pm

'Ισως ένα ποτάμι

Μ' άρπαξε από τ' αμπέχωνο πάνω στα πυρωμένα βράχια.
"Τα ποτάμια στέρεψαν" μου φώναξε "στέρεψαν οι πηγές.
Ακόμα κ' οι αγέρηδες χάσανε το δρόμο".
Την άλλη μέρα μου ψιθύρισε στην αγγαρεία:
"'Ισως υπάρχει πάντα μες στα χέρια μας ένα ποτάμι".
Είταν η εποχή της πέτρας και της δίψας.
Πολλοί τρελλαίνονταν. Πολλοί προδίνανε τη μάνα τους
για μια γουλιά νερό. 'Οταν τον πήρανε
πρόφτασε να μου πει: "Οι αγέρηδες χάνουνε το δρόμο
όταν αφήνουμε το δρόμο μας να χορταριάζει,
ν' αποκοιμιέται στο πλευρό των χωραφιών".
'Επειτα ήραν κι άλλες νύχτες κυκλωμένες θάλασσα
οι ξιφολόγχες χώριζαν τον ύπνο μας στα τέσσερα, στα δέκα.
Αργότερα πολύ έμαθα πως αυτός, ο τόσο αδύνατος,
είχε κρατήσει ως το τέλος.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:08 pm

Η πόλη που γεννήθηκα

Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών
δεν αποκρίνεται κανείς.
Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.
Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της
και με τυφλώνουν ρεκλάμες.
Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες.
Βόρειο πλάτος, αίμα.
Βόρειο μήκος, θάνατο.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:09 pm

Τέλος μιας ηλικίας

Καθώς διάσχιζε τον κεντρικό διάδρομο με τους καθρέφτες
-στο τέρμα, λέγαν, είταν το γραφείο του διευθυντή-
βρέθηκε μονομιάς στα πρόθυρα των γερατειών.
'Ορμησε τότε προς την έξοδο κινδύνου, βγήκε
στο πιο ψηλό διάζωμα κι άρχισε να φωνάζει:
"Διώχτε από μπρος μου το πνιγμένο πρόσωπό της,
με κυνηγάει σα μέδουσα, οι σάπιες τρύπες του κολλάν απάνω μου,
βυζαίνουν τα δίκαια όνειρά μου.
Δεν είναι αυτή η μοίρα μου. Γλυτώστε με. Δεν είναι".
'Οταν τον πρόλαβαν, είχε περίπου ηρεμήσει.
'Ηπιε λίγο νερό, μιαν ασπιρίνη,
του τίναξαν τους ασβέστες απ' τα ρούχα, τις στάχτες από τα μαλλιά...
Λίγον καιρόν αργότερα
σβήσαν κ' οι τελευταίες ανυπόταχτες χειρονομίες.
Είπανε μερικοί πως συμβιβάστηκε,
άλλοι μιλήσαν για λύσεις πανικού,
δυο-τρεις επέμεναν πως αναγνώρισε επί τέλους τις ευθύνες του.
Κανείς δεν έμαθε.
'Ηρθε η ζωή όπως συνήθως έρχεται και τα σκέπασε όλα

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:10 pm

Πορεία

Τότε ήρθε στη συνεδρίαση ο Χαρίλαος,
πραγματικό του όνομα Γεράσιμος,
και είπε:
"Συναγωνιστές θα νικήσουμε".
Τον σκότωσαν έπειτα από δυο μέρες.
Και ήρθε στη θέση του ο Αλέξης,
όνομα πραγματικό του Νίκος,
και είπε:
"Συναγωνιστές θα νικήσουμε".
Στο τρίτο κύμα της τρομοκρατίας
έπιασε θέση λογιστή.
Τότε ήρθε στη θέση του ο Γρηγόρης,
επιλεγόμενος Αρμένης, πραγματικό του όνομα άγνωστο
κ' είπε:
"Αδέρφια, θα περάσουμε πολλές δοκιμασίες
μα θα νικήσουμε".
Αργότερα ανέλαβε πιο υπεύθυνη δουλειά.
Κ' ήρθε στη θέση του η Ρόζα,
πραγματικό της όνομα Φανή,
κ' είπε:
"Θα πρέπει τώρα να προσαρμοστούμε
στις νέες συνθήκες".
'Οταν την πιάσαν ήρθε στη θέση της ο Πέτρος,
πραγματικό του όνομα Θανάσης
κ' είπε:
"Ο δείχτης των απεργιών ανέβηκε".
Πέθανε αργότερα στο σανατόριο.
Κ' ήρθαμε με τη σειρά μου εγώ κι ο Πελοπίδας κι ο Στρατής
ήρθαν παιδιά καινούργια, οι καταδίκες ηγετών
ήρθανε τα πεντάχρονα, τα εφτάχρονα, οι αλλεπάλληλες επαναστάσεις
ήρθανε τα συνέδρια, η αποκατάσταση νεκρών ηρώων
ο θάνατος από τα γερατειά
σκοτείνιασε η σειρά των ονομάτων, μπερδεύτηκε η συνέχεια...
Και είπε ο νέος εργάτης στη νέα συνεδρίαση:
"Σύντροφοι θα νικήσουμε".

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:12 pm

Ο ΜΕΤΡΗΤΗΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΤΙΤΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ

Το τελευταίο χαρτί που έπεσε ήταν μια δεύτερη ντάμα. Ο Αντρέας προσπάθησε να κρύψει ένα χαμόγελο. Κρατούσε στο χέρι δύο άσσους και το πρώτο ανοιχτό χαρτί ήταν κι αυτό άσσος. Σε κούκο μονό να κάνει φουλ του άσσου μπορεί και να μην του είχε ξανασυμβεί. Όσο μπορούσε πιο συγκρατημένα είπε «ντούκου». Ντούκου κι ο επόμενος, ο Φώτης. Όμως ο Γιάννης, που κέρδιζε συνεχώς ως εκείνη την ώρα κι έπαιζε με τον αέρα του νικητή, «Όσα έχει το ποτ», είπε αλλέγρος ­ κι άρχισε να μετράει τις μάρκες. Ήσαν αρκετές, γιατί με τ' αστεία το είχαν χοντρύνει το παιχνίδι.

Με τον ερχομό του 2000 γινόταν χαμός. Εδώ και βδομάδες τώρα ένα σωρό άνθρωποι που ήθελαν να προϋπαντήσουν τον καινούργιο αιώνα σε Λονδίνα και Νέες Υόρκες έτρεχαν σαν παλαβοί να κλείσουν θέσεις στ' αεροπλάνα. Κι όσοι δεν έβρισκαν ξενοδοχείο αναζητούσαν κάποιους παλιούς, μισοξεχασμένους φίλους μήπως και τους φιλοξενήσουν. ʼλλοι προτιμούσαν τα εξωτικά μέρη. Αρκετοί είχαν φύγει με γκρουπ για το Μαρακές ή για το Μπαλί, κι όσοι ονειρεύονταν συν τοις άλλοις ένα ταϊλανδέζικο μασάζ, για το Μπανγκόκ. Μερικοί είχαν διαλέξει το Βόρειο Ακρωτήριο, ίσως από κει θα έβλεπαν πρώτοι εκείνοι να καταφτάνει ο καινούργιος αιώνας.

Κι όμως αυτή την παραμονή του 2000 η Αθήνα, πλημμυρισμένη από φώτα, έβραζε σε κίνηση παρ' όλες τις αναχωρήσεις. Το κατάφωτο δέντρο του δημάρχου στο Σύνταγμα είχε ξεπεράσει σε ύψος όλα τα προηγούμενα. Πάνω στην εξέδρα της πλατείας οι ορχήστρες είχαν αρχίσει από νωρίς. Τα γιγαντιαία μεγάφωνα ξέχυναν τη μουσική στους γύρω δρόμους κι ακόμα πιο πέρα. Οι τραγουδιστές και οι τραγουδίστριες εναλλάσσονταν ­ οι περισσότεροι, πολιτικοποιημένοι καθώς ήσαν, έκαναν όλες τις προηγούμενες μέρες δηλώσεις στα κανάλια για τη σημασία της αλλαγής της χιλιετίας. Κάτω το πλήθος συνεχώς μεγάλωνε, νέοι και λιγότερο νέοι, μοναχικοί και οικογένειες, κόσμος από τις συνοικίες, αλλά και τις κοντινές πόλεις, Έλληνες και ξένοι.

Οι έξι φίλοι είχαν κανονίσει να παίξουν εκείνη την παραμονή μια πόκα όπως παλιά, αλλά με την απόφαση να μην αρχίσουν πάλι τις αναμνήσεις από δίκες και φυλακές, παράνομες οργανώσεις και συντονιστικές επιτροπές. Πάντως τις οικονομικο-πολιτικές αναλύσεις και προοπτικές ήξεραν πως τελικά δε θα τις απέφευγαν.

Πολύ περισσότερο τώρα που τέλειωνε ένας τέτοιος αιώνας. Το μεγάλο σπίτι του Γιάννη στη Γλυφάδα, δύο βήματα από τη θάλασσα, γέμισε γρήγορα. Οι έξι αποσύρθηκαν αμέσως σχεδόν σ' ένα πλαϊνό σαλόνι, όρισαν το τσιπ αρκετά ψηλότερα από παλιά και στρώθηκαν στο παιχνίδι. Η οικοδέσποινα πηγαινοερχόταν στην κουζίνα, όπου η Γεωργιανή βοηθός της ετοίμαζε τις πιατέλες με τα φαγητά ή άδειαζε τα τασάκια που γέμιζαν συνεχώς με αποτσίγαρα. Οι γυναίκες των άλλων προσπαθούσαν κι αυτές να βοηθήσουν. Στα δύο συνεχόμενα καθιστικά και την τραπεζαρία μερικά φιλικά ζευγάρια ­ οι απόντες αυτή τη φορά ήσαν αρκετοί ­ που δε νοιάζονταν για τα χαρτιά συζητούσαν για τα τρέχοντα. Κάποιοι συγγενείς του οικοδεσπότη έμεναν λίγο παράμερα ενώ τα παιδιά έβαζαν συνεχώς δίσκους στη διαπασών.

Μετά το χτύπημα του Γιάννη, ο Πέτρος, ο Αντώνης κι ο Κώστας διαδοχικά αποχώρησαν. «Τα ρέστα μου», είπε κάπως έντονα ο Αντρέας όταν ξανάρθε η σειρά του. Μπροστά του είχε ακόμα μια στοίβα από τις καινούργιες κάβες που είχε πάρει πριν λίγο. «Δικαίωμα» έκανε ο Γιάννης. Εκείνη τη στιγμή κουδούνισε το κινητό.

«Αμάν, μωρέ παιδιά, δεν μπορείτε να τους κλείσετε αυτούς τους διαόλους...», φώναξε νευριασμένος ο Φώτης, που δεν είχε πάρει ούτε μια παρτίδα. «Εγώ δηλαδή γιατί το έχω κλεισμένο;».

«Τι να κάνω, θα είναι από το Μαιευτήριο», είπε ο Αντρέας βγάζοντας από την τσέπη του το κινητό. «Ναι...», συνέχισε στο τηλέφωνο, «ναι..., εντάξει, έρχομαι αμέσως». Και γυρίζοντας στους φίλους του, «όπως το φαντάστηκα, είναι ένα έκτακτο περιστατικό. Πρέπει να φύγω». Κι έκανε να σηκωθεί.

«Τα βλέπω», τον σταμάτησε ο Γιάννης, που όλη εκείνη την ώρα έκανε τους υπολογισμούς του. Το δικό του φουλ ήταν δυνατό, αλλά όχι κι αχτύπητο. Όμως ο Αντρέας τι να είχε; Ρήγας δεν είχε πέσει, άρα το φουλ του Ρήγα αποκλειότανε. Όσο για φουλ του ʼσσου δε φαινότανε πολύ πιθανό, αφού έναν ʼσσο κρατούσε ο ίδιος. Αλλά ακόμα κι έτσι, καλύτερα να έβλεπε τα ρέστα του Αντρέα παρά να λέγανε πάλι πως είχε καθήσει στα κέρδη του και πως είναι καραμπίνας. ʼνοιξε τα χαρτιά του.

«Φουλ της Ντάμας».

«Φουλ του ʼσσου», είπε ο Αντρέας ανοίγοντας τα δικά του.

Τα χαρτιά, απλωμένα στην πράσινη τσόχα, έδειχναν μια παράξενη αντιστροφή. Τρεις ʼσσοι και δύο Ντάμες πήγαιναν προς τη μία μεριά, τρεις Ντάμες και δύο ʼσσοι πήγαιναν προς την άλλη. Ο Αντρέας μάζεψε ένα βουναλάκι μάρκες. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν έντεκα και δώδεκα ακριβώς.

«Σε μιάμιση, το πολύ δύο ώρες, θα είμαι πίσω. Δηλαδή με τον καινούργιο χρόνο. Αν οι μάρκες δε σας φτάνουν, κάντε αυτές εδώ χρήμα και αφήστε το στη θέση μου. Όμως για το γούρι θα πάρω ένα χιλιάρικο από την κάσα».

Καθώς σηκώθηκε να φύγει κοντοστάθηκε. «Βγάλτε τα μισά απ' αυτό το κόλπο για τη θεραπευτική κοινότητα Οι Αργοναύτες. Έμαθα πως κάνουν καλή δουλειά». Φίλησε τη Λίλιαν και τα παιδιά. «Κρίμα που θα υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο χωριστά, αλλά σε λίγο θα είμαστε πάλι μαζί. Πάντως, χρόνια πολλά από τώρα».

Κατέβηκε βιαστικά από τις σκάλες για να ξεμουδιάσει και μπήκε στην καινούργια BMW 318. Από τότε που έγινε διευθυντής της κλινικής, δηλαδή του τμήματος ­ οι καινούργιες ονομασίες τον μπέρδευαν ­, όλοι του λέγανε να αλλάξει την παλιά Πεζώ που πια σερνότανε. Στο τέλος το έκανε, αλλά το να κυκλοφορεί με ένα κυριλέ αυτοκίνητο του έδινε ακόμα κάποιο αίσθημα ενοχής. «Στο κάτω κάτω δεν είναι κι από τα πιο ακριβά», είπε μέσα του. Ωστόσο δεν μπορούσε να ξεχάσει πόσο άνετα ένιωθε στη μικρή Ρενώ Κατρ Ελ, τον καιρό της χούντας, στο Παρίσι. Δε χάλαγε με τίποτα κι ας ήταν από τρίτο χέρι. Μ' αυτήν πήγαινε κάθε πρωί στη Maternite του Pont-Royal· μ' αυτήν έκαναν τόσα ταξίδια με τη Λίλιαν· μ' αυτήν είχε μεταφέρει τα εκρηκτικά μιας άλλης οργάνωσης. Δεν πίστευε σ' αυτές τις μορφές αγώνα, αλλά του το είχε ζητήσει ο Κώστας και δεν μπορούσε να το αρνηθεί στο φίλο του. Μήπως όμως όλη αυτή η επιμονή στις αναμνήσεις, συλλογίστηκε, ήταν ένα προανάκρουσμα παλιμπαιδισμού;

Αυτό το περιστατικό μπέρδευε τώρα το πρόγραμμά του. Από τις γυναίκες που παρακολουθούσε δεν περίμενε κανέναν άμεσο τοκετό. Έτσι κανόνισε με τον αναπληρωτή του να είναι ελεύθερος για το τριήμερο. Και να που εμφανίστηκε ξαφνικά αυτή η τσιγγάνα με την πρόωρη αποκόλληση του πλακούντα. Ο αναπληρωτής του ήταν αρκετά πεπειραμένος, αλλά η μεγάλη αιμορραγία και οι ενδεχόμενες επιπλοκές μιας δύσκολης καισαρικής τον είχαν ανησυχήσει. Δεν ήθελε να αναλάβει μόνος του την ευθύνη, και μάλιστα μ' ένα ολόκληρο τσούρμο τσιγγάνους αποκάτω, όπως του είχε πει στο τηλέφωνο.

Ο Αντρέας είχε περάσει όλο το πρωί σεργιανώντας στην Αθήνα, χωρίς να ψωνίσει τίποτα. Τα δώρα τα έκανε πια από τα Χριστούγεννα. Η βαβούρα τον ευχαριστούσε. Ακόμα και τα σκόρπια μικρά συγκροτήματα που χάλαγαν τον κόσμο. Ακόμα κι οι περιφερόμενοι μουζικάντηδες. Έπειτα ήρθαν τα χαρτιά στο σπίτι του Γιάννη. Την άλλη μέρα, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, ήταν η καθιερωμένη, πληκτική γιορτή του κουνιάδου του τού Βασίλη. Και την Κυριακή θα την περνούσε επιτέλους με τη Στεφανία και όχι στο Μαιευτήριο, όπως συνήθως έλεγε σπίτι του, όπου άλλωστε κανείς δεν τον πίστευε.

Παρ' όλα αυτά ένιωθε ευχαριστημένος. Είχε χρόνια να κερδίσει σε πρωτοχρονιάτικο παιχνίδι κι αυτό το ωραίο κόλπο το θεωρούσε καλό σημάδι, όσο κι αν έπαιζε σπάνια πια. Πήγε να σπρώξει το CD στη θέση του και καθώς κοίταξε το κοντέρ ξαφνιάστηκε. Πήγαινε με 150 χωρίς να το καταλάβει. Με το παραμικρό πάτημα του γκαζιού το αυτοκίνητο αυτό έφευγε σαν βολίδα, χωρίς κανένα τράνταγμα, χωρίς κανένα θόρυβο της μηχανής. Βέβαια η λεωφόρος ήταν άδεια, αλλά δεν υπήρχε λόγος να γίνει ο τελευταίος νεκρός της χρονιάς. Έκοψε ταχύτητα. Η μουσική γέμιζε όλο το χώρο. Ήταν το Κοντσέρτο για πιάνο του Σούμαν σε μιαν εγγραφή με το Ρίχτερ. Τον τελευταίο καιρό το έβαζε ασταμάτητα, δεν ήξερε κι αυτός γιατί. Το κοντέρ είχε κατέβει στα ογδόντα. Δηλαδή ο μετρητής, σκέφτηκε, που μετρούσε τα χιλιόμετρα. Ένας άλλος φωτεινός μετρητής μετρούσε στο ταμπλό τα λεπτά.

Το πρώτο μέρος του Κοντσέρτου κρατούσε σχεδόν ένα τέταρτο, το ήξερε πια. Θα έφτανε στο Μαιευτήριο απάνω που θα τέλειωνε.



Όλα όσα είχε διαβάσει ή ακούσει γι' αυτή την περίφημη Πρώτη Ιανουαρίου, που ήταν πρώτη του έτους, πρώτη του αιώνα, πρώτη της χιλιετίας, και που τώρα σε λίγα λεπτά κατέφθανε με τη μορφή ενός κοινότατου Σαββάτου, του είχαν φανεί ρηχά και τετριμμένα. Με τους φίλους δεν είχε προλάβει να συζητήσει αρκετά. Το παιχνίδι γρήγορα τους παρέσυρε. ʼλλωστε ο Γιάννης, με το θετικό ύφος του πολιτικού μηχανικού ­ η εταιρεία του είχε γίνει ένας κολοσσός, τελευταία είχε αναλάβει τη μελέτη και την εκτέλεση της καινούργιας σήραγγας του Μακρυνόρους ­, είχε φέρει από την αρχή αντιρρήσεις: «Μα τι λέτε τώρα. Ο καινούργιος αιώνας αρχίζει το 2001 και όχι το 2000. Μετρήστε καλά και θα δείτε. Όλες αυτές οι φασαρίες που γίνονται είναι σαχλαμάρες».

«Και τι πειράζει», είχε αντιτείνει ο Κώστας, που λίγο πιο πριν τους έλεγε ότι ζήτησε από τον εκδότη του να καθυστερήσει το τύπωμα του καινούργιου του μυθιστορήματος, ώστε να βγει το Γενάρη με ένα ωραίο 2000 και στο κοπυράιτ και στον κολοφώνα. «Αυτά τα τρία μηδενικά έχουν κάτι το σαγηνευτικό. Προτιμώ λοιπόν να γιορτάσω το χρόνο που έρχεται παρά ένα άχαρο 2001».

Με τη συνηθισμένη του επιθετικότητα ο Φώτης, που διηύθυνε ένα από τα πιο έγκυρα οικονομικά περιοδικά, δεν τον άφησε να συνεχίσει. «Τρίχες, αυτά τα τρία μηδενικά τα είχαν οι απόπατοι, πριν ακόμα γίνουν καμπινέδες, αποχωρητήρια, τουαλέτες. Αυτός ο αιώνας αρχίζει με τρία μηδενικά γιατί με την παγκοσμιοποίηση που φέρνει είναι για χέσιμο. Να το ξέρετε, αν δεν ξαναρχίσουν οι αγώνες, θα μας αλλάξει τα φώτα».

«Ελάτε παιδιά, μην υπερβάλλουμε», είχε παρατηρήσει ο Πέτρος, που βρισκότανε στη δεύτερη πρυτανική του θητεία και δεν πολυασχολιόταν πια με το Συνταγματικό Δίκαιο. «Δεν είναι και τόσο μαύρα τα πράγματα. Κοιτάξτε μόνο πόσο έχει παραταθεί η ζωή, πόσες αρρώστιες αντιμετωπίζονται πια, πόσο η πείνα στον τρίτο κόσμο... Και στο κάτω κάτω η Βιάγκρα τρίτης γενιάς δε θα έχει καμιά παρενέργεια».

Είχε γελάσει ο ίδιος, παρασύροντας λίγο και τους άλλους, εκτός από τον Αντώνη που απλώς εμειδίασε. Απ' όλη τη συντροφιά μόνο εκείνος ήταν συνταξιούχος του ΙΚΑ. Από κανέναν τους δε ζητούσε ποτέ τίποτα και κανείς τους δεν ήξερε πώς πραγματικά ζούσε τα τελευταία χρόνια. Αν και συνήθως σιωπηλός, αυτή τη φορά πήρε μέρος στην κουβέντα.

«Κατά βάθος είσαστε όλοι χιλιαστές. Τοποθετείτε σ' ένα απώτερο, φαντασιακό μέλλον όλους τους φόβους σας για καταστροφή και όλες τις επιθυμίες σας για ευδαιμονία, και μετά προσπαθείτε να φέρετε αυτό το μέλλον όλο και πιο κοντά σας, να το κάνετε εμπράγματο παρόν σας».

Ο Αντρέας τα γυρόφερνε όλα αυτά στο μυαλό του. «Όπως και να 'ναι», είπε μέσα του, «προσπαθούμε πάντα να εξιχνιάσουμε το μέλλον. Δεν γίνεται αλλιώς. Μόνο που δεν τα καταφέραμε τότε που πιστεύαμε ότι το μέλλον θα είναι φωτεινό. Θα τα καταφέρουμε τώρα, που αυτό το μέλλον μάς ήρθε όπως ήρθε, κι εμείς όλο και περισσότερο νοσταλγούμε ένα ένδοξο, χαμένο παρελθόν;».

Ξαφνικά, αναλογίστηκε ποιο θα ήταν το δικό του, άμεσο μέλλον, στις επόμενες εβδομάδες, τους επόμενους μήνες του καινούργιου χρόνου, δηλαδή του καινούργιου αιώνα ή γιατί όχι της καινούργιας χιλιετίας. Από μιαν άποψη ήταν ήδη προκαθορισμένο. Στο κομπιούτερ του υπήρχαν ραντεβού ως τα τέλη Φεβρουαρίου. Κι από την άλλη μεριά έπρεπε να πάρει μερικές σοβαρές αποφάσεις. Πρώτα πρώτα να δώσει μια οριστική απάντηση στην πρόταση που του είχε γίνει να αναλάβει τη διεύθυνση του νέου μεγάλου ιδιωτικού μαιευτηρίου «Η Αλκυόνη». Έπειτα να δώσει ένα τέλος στην ιστορία με τη Στεφανία. Δεν είχε φανταστεί πως αυτή η σχέση με τη νεαρή αιματολόγο, που είχε αρχίσει αρκετά επιπόλαια, θα γινότανε τόσο δεσμευτική και για τους δύο, κυρίως όμως για εκείνη. Όσο κι αν τον στενοχωρούσε έπρεπε να την πιέσει να φύγει για τη Νέα Υόρκη. Στο Memorial Hospital δεν μπορούσαν να την περιμένουν άλλο. Και last but not least, έπρεπε να κάνει μια σοβαρή προσπάθεια να κόψει το τσιγάρο. Ο καρδιολόγος ήταν κατηγορηματικός.

Καθώς έστριβε από το τέρμα της οδού Υμηττού για να φτάσει στη Βασιλίσσης Σοφίας είδε στα δεξιά του σωλήνες φθορισμού ενός γραφείου κηδειών (του ήταν αδύνατο να το πει «τελετών»). «Για δες», συνέχισε να μονολογεί, «κι εμείς κι εκείνοι είμαστε συνεχώς εν υπηρεσία. Μόνο που εμείς στα νοσοκομεία λέμε πως εφημερεύουμε κι εκείνοι πως διανυκτερεύουν. Για μας το φως, για εκείνους το σκοτάδι. Ή μήπως εμείς είμαστε ο πρώτος κι εκείνοι ο τελευταίος κρίκος της ίδιας αλυσίδας;». Γέλασε με τις σκέψεις του που τις βρήκε αρκετά κοινότοπες. Είχε φτάσει πια στην πύλη του Δημόσιου Μαιευτήριου. Η φωτεινή επιγραφή Εφημερεύει φεγγοβολούσε. Μόλις όμως προχώρησε για να παρκάρει στο προαύλιο, τά 'χασε. Γινόταν χαλασμός. Από τη μια μεριά ένα σωρό τσιγγάνοι, νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά, ήσαν ξαπλωμένοι σε κουβέρτες γύρω από δύο Ντάτσουν. Από την άλλη τρία βαν τηλεοπτικών σταθμών είχαν υψωμένες κιόλας τις κεραίες. Οι ηλεκτρολόγοι σήκωναν τους προβολείς, οι εικονολήπτες έστηναν τα τριπόδια, οι δημοσιογράφοι κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Ήταν του Zenith, του Ocean, και μιας κρατικής τηλεόρασης.

Ο Αντρέας κατευθύνθηκε βιαστικά προς την είσοδο.

«Τι συμβαίνει, Παναγιώτη;» ρώτησε το θυρωρό που είχε βγει στο πλατύσκαλο.

«Ήρθανε οι τηλεοράσεις για το πρώτο μωρό του αιώνα, κύριε διευθυντά. Θέλουν δηλώσεις. Κι είναι και οι τσιγγάνοι που φέρανε μια δικιά τους σε άσχημη κατάσταση».

Όμως οι δημοσιογράφοι που κατάλαβαν ποιος ήταν, έτρεξαν και τον περικύκλωσαν με τα μικρόφωνα. Μαζί τους και δύο τσιγγάνοι.

«Τι έχετε να μας πείτε, κύριε Διευθυντά; Πώς αισθάνεστε που θα ξεγεννήσετε το πρώτο μωρό του αιώνα; Ξέρετε τι θα είναι; Αγόρι ή κορίτσι;». Οι ερωτήσεις έπεφταν μαζεμένες.

«Αγαπητοί μου, δεν είναι ώρα για κουβέντες. Αυτή τη στιγμή επείγουν άλλα», τους απάντησε κοφτά. Έκανε να προχωρήσει προς τα χειρουργεία, αλλά οι δύο τσιγγάνοι μπήκαν μπροστά του.

«Γιατρέ, κοίτα το πρώτο παιδί του αιώνα να είναι το δικό μου», του είπε σχεδόν απαιτητικά ο πρώτος, ένας αρκετά νέος. «Και τι λέμε εκατό χρόνια, εδώ μιλάνε για χίλια. Από το Κανάλι του Zenith είπανε θα μας δώσουν πολλά λεφτά. Θα σωθούμε όλοι μας».

«Σταμάτα, Σώτο, μ' αυτές τις σαχλαμάρες για τα εκατό και τα χίλια χρόνια. Το δικό μας το βιβλίο λέει πως ο Ο-Ντελ έστειλε τον Ρομ στον κόσμο χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα», είπε σαν λαχανιασμένος ο άλλος. Έδειχνε πολύ γέρος. «Κάνε ό,τι μπορείς γιατρέ να βγει γερό το παιδί και να σωθεί κι η κοπέλα».

«Κλείσε το στόμα σου, γέρο, εσύ δεν ξέρεις πού να σταματήσεις», φώναζε ο πρώτος. «Μην τον παρεξηγείς μ' αυτά που λέει, κύριε Διευθυντά. Έχει ξεκουτιάνει».

Ο Αντρέας κοίταξε το ρολόι του. Ήταν πια δώδεκα παρά τέταρτο.

«Μη με καθυστερείτε άλλο σας παρακαλώ. Αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου», είπε και χάθηκε σε μια πόρτα στο βάθος του διαδρόμου.

Η επέμβαση ήταν αρκετά δύσκολη. Κράτησε πάνω από είκοσι πέντε λεπτά. Όταν ο Αντρέας ξαναβγήκε στο διάδρομο, αφού συνεννοήθηκε με τον αναπληρωτή και τον πρώτο επιμελητή του, ένας ορυμαγδός από κορναρίσματα αυτοκινήτων, ξεφωνητά, στριγκλιές, μουσικές, κανονιές από το Λυκαβηττό, ριπές αυτομάτων, σκόρπιους πυροβολισμούς, πήγε να τον ξεκουφάνει. Στην τηλεόραση του θυρωρείου είδε ξαφνικά το σαλόνι του δεύτερου τμήματος. Ένας δημοσιογράφος ξεφώνιζε χωρίς να παίρνει ανάσα.

«Και το πρώτο μωρό του καινούργιου αιώνα, της καινούργιας χιλιετηρίδας είναι ένα πανέμορφο κοριτσάκι, η Ελπίδα Δημητροπούλου, γιατί έτσι μας είπε ο ευτυχισμένος πατέρας ότι θα τη βαφτίσουν. Ας ακούσουμε όμως πρώτα τον κύριο Βαγγέλη Δημητρόπουλο να μας πει πώς αισθάνεται. Αργότερα, όταν επιτέλους οι αρμόδιοι μας επιτρέψουν, θα δούμε το ίδιο το μωρό, αλλά και την υπέροχη μητέρα, αυτή την Ελληνίδα μητέρα. Λοιπόν, κύριε Δημητρπουλε...».

Στην αυλή οι προβολείς είχαν σβήσει. Όμως ασταμάτητα πυροτεχνήματα φώτιζαν τον ουρανό. Όταν είδαν τον γιατρό στο πλατύσκαλο, οι δύο τσιγγάνοι έτρεξαν και στάθηκαν πάλι μπροστά του. Οι δημοσιογράφοι είχαν εξαφανιστεί. Είχαν όλοι πάει στο δεύτερο τμήμα του Μαιευτηρίου.

«Σώτο, να σου ζήσει ο γιος», είπε ο Αντρέας που θυμήθηκε το όνομα. Και γυρίζοντας στον γέροντα, «και σένα ο εγγονός. Όπως σας είπαν, δυσκολευτήκαμε λίγο, αλλά όλα πήγαν καλά. Όσο για τον αιώνα, Σώτο, μη στενοχωριέσαι. Ο πραγματικός καινούργιος αιώνας ­ κι εδώ θυμήθηκε τον Γιάννη ­ αρχίζει του χρόνου, το 2001. Μπορεί τότε να έχεις την τύχη. Αλλά μια και μιλάμε για τύχη, να σας δώσω κάτι γουρλίδικο για το μωρό».

ʼνοιξε το πορτοφόλι του και την ίδια στιγμή αναλογίστηκε με τρόμο πως όλα του σχεδόν τα μετρητά τα είχε δώσει για τις κάβες. Αυτά που του έμεναν ήταν ένα δεκαχίλιαρο, ένα πεντοχίλιαρο, και το χιλιάρικο που είχε πάρει από την κάσα.

«Λοιπόν», είπε μ' ένα βεβιασμένο χαμόγελο, «αυτό είναι ένα χιλιάρικο που κέρδισα στα χαρτιά. Για το γούρι. Κι αυτό ένα δεκαχίλιαρο».

«Φχαριστούμε», έκανε ψυχρά ο Σώτος. «Θα του πάρω μια ασημένια ταυτότητα. Οι καλές έχουν δεκαπέντε χιλιάρικα, εγώ θα την πάρω με έντεκα».

Ο Αντρέας θέλησε να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα.

«Και τι όνομα θα του δώσετε;»

«Θεόφιλος», πετάχτηκε ο γέρος.

«Θεόφιλος;».

«Ναι, Θεόφιλος. Είναι ένα παλιό δικό μας όνομα».

Να λοιπόν που είχε φτάσει ο καινούργιος αιώνας, να που τον είχε προφτάσει, σκεφτόταν ο Αντρέας καθώς πήγαινε για το αυτοκίνητο. Ας έλεγε ο Γιάννης πως ο αληθινός ήταν ο επόμενος, ας πίστευε ο γέρος πως οι τσιγγάνοι είχαν χιλιάδες χρόνια πίσω τους, ας πίστευαν άλλοι άλλα. Ο δικός του αιώνας ήταν αυτός. Μόνο που τον άρχιζε με μιζέρια. Ακόμα και για τους Αργοναύτες είχε δώσει από κερδισμένα λεφτά, κι απ' αυτά τα μισά. Ξανάκλεισε με δύναμη τη βαριά πόρτα της BMW. Έβαλε στο στόμα ένα τσιγάρο χωρίς να το ανάψει, και γύρισε στους τσιγγάνους. Ο Σώτος είχε ανέβει στο φορτηγάκι.

«Σώτο, κατέβα κάτω μια στιγμή», του φώναξε. Ο Σώτος κατέβηκε παραξενεμένος.

«Τι θες, γιατρέ; Μήπως θες φωτιά;».

«Όχι. Θέλω μόνο να σε ρωτήσω, ξέρεις τι είναι ο μετρητής;».

«Ποιος μετρητής;».

«Να, ο μετρητής του νερού ας πούμε».

«Θες να πεις το ρολόι του νερού;».

«Ναι, δεν μετράει το νερό που περνάει;».

«Το μετράει».

«Και το ρολόι δε μετράει το χρόνο που περνάει;».

«Το μετράει».

«Δεν είναι λοιπόν κι αυτό ένας μετρητής; Ένας μετρητής του χρόνου».

«Αφού το λες, γιατρέ, είναι».

Ο Αντρέας ξεκούμπωσε από το χέρι το ακριβό χρονόμετρό του.

«Αυτό είναι για τον Θεόφιλο. Για να μετράει από δω και πέρα το χρόνο που τώρα άρχισε γι' αυτόν. ʼντε, καλή χρονιά για όλους σας και να τον χαίρεστε».

«Φχαριστώ γιατρέ, να 'σαι καλά», είπε ο Σώτος κρατώντας αμήχανα το ρολόι. «Καλή χρονιά και για σένα και για τους δικούς σου».

Ο θόρυβος είχε λίγο καταλαγιάσει, αλλά τα πυροτεχνήματα δεν έλεγαν να σταματήσουν.



ΤΑ ΝΕΑ , 09/08/1999
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Κυρ Δεκ 25, 2005 4:15 pm

ΤΑ ΜΗ ΛΕΧΘΕΝΤΑ

Τα πράγματα που οι άνθρωποι και οι περιστάσεις
έλεγα πως δεν μ'άφηναν να ξεστομίσω
άραγε είχαν πάρει οριστικό περίγραμμα
ή έσβηναν πριν κάν σχηματιστούν
μέσα σε νοερές,μεταβαλόμενες επαναλήψεις;


ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Ίσως από το σώμα
εκείνο που περισσότερο ξεχνιέται
να είναι η ηδονή.


ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ

Οι απέραντες εκτάσεις μετρημένες
μ'έτη φωτός,δεν μου λένε τίποτα.
Εσύ ήσουνα λίγα μέτρα μακριά
και δεν μπορούσα να σ'αγγίξω
σαν απλησίαστο απλανή αστέρα.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Επόμενο

Επιστροφή στο ποίηση

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 5 επισκέπτες

cron