ποίηση

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ - Ο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ

ο κόσμος της ποίησης είναι εδώ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ - Ο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 7:20 pm

ΟΡΦΕΑΣ


Είπα, κανείς μη, μ’ ακλουθήσει, μόνος
Θα πάω, κι αν θα γυρίσω, πάλι μόνος.

Μ’ αν δεν ξανάρθω πίσω, τ’ όνομά μου

Σας δίνω κι Ορφανούς Σας λέω, για ναστε

Στη μοναξιά, που θάρτει, ανταμωμένοι,

Σαν τα παιδιά που εχάσανε πατέρα

Φτωχό, κι ωσά βραδιάσει, σμίγουν όλα

Τριγύρα απ’ τη φωτιά βουβά, κι ο νους τους,

Καρφωμένος ακόμα στην αχνάδα

Του νεκρού τους, κοιτάει και μεγαλώνει

Βαθιά του ό,τι τους άφηκε: εν’ αλέτρι,

Λίγες φούχτες σταριού, δυο ξύλα ακόμα

Για τη γωνιά. Κι ο πόνος, αγάλι-

Αγάλι. Ξάφνου υψώνεται μπροστά τους,

Πιάνει τ’ αλέτρι σα ζευγάς, το στάρι

Σάμπως σποριάς το συντηρνάει, και λέει:

Όλη τη γη μ’ αυτά να οργώσω θέλω

Να σπείρω όλο τον κόσμο απ’ άκρη σ’ άκρη,

Να φάει με μας φτωχολογιά, ποτέ της

Που δε γνώρισε μάνα ουδέ πατέρα,

Φτάνει η φωτιά να κάψει λίγο ακόμα

Στο σπίτι, κι ο νεκρός μας να μη λήψει

Ποτέ απ’ ανάμεσό μας.

Και τα πλούτη

Του κόσμου, τα όπλα, οι δόξες, τα χρυσά του

Παλάτια, όλα τους φαίνονται παιχνίδι

Μπρος στ’ άλετρι, το στάρι και τη φλόγα,

Του άγιου νεκρού κληρονομιά, που να ίσως

Ψωμί δε φτάνουν σήμερα να δώσουν

Στα ορφανά του, στου πόνου τους τα μάτια

Γιγαντώνονται, κι αύριο, λες, θα θρέψουν

Την πείνα ενός λαού.

Όμοια θα νάναι

Λίγον καιρό κι η ορφάνια Σας, αν φύγω.

Μα η μυστική κληρονομιά, που αφήνω

Σε σας, είν’ άλλη, κι άλλη στράτα ο νους Σας

Θα πάρει σύντομα απ’ αυτή μ’ ακούτε;



Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ



Κύριε, Σ’ ακούμε. Εσύ μας τώπες πάντα:

Το μάτι μεγαλώνει στο σκοτάδι,

Κι η ακοή στη σιωπή. Και Συ το ξαίρεις,

Πως άρχισε στα φρένα μας να φέγγει

Ο πατρικός βυθός και πως στ’ αυτί μας

Επρωτομπήκε ο λόγος Σου. Το ξαίρεις,

Κύριε, Σ’ ακούμε κι η τραχειά ψυχή μας,

Που τη φροντίζεις χρόνια, ως ο τοξότης

Του τόξου τη νευρή, σαν τη αλείβει

Βράδι και αυγή με λάδι, για να ρίχνει

Μακρά το βέλος κι ως το χελιδόνι

Ν’ αντιλαλεί από τ’ άγγιγμα, δονείται

Συθέμελα, τα χείλη Σου ως ανοίξεις.

Μα τι είναι τούτο, που μας λες, πως μόνος

Θα πας, κι αν θα γυρίσεις πάλι μόνος,

Και πως μπορεί να μην ξανάρθεις τι είναι;

Ποιός ειν’ εδώ από μας, που τη ζωή του

Χωρίς Εσέ τη θέλει; Δε θαρθούμε

Μαζί Σου, Κύριε, πάλι, ανηφορώντας

Τ’ άγιου βουνού τα πλάγια όλη τη νύχτα,

Καθώς τότε, που Εσύ μας πρωτοπήρες

Κι αλαφρός ανηφόριζες προς τα ύψη,

Ενώ εμείς την καρδιά μας μεσ’ στα στήθη

Σα βακχεμένο τύμπανο να δένει

Τη νιώθαμε κρυφά τη γη με τάστρα;

Γύρα Σου πια δε θάμαστε ολοένα,

Καθώς στις μύριες μάχες, που η πνοή Σου,

Σηκώνοντας ενάντια στους τυράννους,

Με το ρυθμό τις εξετύλιγε όλες

Σ’ άγιους πυρρίχιους, ενώ Συ μονάχος,

Δίχως άρματα, μόνο με το βλέμμα

Ή με το χέρι έδειχνες που είν’ το δίκιο

Και που είν’ η νίκη, Κύριε; Και πως έτσι

Να μας αφήσεις συλλογιέσαι τώρα;



ΟΡΦΕΑΣ



Ποιός μίλησ’ έτσι; Κι είναι δικά σου

Τα λόγια, απ’ την καρδιά, που σώχω πλάσει;

Έλα, Σιωπή, που φανερώνεις όλη

Τη δύναμη του νου και ξεσκεπάζεις

Τα πιο κρυφά μυστήρια στην καρδιά μας!

Δώρο του Ελέους, που βρίσκεται σε κάθε

Τραχιό και πλέριο αγώνα, που μαρτύρους

Δε λαχταρεί, κατέβα και σε τούτον!

Και Συ, αγριοπερίστερο του θάρρους

Του μυστικού, φανερωμένο μόνο

Στην τέλεια πράξη, χτύπα το φτερό Σου

Στο μέτωπο του μια στιγμή, όπως τόσες

Φορές του τώχεις άξαφνα δροσίσει!

Έτσι λοιπόν, γιατί Σας είπα μόνο,

Πως ορφανοί θα μείνετε, η καρδιά Σας

Ταράχτηκε και ξέχασε ό,τι χρόνια

Τη νουθετώ; «Του χωρισμού όποιος σκίσει

Τα σκοτεινά πελάγη, έχοντας πάντα

Στο νου, αβασίλευτο άστρο, την Αγάπη,

Δε θα να σμίξει μόνο αυτός μ’ εκείνους

Οπώχει χάσει, μα, ιερό γιοφύρι,

Κι άλλους θα σμίξει ανάμεσό τους, τόπους

Με τόπους, λαούς με λαούς, οχτρούς με φίλους,

Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες

Με τους αιώνες». Και συ, μόλις που είπες,

Πως μεσ’ στα φρένα σου φώτα ολοένα

Ο πατρικός βυθός, δειλιάζεις τώρα

Στο χωρισμό;



Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ



Κύριε, το ξαίρω, σφάλλω.

Τι το πιστό σκυλί καλά γνωρίζει

Ν’ αγρυπνήσει του κυρίου του τον τάφο.

Κι όλα αν τα χάσω, ετούτο δεν το χάνω.

Μα πως να χάσω, Κύριε, τη φωνή Σου,

Που, ως την ακούω, λέω, πως τότε μόνο

Το παραπέτασμα του ναού τραβιέται,

Στ’ άδυτα νάμπω των αδύτων; Πες μου,

Όλα αν τα χάσω, αυτό πως να το χάσω;



ΟΡΦΕΑΣ



Αληθινά συρμένη είναι μπροστά σου

Βαρειά κατάχνια, μήτε που η φωνή μου

Μπορεί με μιας να τη διαλύσει. Ελάτε

Σιμότερα, όχι τη φωνή μου μόνο

Ν’ ακούστε, μα το χτύπο της καρδιάς μου!

Ελάτε ακόμα πιο σιμά.

Κοιτάχτε

Στα βάθη Σας και πέστε μου: Θυμάστε,

Πως Σας εδιάλεξα μαζί, κι ένα-ένα;





Μύριοι μ’ ακλούθααν το γιατί, δεν ξαίραν

Κι οι ίδιοι, ουδέ το ξαίρουν. Αλλ’ ως, όταν

Αρχίσει ξάφνου ο ήλιος ν’ αναλιώνει

Τα χιόνια στα βουνά και στα ποτάμια

Τους πάγους, τα νερά λευτερωμένα

Κατρακυλάνε καταρράχτες, όμοια,

Μόλις ακούστη η λύρα κι η φωνή μου

Μεσ’ στους λαούς, ωρμήσαν πίσωθέ μου

Πλήθη πολλα ως ποτάμια κι ως ετούτα,

Στη θάλασσα αν ορμήσουν, δε μπορούνε

Να ξαναστρέψουν πίσω ή να σταθούνε,

Όμοια κι αυτά ακλουθούσαν.

Μα ήταν κάποιοι

Στα πλήθη μέσα, που κανείς δε μπόρει

Γιατί ερχόνταν να πει. Τι μεσ’ στο ρέμα

Των άλλων εφαντάζαν, σαν οι βράχοι,

Που τ’ αντισκόβουν κι ήταν μόνοι απ’ όλους,

Σιωπηλοί, σκοτεινοί, συλλογισμένοι,

Σα να ρωτιώνταν: Τι γυρεύει ετούτος

Να κάμει; Είν’ άνθρωπος ή θεός; Δαίμονας είναι;

Κι απ’ όλους εφαινόντανε σα νάταν

Στη συμπονιά πρωτόμαθοι, στη γνώμη

Την καλή σαν κρυφά ν’ αντιστεκόνταν

Με τράχηλα σταλόν, ενώ στο Νόμο,

Που προβοδούσε η Λύρα κι ο Χορός μου,

Μύριες θερίζονταν ζωές. Και τούτοι,

Σα να μεθούσαν από το αίμα μόνο,

Που πλημμύραε παντού, πως πλημμυρίζει

Την άνοιξη τη γην η παπαρούνα,

Στη μάχη πρώτοι εχύνονταν, να νοιώσουν

Τη μυρουδιά του, πλούσια που σκορπιώταν

Τριγύρα τους, κι αλόγιαστα να πάρουν

Απ’ τον αγώνα μια πληγή σα δώρο,

Να ξαλαφρώνει το δικό τους.

Τάχα

Για ποιούς μιλώ;



Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ



Κύριε, για μας. Κι αν είναι

Η θελησή Σου, άφησ’ εμένα τώρα

Να ξακολουθήσω.



ΟΡΦΕΑΣ



Λέγε, είν’ η ψυχή σου
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 7:21 pm

Ψυχή μου.


Β’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ



Και μια μέρα, που ο αγώνας

Ο αιματερός σα να ξεχάστη, κι όλα,

Γη κι ουρανός και πέλαγα και γύρω

Τα βουνά σαν τ’ αγριόκρινα γαλάζια,

Ανασαίναν στον όρθρο αναπαμένα-

Και Συ είχες τραβηχτεί στη μυστική Σου

Σπηλιά, τους καθαρμούς για να οργιάσεις

Των θεών και της ψυχής Σου-ανταμωμένοι

Κρυφά, βαδίσαμε μαζί, ως βαδίζουν

Στα νύχια αλαφροκυνηγοί στο δάσο

Το σύθαμπο, μονάχο να Σε βρούμε

Και δολερά, με μιας, σαν οι Τιτάνες,

Που, με πηλό τα πρόσωπα αλειμμένοι,

Να σπαράξουνε ωρμήσαν το Ζαγρέα,

Για να λυθούν τα μάγια του, που δέναν

Και τα θεριά στο θώρι του, παρόμοια

Να Σε σπαράξουμε και μεις, να πέσουν

Τα δεσμά της γητειάς Σου και να μείνει

Στα χέρια μας η δύναμη, που ακέρια

Με το Χορό, τη Λύρα και το Λόγο

Απ’ τους λαούς μας έκλεβες.

Και ξάφνου,

Εκεί που ψάχναμε μ’ αυτί ασκημένο,

Αφουκραστήκαμε αναπνιάν ανθρώπου,

Που του ανεβοκατέβαζε τα στέρνα

Ύπνος πρωινός. Κι αργά σιμώσαμε όλοι.

Και να, εκοιμώσουν ήσυχα, ως κοιμάται

Μπρος στη σπηλιά του ένα ξανθό λιοντάρι.

Κι ίδια ως αυτό ξαρμάτωτος κοιτόσουν

Με μοναχά τη χαίτη Σου, και μόνο

Τον πλούτο του άγιου ανασασμού. Και μήτε

Δόρυ στο πλάι Σου μηδ’ η Λύρα μόνο,

Στο χέρι Σου είδαμε κατάπληχτοι όλοι,

Πιθωμένο στο στήθος Σου, να σφίγγεις

Ένα εκατόφυλλο μεγάλο ρόδο,

Που, ως ανάπνεες, ανάπνεε, λες, μαζί Σου.



Κύριε, λιγάκι να σταθώ. Τι κοίτα,

Το ήπιο δάκρυ ανάβρυσε στα μάτια

Των αδερφών μου η μνήμη τους ζεστάθη

Και του πρώτου τα χείλη σιγοτρέμουν

Να πάρουνε το λόγο απ’ τα δικά μου.

Σωστό είναι, Κύριε, να μιλήσει πάλι.



ΟΡΦΕΑΣ



Μια είν’ η ψυχή και μια η καρδιά, ας μιλήσει.



Α’ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ



Κύριε, είν’ αλήθεια, πως μου τρέμει τώρα

Το χείλη κι η καρδιά μου μέσα τρέμει

Γιατί, το ξαίρεις κι όμως θα μιλήσω

Έτσι λοιπόν, σκυμμένοι βλέπαμε όλοι

Τον ύπνο Σου, κι αυτό το μέγα Ρόδο,

Όπου ανεβοκατέβαινε στην πνοή Σου

Και κάποιος από μας, χωρίς καθόλου

Να φυλαχτεί μήπως ξυπνήσεις, είπε:

«Ανάξιο γι’ άντρες είναι να ριχτούμε

Σ’ ένα παιδί ως ετούτο, μεσ’ στον ύπνο

Ας πιάσουμε καλύτερα τ’ αλάφι

Ζωντανό». Και γυρνώντας προς εμένα,

«Κέντα τον», μούπε, «λίγο με το δόρυ

Για να ξυπνήσει, γιατί αλήθεια μοιάζει

Ο ύπνος του αδέρφι νάναι του θανάτου

Κέντα τον λίγο». Κι έτσι, όπως επήρα

Τυφλά τη διαταγή, μεσ’ στο πλευρό Σου

Το δόρυ μου έσπρωξα αλαφρά, κι αμέσως

Λίγο πορφύρισε ο χιτώνας. Τότε

Τα μάτια ανύποπτα άνοιξες μεγάλα,

Κι μ’ αλαφρό αναστέναγμα σηκώθης

Στην κοίτη καθιστός, κι όπως μας είδες

«Τι», είπες, «είναι παιδιά; Πόσο κοιμώμουν

Βαθιά μεσ’ του Διονύσου την αγκάλη!

Και τι ήταν ξάφνου ετούτος στο πλευρό μου

Ο γλυκός πόνος, που με πήγε ακόμα

Σιμότερα, θαρρώ, προς την ψυχή μου,

Για να ξυπνήσω βλέποντάς τη; Τι είναι;»



Έτσ’ είπες κι ως κατάλαβες το γαίμα,

Που λιγοστόν εγλίστραε στο πλευρό Σου,

«Παιδιά, γιατί», μας ρώτησες, «ετούτο»;

Κι όπως κράταες το ρόδο, στο πλευρό Σου

Το πίθωσες σφιχτά και με το νέμα

Τριγύρα Σου μας κάλεσες «ελάτε»,

Σα νάλεες, «μη δειλιάζετε, καθήστε».

Κι εμείς στο νέμα αυτό καθήσαμε όλοι

Τριγύρα Σου κι ουδ’ ένας μας το στόμα

Για να μιλήσει εσάλεψε μα πλέρια

Σιγή ακολούθησε πολλιώρα, ωσότου

Απ’ του Παγγαίου την κορυφήν αιφνίδια

Εφάνη ο Ήλιος και, το ματωμένο

Ρόδο ανασκώνοντας μπροστά του, άρχισες έτσι:

«Δικό Σου το αίμα είν’, Ήλιε, και δικό Σου

Είναι το Ρόδο και δικός Σου είμαι όλος

Και δικοί Σου είναι τούτοι, τη ζωή μου

Που αν ήρταν για να πάρουνε, τους σμίγει

Τις καρδιές τους σε μια η ανατολή Σου

Με τη δική μου από την ώρα τούτη.

Ο τέλειος πια χρησμός είναι μπροστά Σου,

Απόλλων!

Των θεών η Μάνα, η Νύχτα

Με το χέρι μου στο στέλνει,

Κορφή του ανασασμού, το τέλειο Ρόδο.

Για να το υψώσω ομπρός στα βλέφαρά Σου,

Αγνάντια απ’ τη χρυσήν ειδή Σου, κάτου

Απ’ τα δροσανοιγμένα Σου ρουθούνια,

Πόσο επόνεσα μ’ όλους μου τους πόνους!

Η λεύκα ή ο κυπάρισσος, κλεισμένα

Σε φαράγγι, ζητώντας να Σε ιδούνε,

Δεν πήγαν σε τόσο ύψος,

Όσο εγώ για τούτο,

Που, ωσά δροσοκομμένος βόστυχός Σου,

Μοιάζει χυμένο στο ίδιο Σου χρυσάφι.



Μόνο, τ’ άγιο Μυστήριο δος μου τώρα

Να φανερώσω και σε τούτους, όπως

Μου το φανέρωσες βαθιά και μένα

Στον ύπνο και στον ξύπνο μου, στη μάχη

Και στην ειρήνη, στη φιλιά ή στην έχτρα,

Στη ζωή και στο θάνατο, αυτό δός μου».
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 7:23 pm

Έτσι ύμνησες, και μεις ολόγυρά Σου,

Στα δόρατα ακουμπώντας και στον Ήλιο

Μπροστά σκυμμένοι, ακούαμε, κι η καρδιά μας

Στον ύμνο εχόρευε όλη ακούγοντάς Σε

Και πια δεν εθυμούμαστε το λόγο,

Που για να Σ’ εύρουμε ήρταμε, αλλά, μ’ όλη

Την ακοήν ορθάνοιχτη, η ψυχή μας

Το μυστήριο του Ρόδου καρτερούσε

Να της ξηγήσεις, κι είχαμε έναν κύκλο

Γύρα Σου κάμει ασάλευτο, ως την ώρα,

Που κοιτώντας μας άνοιξες το στόμα.



ΟΡΦΕΑΣ

Και τώρα πάλι εγώ θα να τ’ ανοίξω,

Τι άλλος κανείς, το ξαίρετε, δεν πρέπει

Του Μυστηρίου τα λόγια να τ’ αγγίξει

Στα χείλη του, όσο ζω. Εγώ και πάλι

Στερνή φορά βαθιά Σας θα ξυπνήσω,

Πριν χωριστώ από Σας, την τέλεια Μνήμη.

Ήλιε, από Σένα εγύρεψα βοήθεια –

Έτσι ξανάρχισα -, όμως πίσωθέ Σου,

Κι αν τήνε σκέπει ακέρια για τους άλλους

Το φως Σου, εγώ τη Μάνα Σου τη βλέπω

Να Σ’ αγκαλιάζει Εσέ, την άγια Νύχτα

Και πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει

Το γιο, αν τη μάνα πρώτα δε γνωρίσει;

Τι κι εγώ γιός της είμαι, κι από βρέφος

Ορφανός κι εγώ πιάστηκα στη ρω΄γα

Της συμπονιάς της, κάτου από το μαύρο

Τον πέπλο της που μ’ έκλειε, κι ως κρατούσα

Το άγιο βυζί, σκιρτούσα ως το κατσίκι

Στο θείο σκοτάδι κι εγώ γιός της είμαι.

Ήλιε, από σένα εγύρεψα βοήθεια,

Τι είσαι αδερφός μου κι είμαι εγώ δικός Σου,

Τι πρώτα Συ γεννήθης από μένα,

Μα ανθρωπομίμητοι είναι, όσο και νάναι,

Μεγάλοι οι δρόμοι Σου, τρανέ αδερφέ μου

Μα πως ποτέ μπορεί κανείς να ξαίρει

Το γιο, αν τη Μάνα πρώτα δε γνωρίσει;

Ω Μάνα Νύχτα, ω μυστική, ω μεγάλη,

Κι αν τώρα είσαι κρυμμένη από τη λάμψη

Του γιούΣου, σα μια χήρα που τη φτάνει

Ν’ ακούει τους άθλους του παιδιού της, κι είναι

Μακρά απ’ αυτό στα πένθη της ντυμένη,

Μα ευφρόσυνο είν’ το πένθος της, γιατί όλη

Κρυφά αγρυπνάει στους άθλους του, ω Μητέρα

Νύχτα, που μέσα κι απ’ το φως Σε βλέπω

Πιο καθαρά, ω θεμέλιο του Προφήτη,

Που δεν ποιμαίνει διόλου με τα μάτια

Τους στοχασμούς του, αλλά με την καρδιά του,

Σάμπως λάγιο σγουρόμαλλο κοπάδι,

Που τις πηγές του βρίσκει στα σκοτάδια

Και πίνει αχόρταγα απ’ το ρέμα, ω Μάνα,

Δος μου και Συ τη δύναμη να μπάσω

Σε τούτων τις ψυχές, που δε Σε ξαίρουν,

Το Μυστήριο του Ρόδου, φέρνοντάς τους

Σκαλί-σκαλί απ΄τη βάση του ως την άγια

Κορφή, που πια και Συ δε φαίνεσαι ίδια,

Σκοτεινή, θλιβερή, μαυροντυμένη,

Παρά χλωμή, βουβή και λευκοφόρα,

Τι απ’ του βυθού του πατρικού τα μαύρα

Κι αξεδιάλυτα πλούτη βλέπεις πάντα

Εκεί πάνω, χορεύοντας αγάλι-

Αγάλι πάνω απ’ της μουγγής αβύσσου

Τα πλάτη, σάμπως γλάρος να προβαίνει

Ο Αρματωμένος Έρωτας, και πάντα

Τον καρτερείς. Και φτάνει του φτερού του

Το διάβα απάνωθέ Σου, για ν’ ανθίσουν

Καινούργιοι κόσμοι μέσα Σου, καινούργια!

Μα εμείς, εδώ ‘μαστε στη γη κι, ω Μάνα,

Πολλά ‘ναι τα σκαλιά ως που ν’ ανεβούμε

Στην άγια κορυφή, που όλα τα σμίγει

Σε μια πνοή. Κι αρχίζει από τον ʼδη

Το πρώτο το σκαλί και το πιο πάνω

Η άγια το χτίζει Δήμητρα. Γιατί όπως

Όλοι στον ʼδη εμπρός οι άνθρωποι είν’ όμοιοι,

Όμοια είν’ ίδιοι κι αγνάντια από το Στάχι

Το Μυστικό, που η Ελευσίνα υψώνει,

Και σ’ όλους πλάι η Περσεφόνη, το ίδιο

Ξάγρυπνη για όλους, την ψυχή χωρίζει,

Σαν το μωρό απ’ τη μήτρα, απ’ το κορμί τους.

Μα ποιός αυτός, που δίπλα από την Κόρη,

Πριν κι απ’ το θάνατο κι ολοένα απάνω

Κι από το θάνατο, βοηθάει το σώμα

Και την ψυχή βοηθάει, ανταμωμένα,

Μέσα απ’ τον πόνο, πέρα από τον πόνο,

Ν’ ανεβαίνουν χορεύοντας τα πλάγια

Του βουνού, τα πολλά που γίνονται Ένα;

Ποιός απ’ τα βάθη του ʼδη με την πνοή του

Χορεύει τις ψυχές, σα μύρια φύλλα

Γύρα από δρυ ξερό, να σαρκωθούνε

Σε νέες γενιές, και ποιός σε τούτες μπάζει

Την άγια ορμή τ’ ανήφορου; Ποιός άλλος,

Πλούτωνα-Διόνυσε, από Σε, απ’ τα βάθη

Τα σκοτεινά της γης σαν ανεβάζεις,

Θεία μαρτυρία της δύναμής Σου, το ʼγιο

Το Κλήμα, που, ως βυζαίνει τα σκοτάδια

Της γης και πίνει απ’ τα ουράνια δρόσο,

Συνταιριάζει στις φλέβες του το σκότος

Με το φως σ’ αίμα πύρινο, δοσμένο

Την άγια Μέθη να κερνά απ’ το χέρι

Των θείων Μουσών, που η καθεμιά της στέκει

Κάθε σκαλί, για ν’ ανεβεί μαζί Σου

Στην κορυφή, κι αλλάζει τ’ όνομά της

Καθώς αλλάζει το δικό Σου; Κι έτσι,

Από μέθη σε μέθη, ο λογισμός μας

Κι οι αιστήσεις και το θάρρος μας κι η πνοή μας,

Κι από τον ένα Διόνυσο στον άλλο,

Ξάφνου ανεβαίνουμε, ως που πια δε φτάνει

Τ’ άγιο Κρασί, τι ανοίγεται στο νου μας

Η ανάπνια, που όλα πια τα σμίγει σ’ Ένα,

Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη

Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους,

Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες

Με τους αιώνες. Κι είναι τούτη η ώρα

Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά μας,

Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα

Και λυτρωμός απέραντος, μας μπάζει

Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει,

Γιατί είναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση

Της καρδιάς μας για πάντα αναστημένη!

Έτσι είπα και βοηθούσεν ο παλμός μου

Και της ψυχής το σκίρτημα το λόγο.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Τρί Οκτ 12, 2004 7:24 pm

Η τάξη η σαρκική, δεν είν’ η δόξα

Όπου μετριέται, που μπορούν να δώσουν

Το πλήρωμα του πόθου, που ο Προφήτης

Το βλέπει μόνος μεσ’ απ’ τους αιώνες

Στα σκοτεινά να λάμπει, τι η ψυχή του,

Ριζωμένη στη θλίψη ωσά σε βράχο,

Βυζαίνει όλη τη νύχτα από τη ρώγα

Των άστρων και τη μέρα από τον ήλιο,

Και προχωρεί ως εκεί, που πια κι η μέρα

Κι η νύχτα φέγγουν γύρα του σα γάλα

Δεν είν’ η τάξη η σαρκική κι ο χρόνος

Οπού μετριέται, που θα δώσουν τούτο

Το πλήρωμα, είν’ ο Έρωτας, που λέει

Και δε σιγάει στιγμή μεσ’ στην καρδιά μας:

«Όλο ν’ αθλείς και να μην πείς ποτέ σου

Πως νίκησες τι όσο τρανά και νάναι

Ο άθλος και η νίκη, αληθινά είναι πάντα

Μικρά μπροστά στον Έρωτα».

Και τούτο

Τον Νόμο, κρύφιο στύλο του Όρθιου Λόγου,

Σαν την αυγήν εκείνη μπήκαμε όλοι

Στον άγιο τόπο, πούχε η Γη Μαντείο

Πανάρχαιο, στους Δελφούς, του κόσμου αφάλι,

Τον παραδίνω ακέριο, με το Μέτρο

Και το Ρυθμό, σκαλί-σκαλί απ’ την κούνια

Του μόχτου, εξηγημένο ένα προς ένα,

Στους ιερείς, και αδρά τους θωρακίζω

Με δύναμη διπλή, ζωή και γνώση,

Τη διπλή κορυφή για ν’ ανεβούνε

Των δυο τρανών Θεών και τη Συνθήκη

Τη μυστική τους να τη φέρουν πλέρια

Χαραγμένη σε πλάκες στα έρμα πλήθη,

Που καρτερούν ακόμα τ’ άγιο Μέτρο

Να τα στυλώσει όλα μαζί. Κι ακόμα,

Το Ρόδο το εκατόφυλλο τους δίνω,

Το σύμμετρο εκατόφυλλο, όπου όλα

Τα φύλλα του ένα, και καθένα είν’ όλα,

Της μύησης το στεφάνωμα. Και κείνοι,

Με τη ζωή μεθούν τους λαούς κι ολοένα

Στρέφουν τη γνώση ενάντια τους, κι αφήνουν

Της αγίας συμμετρίας τ’ Ολύμπιο δώρο,

Το μυστικό εκατόφυλλο, να ρέψει

Πότε σ’ αυτό και πότε πάνω στ’ άλλο

Σκαλί της Μέθης κι ο καθένας στέκει

Σε κείνο το σκαλί και λέει: «Είν’ όλος

Ο Διόνυσος δικός μου» και θαρρώντας,

Στην κορυφή πως έφτασε, με λόγο,

Με πράξη ή τρόπο κλείνει και στους άλλους

Τους δρόμους τ’ άγιου ανήφορου, όπου λάμπει

Η αγνή ψυχή του απάνω κόσμου ακέρια,

Που η Λευτεριά είναι Γνώση, η Γνώση Αγάπη,

Και πια, απ’ τη Γνώση τούτη, δεν είν’ άλλη.



Και να, αδερφοί μου! Αύριο ξημερώνει

Η αυγή, που στου Παγγαίου το κορφοβούνι

Τ’ Όργιο τ’ αγνό να λειτουργήσω μέλλω,

Στο βωμό πώχω στήσει απάνω-απάνω

Του Απόλλωνα, κομίζοντας το Ρόδο,

Που ζωής και γνώρας είδωλο, στους κάμπους

Με τόσην αναστήσαμε άγρυπνη έννια!

Το Ρόδο θέλω να του πάω, και ξαίρω,

Πως στου βουνού τα πλάγια καρτερούνε

Οι Μαινάδες, που μόλις εγευτήκαν

Του Βασσαρέα Διόνυσου τη χάρη

Και του Σαβάζιου του ρυθμούς, κι «ειν’ όλος»,

Φωνάζουνε, «ο Διόνυσος δικός μας,

Και το δικό μας το Ρόδο» και προσμένουν

Να μου το πάρουν απ’ τα χέρια, κι όλα

Σκορπίζοντας τα φύλλα του, κι εμένα

Σφάγιο τ’ Οργίου τους να με σύρουν. Κι όμως

Το Ρόδο πρέπει αυγή στο κορφοβούνι

Να φέρω του Παγγαίου, και να το φέρω

Δίχως οργή, αλαφρός, γαλήνιος, μόνος,’

Γεμάτος απ’ το θάμα του, γεμάτος

Από την πλέρια του ευωδιά, γεμάτος

Από την άγια συμμετρία του, όλος

Γεμάτος απ’ τη γνώρα του και μόνο.

Και τι να πω αύριο στον Ήλιο; «Σήκω,

Σαΐτεψε το φίδι, πώχει αφήκει

Η παλιά φιδομάνα και που τώρα

Πάλι τη γην ολόγυρα γυρεύει

Στις δίπλες του σφιχτά για να τυλίξει»;

«Ξύπνα», να πω, «Τιτάνα Εσύ, και πάλι,

Κυκλόφερε τα θεία πατήματά Σου,

Τα θεία Σου τα σκιρτήματα τριγύρω

Στο φοβερό ερπετό που ξαναζώνει

Τη γη κι ο οσκρός του αρχίνισε να τρέχει

Στις θείες πηγές Σου, φαρμακώνοντάς τις»;

Τέτια να πω τη μέρα, που να πάω

Μπροστά του πρέπει ανόργιστος, γαλήνιος,

Γεμάτος απ’ τη γνώρα του, γεμάτος

Από την άγια λάμψη του, γεμάτος

Από το φως το μάγο του, γεμάτος

Ακέριος απ’ το θάμα του και μόνο;



Τι αλλοίμονο, αν δεν πάω εγώ το Ρόδο

Στου μυστικού του γυρισμού τη μέρα,

Που, διασκελώντας τα υπερβόρεια πλάτη,

Παντέχει μόνο αγνάντια του ένα χέρι

Να του γνέψει: «Είμαι εδώ και Σε προσμένω»!

Και πως, το Ρόδο αν αύριο δεν του πάω,

Κατόπιν από με κανείς θ’ ανέβει,

ʼντρας ή λαός, το χάος για να μαγέψει

Με την κρυφή του λάτρα κι από πάνω

Να γυρίσει γαλήνιος και μεγάλος

Στα σκοτεινά τα βάραθρα;

Ω καλοί μου,

Όλο ν’ αθλεί και να μη λέει ποτέ του

Κανένας πως νικά γιατί, όση νάναι

Η νίκη και η θυσία, θα νάναι πάντα

Μικρά μπροστά στον Έρωτα.

Ώ καλοί μου,

Σε λίγο Σας αφήνω, και τι τάχα

Για παρηγόρια να Σας πω; Είστε οι λίγοι

Σπόροι μιας άμετρης σποράς, νανθίσει

Που θα ν’ αργήσει αιώνες; Μα είστε οι σπόροι

Ενός ακέριου λυτρωμού, και φτάνει.

Κι, ω αγαπημένοι, αν θα δειπνήσω απόψε,

Σ’ ομοφαγία κρυφά μαζί Σας τ’ άγιο

Ψωμί και το Κρασί, τα φύλλα ακόμα

Του πρώτου του εκατόφυλλου, που σ’ Ένα

Την αναπνιά μας έσμιξε, κι αν τώρα

Ξερό ‘ναι, όλο και πιότερο ευωδάει,

Πηγή της τέλειας Μνήμης και του Πόνου

Και του Σκοπού, να Σας τ’ αφήσω θέλω,

Να Σας θυμίζει, κι απ’ τα βάθη του ʼδη,

Τα μυστικά σκαλιά, που η κάθε Μούσα

Φυλάει κρυφά κι αλλάζει τ’ όνομά της

Καθώς του Διόνυσου και να, από μνήμη

Σε μνήμη, ο λογισμός Σας ν’ ανεβαίνει,

Και οι αιστήσεις και το θάρρος Σας κι η πνοή Σας,

Ως την ψηλή κορφή, που πια δε φτάνει

Τ’ άγιο Κρασί, τι ανοίγει πια στο νου Σας

Η ανάπνια, που όλα Σας τα δίνει σ’ Ένα,

Ψυχή και σώμα, αίμα και πνέμα, εχθρότη

Κι αγάπη, λαούς με λαούς, τόπους με τόπους,

Με τη ζωή το θάνατο, τους αιώνες

Με τους αιώνες. Κι αυτή νάναι η ώρα

Του Ρόδου του εκατόφυλλου βαθιά Σας,

Κι η ώρα του Ορφέα νάναι σε Σας για πάντα,

Που, αίμα και πνέμα και ψυχή και σάρκα

Και λυτρωμός τεράστιος, θα Σας μπάζει

Στον κύκλο, όπου κι η πίστη περισσεύει,

Τι θάναι πίστη η ίδια ζωή στη μέση

Της καρδιάς Σας για πάντα αναστημένη!

Μα να, βραδιάζει ο Έσπερος εφάνη

Στον ουρανό κι είναι μακρύς ο δρόμος

Ως την κορφή. Τα χέρια δόστε τώρα

Ανάμεσό Σας και στεριώστε πάλι

Τη μαγικήν ασύντριφτη αλυσίδα,

Που με τον Όρκο εδέσατε τη νύχτα

Την πρώτη, που ολοφάνερα μπροστά Σας

Μέσα στα ουράνια δούλευε ο Πατέρας,

Τα σκότη οργώνοντας βαθιά, κι ο νους Σας

Δέχτη τα πρώτα φέγγη του κι ο πόθος

Ο μυστικός, από τη μαύρη βάση

Της γης, τινάχτη ως δόρυ πέρα απ’ τάστρα!

Κι εγώ τη Λύρα θα κρατήσω ακόμα

Για Σας απόψε μια φορά. Σκωθήτε,

Τι σκοτεινιάζει ο Έσπερος εφάνη

Χτυπάτε τις ασπίδες Σας κι αρχίστε

Το μυστικό πυρρίχιο το στερνό μου.

Τις ασπίδες χτυπάτε. Όρθιοι στον Όρθιο

Της ψυχής Σας Σκοπό. Κι αρχίστε αγάλι

Το φοβερό Χορό του Τέλειου Νόμου.

Τραγουδήστε τον Όρκο. Αυτόν αφήνω

Στον τόπο μου. Κι ακέρια την ψυχή Σας

Μεσ’ στον τιτάνα αιθέρα ριζωμένη

Κρατείτε πια. Ορφανά παιδιά, χορεύτε!

Την άγια Λύρα εχτύπησα. Ορκιστήτε!



(Όρθιος ο Ορφέας κρούει τη λύρα. Οι πολεμιστές σηκώνουν τις ασπίδες τους και αρχούνται γύρωθέν του. Ταγουδάν).

ΧΟΡΟΣ

Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,

Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός

Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ’ ως το χνάρι

Το πρώτο του αχνοχάραξεν η χάρη

Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη,

Γέμισε αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι,

Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως.

Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,

Με θεούς κι ανθρώπους δένουμε τα χέρια εδώ,

Τι πάνω από των χρόνων και των τόπων

Τα σύνορα την άγια Σου επωδό

Μας χάρισες. Απ’ τ’ άραχλο σκοτάδι

Του πόνου μας ελέησες τη χαρά,

Μονάκριβη σα νάβγαινε απ΄τον ʼδη

Με κρύφια παντοδύναμα φτερά.

Κι απ’ το βαθύ Σου αμέτρητο βασίλειο,

Ακούραστο Τιτάνα κάθε αυγή,

Απάνω από τις έχθρητες τον Ήλιο,

Ν’ αγκαλιάζει στα χέρια του τη Γη.

Κι από τη γην εμείς, που η άγια μέθη

Μας ύψωσε ως το μέγα μυστικό,

Που απ’ ουρανό και γην αντάμα εδέθη

Το Ρόδο, ω Νύχτα, τούτο το Ορφικό,

Της πιο κρυφής φροντίδας μας το θρέμα,

Τ’ ορκιζόμαστε, πάνω από ναούς,

Να το ποτίσουμε όλο μας το γαίμα,

Για να το δώσουμε αύριο στους λαούς.

Νύχτα, μητέρα των θεών και των ανθρώπων,

Ο Όρκος ετούτος ήτανε κρυφός

Βαθιά μας και βαθιά Σου αλλ’ ως το χνάρι

Το πρώτο του αλαφρόγραψεν η χάρη

Του Αρματωμένου του Έρωτα, άγια θάρρη,

Γιομίζει αργά, σιγά, σαν το φεγγάρι,

Όλος του ο μαύρος κύκλος από φως!
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

Δημοσίευσηαπό messinian » Παρ Οκτ 15, 2004 9:16 pm

Εικόνα
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...

ΒΑΓΕΝΑΣ για Σικελιανο

Δημοσίευσηαπό Παναης » Σάβ Σεπ 03, 2005 9:36 am

Προκλητική ανθολογία
Η ήρα από το στάρι του Σικελιανού
Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ανθολογεί τον λυρικό ποιητή και τον επανατοποθετεί στο ποιητικό πάνθεον αποφεύγοντας να τον δει ως εμβληματικό ιεροφάντη.

ΝΑΣΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ
Προσωπική όσο και προκλητική η ανθολόγηση του Αγγελου Σικελιανού που προτείνει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ο νέστορας στοχαστής μας επιλέγει εννέα ποιήματα του Σικελιανού για να επανατοποθετήσει το ποιητικό μέγεθός του μέσα στην ποίηση του 20ού αιώνα. Παρ' όλο που τα ποιήματα είναι λίγα σε σχέση με το μεγάλο λυρικό corpus του Σικελιανού, ο Λορεντζάτος δεν διστάζει να καταλήξει ότι μόνο με αυτά τα ποιητικά έργα ο Αγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Αυτή την υποκειμενική και ταυτόχρονα γοητευτική ανθολογία κρίνει, προβάλλοντας κυρίως αντιρρρήσεις, ο Νάσος Βαγενάς.
Η τέχνη της αντίφασης
Υπάρχουν τρεις κυρίως τρόποι για να ανθολογήσει κανείς το έργο ενός ποιητή. Ο πρώτος είναι ο «ιστορικός». Ο δεύτερος τρόπος είναι ο αισθητικός, ο «ποιητικός». Ο τρίτος τρόπος είναι ο θεματικός.
Οι περισσότερες ανθολογίες του έργου ελλήνων ποιητών ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Οι δύο ανθολογίες της ποίησης του Παλαμά, π.χ., εκείνη που επιμελήθηκε ο Λέανδρος Παλαμάς (1937) και η των Γ. Κ. Κατσίμπαλη και Αντρέα Καραντώνη (1973), φιλοδοξούν να δώσουν και μιαν εικόνα της εξέλιξης του παλαμικού ποιητικού έργου• το ίδιο αντιπροσωπευτική και των περιόδων της είναι και η Επιτομή της ποίησης του Ρίτσου (υπότιτλος: «Ιστορική ανθολόγηση του ποιητικού του έργου») που φιλοπόνησε ο Γιώργος Βελουδής, στην οποία μάλιστα η κατάταξη των ποιημάτων γίνεται με κριτήριο το έτος όχι της πρώτης δημοσίευσής τους αλλά της πρώτης γραφής τους. Αλλά και δύο από τις τέσσερις, ως χθες, εκδεδομένες σε μορφή βιβλίου ανθολογίες της ποίησης του Σικελιανού (γιατί βέβαια υπάρχουν και ανθολογήσεις της σε αφιερωματικά τεύχη περιοδικών) ¬ το Αντίδωρο, με επιλογή του ίδιου του Σικελιανού (1943), και το Αγγελου Σικελιανού Ανθολόγημα (1981) του Παντελή Πρεβελάκη ¬ αποσκοπούν στην παρουσίαση των σημαντικότερων στιγμών της εξελικτικής πορείας του ποιητή, ενώ η κυπριακή ¬ το Ανθολόγιο από την ποίηση του Αγγελου Σικελιανού του Νίκου Σ. Σπανού, 1981 ¬ είναι θεματική, όπως θεματική φαίνεται να είναι, αν κρίνουμε από την περιγραφή της στη Βιβλιογραφία Α. Σικελιανού του Κατσίμπαλη, η χρονικά πρώτη και δυσεύρετη σήμερα «εκλογή» Λυρικών του Σικελιανού από τον Αγι Θέρο (1935).
Στους ως τώρα τρόπους ανθολόγησης του Σικελιανού αλλά και στην «ιστορική» ανθολογική παράδοση, που συνεχίζει σήμερα συστηματικότερα από κάθε άλλη η σειρά των (15 ως τώρα) τόμων του «Ανθολόγου Ερμή», φαίνεται να αντιπαρατίθεται η πέμπτη αυτοτελής επιλογή ποιημάτων του Σικελιανού, η του Ζήσιμου Λορεντζάτου, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο από τον «Ικαρο». Λέω φαίνεται γιατί, ενώ το εξώφυλλο ¬ Αγγελος Σικελιανός, Ανθολογία (Ζήσιμος Λορεντζάτος) ¬, η επιλογή, η διάταξη των ποιημάτων και το ίδιο το όνομα του ανθολόγου δηλώνουν ότι η ανθολόγηση έγινε σύμφωνα με τον, αντίθετο του «ιστορικού», καθαρά αισθητικό τρόπο, ο «Πρόλογος» του βιβλίου, παρά τις αρχικές διακηρύξεις του, καλύπτεται κατά το κρισιμότερο μέρος του από στοιχεία που προσιδιάζουν περισσότερο στον θεματικό τρόπο.
Μελετώντας κανείς το βιβλίο του Λορεντζάτου αντιλαμβάνεται ότι το χαρακτηρίζει μια εσωτερική ασυμβατότητα ή, ακριβέστερα, μια σειρά ασύμφωνων μεταξύ τους στοιχείων που γίνονται αισθητά ως αντιφάσεις. Μια μείζων αντίφαση είναι αυτή που ήδη αναφέραμε: ενώ η ανθολόγηση, που περιορίζεται σε εννέα μόνο ποιήματα, αποτελεί μια πολύ προσωπική επιλογή, ο ανθολόγος στον «Πρόλογό» του, παρά τον υποκειμενικό του τόνο της αρχής («ο Σικελιανός δεν είναι για εμάς ιεροφάντης...»), μιλάει ως κάτοχος της απόλυτης αλήθειας («Κάποιος πρέπει να βρεθεί να τα πει αυτά θαρρετά. (...) Ποτέ η αλήθεια δε φοβάται την αυστηρή κρίση»). Ανακολουθία υπάρχει και ανάμεσα στο βάρος των ανθολογουμένων ποιημάτων και στον χαρακτηρισμό της ποίησης του Σικελιανού. Τα ποιήματα που επιλέγει ο Λορεντζάτος ως υψηλότερα δείγματα της τέχνης του Σικελιανού είναι, κατά την τάξη που έχουν στο βιβλίο, η οποία απεικονίζει και την αξιολογική τους κλίμακα, τα εξής: Μήτηρ Θεού (1917), Ιερά Οδός (1935), Αγραφον (1941), Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι (1935), Θαλερό (1915), Τρεχαντήρα (1914), Το πρωτοβρόχι (1912), Γιατί βαθιά μου δόξασα (1938). Αισθάνεται κανείς ότι τα ποιήματα αυτά είναι πολύ λίγα και ότι οπωσδήποτε δεν είναι αρκετά για να επιβεβαιώσουν την πεποίθηση του Λορεντζάτου ότι ο Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα» ¬ πολύ περισσότερο για να στηρίξουν την κατηγορηματικότητά της.
Εξίσου ασύμβατα είναι, μέσα στο πλαίσιο του «Προλόγου», και δύο κεντρικά σημεία του. Από τη μια ο Λορεντζάτος δηλώνει εμφατικά ότι η επιλογή των ποιημάτων έγινε «με γνώμονα ποιητικό» και όχι τη «σκέψη» (το περιεχόμενο των ποιημάτων)• και από την άλλη, ενώ δεν θεωρεί αναγκαίο ¬ εκτός από κάποια γενικά σχόλια ¬ να εξηγήσει ποια είναι γι' αυτόν τα κύρια γνωρίσματα της τέχνης του Σικελιανού, αναλώνει ένα όχι βραχύ τμήμα του «Προλόγου» στην ανάλυση του μηνύματος του Μήτηρ Θεού, η οποία συνοδεύεται από μια κηρυγματικής φύσεως διαπίστωση: «Φύγαμε για πάντα από τον αρχαίο κόσμο (τον πρόσκαιρο) και περάσαμε για πάντα στο Χριστό (το παντοτινό). (...) Μερικοί φαντάζονται πως υπάρχουν, για τον άνθρωπο, πνευματικές δυνατότητες πέρα από το Χριστό».
Βέβαια η διαμόρφωση της τέχνης ενός ποιητή δεν γίνεται ερήμην του οράματός του. Για τον Λορεντζάτο όμως η χριστιανική κοσμοθεωρία φαίνεται να προσφέρει στην καλλιτεχνική ποιότητα ενός έργου περισσότερα απ' ό,τι κάθε άλλη δοξασία ή ιδεολογία. Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί όχι μόνο το γεγονός ότι στην κορυφή της ποίησης του Σικελιανού ο Λορεντζάτος τοποθετεί τρία «χριστιανικού» πνεύματος ποιήματα αλλά και το ότι αυτά «τα τρία μεγάλα ποιήματα» (το Μήτηρ Θεού ¬ 558 στίχοι ¬ ανθολογείται ολόκληρο) μαζί με δύο ακόμη ¬ του ιδίου πνεύματος ¬ από τα υπόλοιπα (τα «δευτερότερα») ποιήματα της ανθολογίας (τα Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι και Γιατί βαθιά μου δόξασα) καταλαμβάνουν 633 ¬ δηλαδή το 66,42% ¬ από τους συνολικά 953 στίχους της.
Καθώς η ανθολόγηση του Λορεντζάτου, παρά την περί του αντιθέτου βεβαιότητά του, γίνεται, όπως είπαμε, με κριτήρια πολύ υποκειμενικά, κάθε κριτική της παρέλκει. Το βιβλίο αυτό (όπως, άλλωστε, και η παλαιότερη ανθολογία του Λορεντζάτου Ελληνική κριτική σκέψη, 1976) μας λέει λιγότερα για το αντικείμενό του και περισσότερα για τον ίδιο τον Λορεντζάτο ¬ και σε τούτο έγκειται, ως ένα βαθμό, το ενδιαφέρον του. Το υπόλοιπο ενδιαφέρον του βρίσκεται, πιστεύω, στην τοποθέτηση του Σικελιανού στην κορυφή της ελληνικής ποίησης του αιώνα, όχι γιατί η αναγόρευση αυτή είναι προκλητική όσο γιατί επαναφέρει στο επίκεντρο της ποιητικής μας προσοχής ¬ οι συζητήσεις έχουν ήδη αρχίσει ¬ ένα μεγάλο θέμα της ποίησης και της κριτικής μας που είναι ο Σικελιανός. Θα περιοριστούμε λοιπόν στην κριτική που κάναμε του «Προλόγου», προσθέτοντας μόνο ορισμένες σκέψεις μας για μιαν ανθολόγηση του ποιητικού έργου του Σικελιανού η οποία δεν θα είχε βέβαια την απαίτηση της αντικειμενικότητας ούτε την ψευδαίσθηση ότι δεν θα ήταν προσωπική, θα φιλοδοξούσε όμως να είναι λιγότερο υποκειμενική από την ανθολόγηση του Λορεντζάτου.
Δημιουργικός διχασμός
Πολύ περισσότερο από μιαν «ιστορική» ή θεματική ανθολογία της ποίησης του Σικελιανού χρειαζόμαστε σήμερα μια «ποιητική» ανθολογία ¬ και ο Λορεντζάτος πολύ σωστά τονίζει την ανάγκη «να καθαριστεί η ήρα από το στάρι του Σικελιανού». Και τούτο γιατί στην ποιητική προσωπικότητα του Σικελιανού διακρίνει κανείς ένα διχασμό ¬ θα έλεγα, ένα δημιουργικό διχασμό ¬ από τον οποίο απορρέουν όχι μόνο οι αδυναμίες αλλά και η δύναμη του ποιητικού έργου του. Αναφέρομαι στις διιστάμενες, από ένα συμπορευτικό σημείο και μετά, κατευθύνσεις της ποιητικής και της ιεροφαντικής (της «προφητικής» του) φύσης. Στα μεγάλα σε έκταση και γραμμένα σε ελευθερωμένο ή σε ελεύθερο στίχο έργα (Αλαφροΐσκιωτος, Πρόλογος στη ζωή) αλλά και ¬ παρά την πειθαρχημένη έμμετρη μορφή του ¬ στο Μήτηρ Θεού αισθάνεται κανείς ότι υπερισχύει ο μυσταγωγός και ότι το σύνολο πάσχει από μιαν οραματική και συναισθηματική διάχυση που το καθιστά ποιητικό πρόπλασμα μάλλον παρά τελειωμένο ποιητικό έργο. Συγχρόνως όμως νιώθει κανείς ότι αυτό είναι το τίμημα που έπρεπε να καταβάλει ο Σικελιανός για να φτάσει στην ποιητική τελειότητα: ότι ο ποιητής Σικελιανός δεν θα μπορούσε να είχε απελευθερωθεί πλήρως αν δεν είχε εκτονωθεί ο μύστης Σικελιανός, με τη διοχέτευση του ογκώδους υπερβάλλοντος βάρους των «προφητικών» αναζητήσεών του στις μακρές συνθέσεις του• και ότι ο με τον τρόπο αυτό κεκαθαρμένος βαθύτερος «μυστικός» του παλμός είναι εκείνος που κινεί τα καλύτερά του ποιήματα και τα εκτινάσσει στα ύψη.
Στα ποιήματα αυτά, που είναι μικρής εκτάσεως, γραμμένα αβίαστα ¬ θα έλεγε κανείς ¬ στο περιθώριο των προγραμματικών συνθέσεων, ο ύψιστος βαθμός και η υπέρτατη ένταση του συντονισμού της ευαισθησίας με το ποιητικό ρήμα (για να χρησιμοποιήσω τη σεφερική ορολογία) μετατρέπει ακόμη και το πρόσκομμα ορισμένων παλαιοδημοτικών τύπων σε πηγή προσωδιακής ενέργειας, παράγοντας μιαν οπτική και συγκινησιακή ακρίβεια και διαύγεια που όμοιά της δεν θα συναντήσουμε σε κανέναν άλλο νεοέλληνα ποιητή. Είναι, πιστεύω, αυτά, στα οποία το ποιητικό όραμα του Σικελιανού φτάνει σε οντολογικές διαστάσεις, τα ποιήματα που μπορούν να συγκροτήσουν μια «ποιητική» ανθολογία της ποίησης του Σικελιανού• ποιήματα όπως τα Θαλερό, Παν, Γιατί βαθιά μου δόξασα, Ιερά Οδός, Αγραφον, τα οποία ανθολογεί ο Λορεντζάτος, και πολλά άλλα που δεν ανθολογεί: τα Υμνος του Μεγάλου Νόστου, Παντάρκης, Γιάννης Κητς, Η Μάννα του Dante, Αχελώος, Το θείο ταξίδι, Στο έρμο χωράφι εκεί στη Σαλαμίνα, Στον Ακροκόρινθο, Η Αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, το δεύτερο από τα Γράμματα, το δεύτερο ή το τρίτο μέρος των Καθαρμών από το Πάσχα των Ελλήνων και ακόμη ορισμένα λυρικά κομμάτια από τις τραγωδίες: Το τραγούδι των μουσικών του Απόλλωνα και του Διονύσου (Σίβυλλα, στ. 1630-1641), ο Υμνος στη Μάννα - Νύχτα (Ο Διθύραμβος του Ρόδου, στ. 297-379), ο Υμνος του Επιδότη Υπνου (Ασκληπιός, στ. 490-425) και ο Λόγος του Ορφέα (Ο Δαίδαλος στην Κρήτη, στ. 879-898).
Αυτά τα 20, που είναι ¬ πιστεύω ¬ από τα δυνατότερα ποιήματα που γράφτηκαν στη νέα ελληνική γλώσσα, δεν ξέρω αν επιβεβαιώνουν την άποψη ότι ο Σικελιανός είναι ο μεγαλύτερος έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα. Μας επιτρέπουν, ωστόσο, να πούμε ότι περιέχουν περισσότερα από όσα μεγάλα ποιήματα έγραψε στον αιώνα μας οποιοσδήποτε άλλος έλληνας ποιητής.
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το ΒΗΜΑ, 14/03/1999 , Σελ.: S08
Κωδικός άρθρου: B12524S081
ID: 142426
Παναης
junior member
 
Δημοσιεύσεις: 22
Εγγραφή: Παρ Αύγ 26, 2005 4:50 pm

Δημοσίευσηαπό messinian » Παρ Οκτ 14, 2005 3:50 pm

ʼσε μας ρε φίλε! Και γιατί μας λες και τον τίτλο του (γνωστού ούτως ή άλλως...) Νάσου Βαγενά; Για να δώσεις έναν τόνο εγκυρότητας σε παράωρες παπαριές;
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Άβαταρ μέλους
messinian
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1416
Εγγραφή: Τετ Μαρ 31, 2004 6:45 pm
Τοποθεσία: ΑΛΛΟΥ...


Επιστροφή στο ποίηση

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron