ας γράψουμε ιστορίες

Νανουρίσματα για ... φάλτσους

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Δημοσίευσηαπό pertri_ » Παρ Μαρ 12, 2004 1:15 pm

Μέρος 5ο

«Η μοίρα μου είναι εκεί που βρίσκεσαι, ακριβέ μου ʼρχοντα: νεκρό ή ζωντανό, ποτέ δε θα σ’ εγκαταλείψω».

«Για χάρη του παιδιού μας, Λακσμί, σ’ εξορκίζω: θα πας στην πρωτεύουσα των Πολιτειών μου. θα μπεις στη μεγάλη αυλή του παλατιού, θα βάλεις το γιο σου να καθίσει πάνω σ’ ένα μαρμάρινο παγκάκι φιλόξενο κάποτε στη ρέμβη μου: για να με θυμούνται, το φροντίζουν σαν κόρη οφθαλμού, κανείς δεν ξαποσταίνει πάνω του ποτέ. Αμέσως θα επιχειρήσουν να σας απομακρύνουν: να επικαλεστείς τον οίκτο της μάνας μου και των αδερφάδων μου, που, σπλαχνικές, θα συγκινηθούν τόσο που θα σου παρασταθούν».

Μια από τις πριγκίπισσες ακριβώς περνάει από την αυλή: ανοίγει τα παραπετάσματα του βαθυκόκκινου φορείου της, ρίχνοντας μια ευλαβική ματιά στο απαγορευμένο παγκάκι. «Να κυνηγήσετε αυτήν την τυχοδιώκτρια!» στριγκλίζει από μακριά μόλις διακρίνει την υπάκουη σύζυγο. μα πλησιάζοντας, η αυστηρότητά της λιώνει μπρος στην ομορφιά της Λακσμί καθώς και στο θαύμα της ομοιότητας που το παιδί δείχνει να έχει με το μακαρίτη βασιλιά.

«Η Μεγαλειότητά σου», αναφωνεί, όταν ανέβηκε ζωηρά στο δωμάτιο της βασίλισσας, «θα μ’ ακολουθήσει για να δει μια φτωχή κοπέλα που δείχνει άξια προσοχής. και προπάντων ένα αγοράκι, φτυστό με κείνον που κλαίμε».

«Ένα μυστικό καπρίτσιο του γιου μου για καμιά χωριατοπούλα!» και η βασίλισσα, η καλύτερη γυναίκα στον κόσμο, έβαλε μάνα και μωρό να μείνουν σ’ ένα ωραίο σπιτάκι που γειτόνευε με τη βασιλική οικεία: οι πριγκίπισσες πήγαιναν καμιά φορά εκεί να επισκεφθούν τη γεμάτη μυστήριο συγγένισσά τους.

Η Λακσμί ξανάβλεπε στη φαντασία της να ορθώνεται, όπως τότε που πρωτοπλησίασε ανυποψίαστη, όταν, αφού άφησε πίσω της τις παρυφές του δάσους και προχώρησε κατά μήκος ενός μεγάλου ποταμού, αντίκρισε μια πελώρια πολιτεία από ναούς, δρόμους, φυλλωσιές, το παλάτι, πιο ψηλό απ’ όλα, με τις δαντελωτές του στοές πάνω σε τριπλούς κίονες, τους χρυσούς πυργίσκους και το δώμα με τους κρεμαστούς κήπους, πάνω από τις αυλές τις στρωμένες με μωσαϊκά, να λούζει τις αστραφτερές του σκάλες μες στη γαλήνη μιας νυσταλέας λιμνούλας με λευκούς λωτούς: μέσα σε τόσα θαύματα κάποιος έλειπε. Όχι για πολύ. να τον, ω θαύμα! που ξανάρχεται συχνά να περάσει μια ώρα, γρήγορη κι όσο να στάξουν τα δάκρυα της κλεψύδρας, πλάι στη γυναίκα του και στο γιο του. Η Περί; Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, έτοιμη για όλα με το αναγκαίο περιδέραιο.

Στο δρόμο των μετεμψυχώσεων όλα είναι αλληλένδετα, και η μοιρολατρεία των Ανατολιτών υποδηλώνει την υποταγή σ’ ένα άκαμπτο νόμο, καθώς ο καθένας τιμωρείται ή ανταμείβεται ανάλογα με τις καλές ή κακές πράξεις που έχει κάνει στις προηγούμενες ζωές του. Ο Μαχαραγιάς είχε διαπράξει κάποτε μιαν ασέβεια, και για να εξιλεωθεί υπέμενε την τιμωρία που γνωρίζουμε. είχε πάλι υπέρ του κάποιες αρετές, για τις οποίες άξιζε να ανασταίνεται καθημερινά. Η Περί, μες στο παιχνίδι της οργής ή της εκδίκησης, ήταν μονάχα άθελά της, το όργανο του πεπρωμένου.
pertri_
 

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Παρ Μαρ 12, 2004 10:38 pm

http://www.weebls-stuff.com/games/5/


επειδη μου αρεσαν αυτα που γραψατε σας δειχνω το δρομο για ενα χαζο παιχνιδακι...pillow dance.....
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Παρ Μαρ 12, 2004 10:48 pm

http://www.weebls-stuff.com/games/4/


ki ena akoma για να γινεται φονιας μαϊμουδων ..

MASS MONKEY KILLAR ....shoot them in the head now..blitzkrieg bop...hey ho let's go..
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό pertri » Κυρ Μαρ 14, 2004 10:46 am

Μέρος 6ο

Όλα πήγαιναν προς το καλύτερο στην πολυτελή κατοικία των Μαχαραγιάδων και το σπιτάκι γελούσε ανάμεσα στα λουλούδια, με τα παράθυρά του να πλαισιώνουν το υγιέστατο πρόσωπο της νεαρής κυρίας. Όταν μια φλόγα έφεγγε εκεί σταθερά, η αναμονή δεν ήταν μάταιη τη νύχτα που ξανάφερνε τον εραστή. Τερπνοί θόρυβοι, χαρές, λόγια: ένας αυλάρχης, σε μια περιπολία, τους τσάκωσε, έκανε μιαν αναφορά στη βασίλισσα: «Πως! Η γυναίκα αυτή, που νόμιζαν φτωχή, δεν ήταν παρά ένα παλιοθήλυκο, που τις εκμεταλλευόταν και τραπέζωνε τους φίλους της σε βάρος των ευεργετριών της!» Αναξιοπρέπεια. Πήραν όρκο να λύσουν το μυστήριο. Και η νύχτα τις οδήγησε με λαθραία βήματα, μέσα από μια δεντροστοιχία, προς το παράθυρο. Ποιος; Εκείνος. Ο Τσχάντρα, που τον αναπολούσαν πια μόνο με δάκρυα. Ο αδερφός, ο ηγεμόνας, ο γιος. Όρθιος, με τα χέρια απλωμένα σ’ όλες, και ζωντανός, αφού σήκωνε το παιδί του, ανεκτίμητο βάρος, άδολη απόδειξη ότι ο πατέρας είναι πραγματικός, σαν να ήθελε να τους το δείξει και να πεισθεί κι ο ίδιος. Τα μάτια του μικρούλη στο ταβάνι παρακολουθούν, σαν να κοιτούν τον ουρανό, ένα ξέφρενο στροβίλισμα, ορατό μόνο απ’ αυτά. Τόση αθωότητα έχουν.

Η Περί! Που συμμετείχε σ’ αυτήν την χαρά των αναγνωρίσεων. Από γενναιοδωρία ανώτερης αντιπάλου, και χωρίς τόσο να χαμογελά στο παιδί που έχει το προνόμιο να τη βλέπει. Να φτερουγίζει, να ξεγλιστράει, να χοροπηδάει. Ένα απονήρευτο χέρι υψώνεται και θέλει ν’ αδράξει ένα αντικείμενο, που, το δίχως άλλο, γυαλοκοπάει και αιωρείται φιλικά στον αέρα: άπειρες χάντρες, σαν βροχή πέφτουν καταγής, είναι το περιδέραιο, που από το απότομο τράβηγμα, διαλύθηκε. Έκπληκτη και αφοπλισμένη, η συλφίδα τρέπεται σε φυγή. Σπεύδουν να περιμαζέψουν τα κομμάτια, αρμαθιάζονται ένα ένα με θαυμαστό τρόπο, και το έμβλημα ξαναπαίρνει ζωή στο λαιμό του κατόχου του, κάτω από τα γοργά δάχτυλα της νικήτριας συζύγου: λύθηκαν τα μάγια! Το παιδί έδωσε πίσω τη ζωή σ’ εκείνον που του τη χάρισε.
Τελευταία επεξεργασία από pertri και Κυρ Μαρ 14, 2004 10:58 am, έχει επεξεργασθεί 1 φορά/ες συνολικά
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό pertri » Κυρ Μαρ 14, 2004 10:57 am

Μέρος 7ο και τελευταίο

Όλος ο κόσμος μαγεύτηκε, ακόμη κι ο λαός, που είχε την ευθυκρισία ν’ αγαπά τους βασιλιάδες του. Η βασιλομήτωρ απαίτησε από τον πρίγκιπα να ξαναπαντρευτεί τη Λακσμί σε μια πολυτελή τελετή. Καλότυχο ζευγάρι, για το οποίο θα ξαναρχίσει η νύχτα που κρατά πάντα μόνο μια φορά! Η αλήθεια είναι ότι εκείνος δεν τη χόρτασε ολόκληρη ως τώρα. Το τυπικό της γιορτής περιελάμβανε ένα θαυμαστό και μοναδικό μπαλέτο: είχε ένα απρόσμενο πρελούδιο και, για μια στιγμή, το θέαμα μεταφέρθηκε μες στην αίθουσα. Αναίδεια ή σύνεση, οι εφτά νυφάδες της πριγκίπισσας έσπευσαν να παραβρεθούν στην επίσημη δεξίωση: μια τιμητική θέση, κοσμημένη με πολύτιμα πετράδια, που, κενή, άστραφτε πολύχρωμη, δέχτηκε τη μια και μοναδική που κάποτε είχε φανεί σπλαχνική. Για τις άλλες, σκαμνάκια από ακατέργαστο ξύλο, για να λάμψει η ντροπή τους. Η Λακσμί, αφού σηκώθηκε από το θρόνο, αφηγήθηκε την ιστορία που μόλις διαβάσαμε. Η γυναικεία της μνήμη, αμείλικτη και δίκαιη, δεν παραλείπει τίποτε: ούτε την προσβολή που της έκαναν: «Θα πειστούμε για την αθωότητά σου τη μέρα που θα παντρευτείς τον Μαχαραγιά Τσχάντρα». Αυτή η μέρα έλαμπε θριαμβευτική. Το απίθανο γεγονός είχε γίνει πραγματικότητα. Να το βάλουν στα πόδια, οι ένοχες δεν μπορούσαν: υπέμειναν, με σκυμμένο το κεφάλι, μια ομόφωνη αποδοκιμασία, μέχρι που έκπληκτοι οι σύζυγοί τους, εύπιστοι άλλοτε, τώρα τιμωροί, διέταξαν παμψηφοί να σταλούν το γρηγορότερο στην εξορία και να φυλακιστούν για το υπόλοιπο της ζωής τους. Τιμωρία που προετοιμάζει την απαιτούμενη ησυχία για τις υπέροχες φιγούρες του χορού.

Σε ένα φόντο ασιατικής χλιδής που διαρκώς ανανεώνεται, όπως θ’ ανάβρυζε από μόνο του μεγαλόπρεπα ένα αιώνιο σιντριβάνι, λαμπερό και καθάριο, θα ξεπροβάλει το τόσο συγκινητικό επεισόδιο. Ένα θέμα που μόνο οι δυο σύζυγοι αναγνωρίζουν, κείνο της ευνοϊκής και συμφιλιωμένης Περί, παρουσιάζεται σαν αλληγορία, αληθινή, γιατί η αντίπαλος συμμετέχει. Η ουράνια παρουσία δε φανερώνεται στο κοινό, παρά μόνο σαν αντικατοπτρισμός των στολιδιών πάνω στα περιδινούμενα στήθη κάθε μπαγιαντέρας, που σταματάει απότομα εκστατική, σαν αντανάκλαση πετραδιού ή ψυχής που πετάει ψηλά και κυκλικά. Το πείσμα της, στην πρώτη σκηνή, διασκορπίζει το μπαλέτο, που προβάλλει αχνογάλαζο, πιθανόν όπως άλλοτε χάθηκαν οι μέρες του πρίγκιπα. Ύστερα, ξαναβγαίνοντας οι ίδιες χορεύτριες, αναπαριστούν τις ζοφερές ώρες με τα πέπλα τους και υποκρίνονται, με την ακαμψία του ύπνου, τις μονότονες νύχτες του τάφου, μ’ εξαίρεση μια λάμψη, αστραπιαία, τη στιγμή της ανάστασης και των φιλιών, που καθρεφτίζεται σε κάθε κόσμημα που στραφταλίζει. Τότε σμίγουν, σαν το γάμο της κάθε νύχτας με τη μέρα που αναγεννιέται, τη διπλή τους όψη, σκοτεινή και φωτεινή, μ’ ένα στροβίλισμα στις μύτες των ποδιών. Και με τα χέρια υψωμένα προς τη νεράιδα, που εξαφανίζεται μέσα σ’ ένα σπαραγμό συγγνώμης και χαράς.



Ο υμέναιος, που ταπεινά ευλογήθηκε μπροστά σε μια επικήδεια λαμπάδα, γιορτάζεται τώρα στο χαρμόσυνο φως που εκπέμπουν οι πολύτιμοι λίθοι και τα χρυσάφια. Και πράγμα πολύ καλύτερο, με ιλαρά πρόσωπα συνεπαρμένα από τη συμπάθεια, την ηδονή, την αρετή.

Η σταδιοδρομία του Μαχαραγιά Τσχάντρα έμελλε να είναι μακρά και λαμπρή: υπήρξε, λένε, ένας μεγάλος βασιλιάς, ένας περίφημος κατακτητής, μα, σπάνια ιδιαιτερότητα, στάθηκε ένας πιστός σύζυγος: δεν αναζήτησε την ευτυχία έξω από τα δεσμά που τον ένωναν με τη Λακσμί και, όλη του τη ζωή, αρνήθηκε να φτιάξει ένα χαρέμι. Το δίχως άλλο, η θεά Τύχη είχε προστατεύσει εκείνη που έφερε τ’ όνομά της.



Μετάφραση ΜΠΟΜΠΟΛΕΣΗ ΕΡΣΗ

Εικόνα
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Τρί Μαρ 30, 2004 8:36 pm

Όλοι στο χωριό τον φώναζαν Ζαβό. Είχε ξεχάσει το όνομά του. Ήταν πάντα ο Ζαβός. Ακόμα και για τον αστυνόμο ήταν ο Ζαβός. Δεν είχε όνομα, δεν είχε επίθετο, μόνο αυτό.
Η αλήθεια είναι ότι πάντα ήταν παράξενος από μικρό παιδί. Τότε του κόλλησαν το παρατσούκλι. Έπαιζαν όλα τα παιδιά μαζί αλλά αυτός δεν συμφωνούσε με τους όρους του παιχνιδιού. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι διάολο παιχνίδι ήταν αυτό, να κάθονται στην άκρη του γκρεμού και να πετάνε πέτρες με δύναμη προς τα κάτω ώστε να νικήσει αυτός που η πέτρα του θα έκανε πιο πολύ φασαρία. Τότε έγινε και το ατύχημα. Ο ίδιος δε το θυμόταν αλλά φρόντιζαν να του το λένε συχνά και πολλές φορές για να μην το ξεχνάει. Μετά το ατύχημα ξεχνούσε πολλά.
Του είπαν ότι καθώς έπαιζαν έσκυψε να δει που πήγαιναν οι πέτρες και τότε γλίστρησε. Χτύπησε άσχημα. Δε το θυμόταν, αλλά αν δεν είχε χτυπήσει άσχημα δεν θα έμενε σχεδόν ένα χρόνο στο νοσοκομείο. Κι ήταν στην πόλη το νοσοκομείο. Καμάρωνε που είχε πάει στην πόλη, κι ας μη θυμόταν και πολλά …
Είχε πάντοτε μαζί του το χαρτί από το νοσοκομείο. Αααα ήταν πολύτιμο αυτό το χαρτί. Δεν ήξερε τι έλεγε, αφού δεν πρόλαβε να πάει σχολείο, αλλά με αυτό το χαρτί γλίτωσε πολλά. Πρώτα το είχε δείξει η μάνα του, θεός σχωρέστην, στον δάσκαλο και δεν ξαναπήγε σχολείο. Πολλά παιδιά είχαν ζηλέψει τότε την τύχη του και προσπάθησαν να πάθουν τα ίδια, μέχρι που ο πρόεδρος αναγκάστηκε να κλείσει το δρόμο που πήγαινε στον γκρεμό. Μετά το έδειξε ο ίδιος στον κυρ-αστυνόμο, που ήταν τότε νέος στο χωριό και δεν ήξερε λεπτομέρειες, όταν του είπε ότι πρέπει να παρουσιαστεί για να υπηρετήσει τη θητεία του. Δεν είχε καταλάβει ακριβώς τι του έλεγε, αλλά άκουσε εκείνο το "πρέπει" και δεν του άρεσε καθόλου. Έβγαλε, λοιπόν, το χαρτί του και του το κόλλησε στη μούρη. Ο αστυνόμος δεν τον ξαναενόχλησε.
Κι άλλη μια φορά τον έσωσε το χαρτί του. Είχαν έρθει στο χωριό κάποιοι από την πόλη με ένα ωραίο αυτοκίνητο. Μα πως γυάλιζε έτσι το άτιμο? Σα να του είχαν κολλήσει ένα ήλιο μέσα του κι έλαμπε! Κι ο Ζαβός ήταν συνέχεια τριγύρω του. Όταν κάποια στιγμή ακούμπησε με δύναμη πάνω του, άρχισε να στριγκλίζει σα δαιμονισμένο και οι πρωτευουσιάνοι του έβαλαν τις φωνές. Έβγαλε κι αυτός το χαρτί του και τους το έδειξε. Αυτοί αμέσως σταμάτησαν να του φωνάζουν και μάλιστα τον κέρασαν και κρασί στην ταβέρνα του κυρ-Θωμά.
Ήταν καλός άνθρωπος ο κυρ-Θωμάς. Από τότε που συχωρέθηκε η μάνα του κάθε μέρα τον έβαζε κι έτρωγε, μεσημέρι και βράδυ. Κι ο Ζαβός όμως του δούλευε το φαΐ του. Α όλα κι όλα, ελεημοσύνες δεν ήθελε. Δούλευε σκληρά. Το χειμώνα στην ταβέρνα και το καλοκαίρι και στα χωράφια. Ήταν πολύ δυνατός. Όλα μπορούσε να τα κάνει … αρκεί να του δείχνανε τον τρόπο … πολλές φορές, γιατί ξεχνούσε. Αλλά άμα μάθαινε τη δουλειά γινόταν ο καλύτερος! Και το καλοκαίρι στα χωράφια του άρεσε πιο πολύ. Σα σηκωνόταν ο ήλιος έβγαζε το πουκάμισό του και χαιρόταν που όλα τα κοριτσόπουλα τον κοίταζαν. Τον πείραζαν βέβαια οι άλλοι άντρες και γελούσαν μαζί του, αλλά η κυρά Μάρω η χήρα του έλεγε πως τον ζηλεύανε.
Πολύ τον αγαπούσε η κυρα-Μάρω. Αυτή του έπλενε τα ρούχα, αυτή τον κοίμιζε στο σπίτι της. Κι όχι στην αποθήκη όπως στην αρχή ο κυρ-Θωμάς, αλλά μέσα στο σπίτι της! Τίποτα δε ζητούσε η κυρά-Μάρω. Της μαστόρευε ότι χαλούσε στο σπίτι βέβαια, και τη βοήθαγε στο μπαξέ, αλλά ποτέ δεν του το ζήταγε η ίδια. Πάντα ο Ζαβός το έκανε από μόνος του. Σα μάνα του ήταν η κυρα-Μάρω! Κι όπως τον φρόντιζε αυτή, έτσι τη φρόντιζε κι αυτός. Βέβαια ο παπα-Θόδωρος του 'λεγε πως αυτά δεν είναι σωστά πράγματα κι αν ήθελε να μένει με τη χήρα έπρεπε να τη στεφανωθεί. Αλλά γιατί να τη στεφανωθεί? Μήπως αν πηγαίνανε στην εκκλησιά θα άλλαζε κάτι? Και γέλαγε κι η κυρα-Μάρω όποτε της έλεγε για τον παπα-Θόδωρο. "Μην ανησυχείς και θα του μιλήσω εγώ", του 'λεγε και τον έπαιρνε στην αγκαλιά της να τον ησυχάσει. Αχ! Και μοσχοβόλαγαν τα στήθια της τριαντάφυλλα και δυόσμο. Αλλά δεν την άγγιζε. Ποτέ δεν την είχε αγγίξει κι ας ήταν όμορφη … πολύ όμορφη … η πιο όμορφη στο χωριό. Έτσι νόμιζε, μέχρι εκείνο το πρωινό …
Είχε κινήσει για τα χωράφια πριν φέξει. Πηχτό σκοτάδι ήταν. Μόνος του περπάταγε και μουρμούραγε ότι θυμόταν από τα τραγούδια που έπαιζε το ράδιο στην ταβέρνα. Ξάφνου άκουσε φωνές και γέλια. Σταμάτησε και αφουγκράστηκε. Προχώρησε σιγά σιγά προς τη φασαρία και τις είδε. Θα 'ταν καμιά δεκαριά. Όλες νέες κι όλες πεντάμορφες. Η μια καλύτερη από την άλλη. Φορούσαν διάφανα μακριά φορέματα που άφηναν τα κορμιά τους ελεύθερα στο θαυμασμό του. Τα μαλλιά τους άστραφταν σα μετάξια και οι φωνές τους ήταν αγγελικές. Καθόταν ακίνητος και τις κοίταζε. Δεν χόρταινε να τις κοιτάζει. Κι αυτές έπαιζαν και χόρευαν και τραγουδούσαν αμέριμνες. Δεν τον είχαν δει. Δεν ήξεραν ότι είναι εκεί. Μόλις φάνηκε το πρώτο αχνό φως άρπαξαν τα μαντήλια τους που τα 'χαν πετάξει στο γρασίδι και εξαφανίστηκαν. Ο Ζαβός δεν πίστευε στα μάτια του. Έτρεξε και βρήκε τους άλλους στα χωράφια και τους το 'λεγε κι εκείνοι γελούσαν δυνατά. Κι η κυρα-Μάρω τον μάλωσε να μη λέει τέτοια παραμύθια. Όμως αυτός δεν το έβαλε κάτω. Ναι ήξερε ότι δεν καταλάβαινε και πολλά, αλλά όταν έβλεπε κάτι αυτό ήταν αληθινό. Θα τους το έδειχνε. Δεν ήξερε πως αλλά θα τους έδειχνε ότι λέει αλήθεια.
Πήγαινε κάθε μέρα από τότε. Καθόταν με τις ώρες και τις χάζευε. Όσο κι αν έλεγε στους άλλους να έρθουν μαζί του δεν τον πίστευαν. Έτσι μια μέρα το πήρε απόφαση: θα μίλαγε στις κοπέλες, θα τις παρακαλούσε να πάνε μαζί του στο χωριό για να δουν όλοι ότι δεν έλεγε ψέματα. Μπορεί να ήταν ζαβός αλλά δεν ήταν ψεύτης!
Είχε κινήσει πιο νωρίς. Οι κοπελιές ήταν ήδη εκεί. Μάζεψε όσο θάρρος είχε και προχώρησε προς το μέρος τους. Τις χαιρέτησε κι αυτές τον κοίταξαν με απορία. Μια με κατακόκκινα μαλλιά τον πλησίασε.
-μα, μας βλέπεις?, τον ρώτησε
-εεεε ναι … δεν είμαι τυφλός!, της απάντησε χαμογελώντας
Τον περιεργαζόταν με απορία και θαυμασμό. Ο Ζαβός ένιωθε ότι κάτι περίεργο συνέβαινε αλλά δεν ήθελε να της μιλήσει. Του άρεσε έτσι που τον κοίταζε από την κορφή ως τα νύχια και τα μάτια της έλαμπαν … όχι δεν έλαμπαν απλά, σπίθιζαν! Εκείνη ξεθάρρεψε κι άπλωσε το χέρι της και τον άγγιξε, κι ύστερα τον χάιδεψε. Πρώτα το πρόσωπό του, τα μαλλιά του κι ύστερα τον πήρε αγκαλιά
-Καλωσόρισες!, του είπε και τον φίλησε τρεις φορές σταυρωτά στα μάγουλα.
Πριν προλάβει να της απαντήσει όλες οι υπόλοιπες τον είχαν περιτριγυρίσει και του χάριζαν αγκαλιές, φιλιά και χάδια. Κάθισαν όλοι μαζί στο χορτάρι. Τα μάτια του έψαχναν λαίμαργα απαντήσεις αλλά το στόμα του αρνιόταν να χάσει το χαμόγελό του. Έτσι του εξήγησαν αυτές. Κάποτε οι άνθρωποι τις εμπιστεύονταν. Πήγαιναν κοντά τους για να τους γιατρέψουν, για να τους πουν τι έκρυβαν στο μυαλό τους, να λευτερώσουν τις κλειδωμένες σκέψεις τους. Μετά άρχισαν να τις φοβούνται. Τις είπαν στοιχειά, ξωτικά, ώσπου τις ξέχασαν. Ούτε να τις δουν δεν μπορούσαν πια. Μόνο τα μικρά παιδιά μέσα από τα αθώα μάτια τους έβλεπαν την παρουσία τους και τότε οι γονείς ξόρκιζαν τον τόπο, να φύγει το "κακό", να χαθεί. Αναγκάστηκαν να βγαίνουν μόνο τις νύχτες, μακριά από τα ανθρώπινα βλέμματα.
-Κι εγώ? Γιατί σας είδα εγώ?
Μια ξανθομαλλούσα του έφερε ένα ποτήρι ξύλινο γεμάτο καθάριο νερό που όμως άχνιζε. Με ένα πλατύ χαμόγελο του έγνεψε να το πιει. Ο Ζαβός το κατέβασε με μιας … και τότε είδε, κατάλαβε, θυμήθηκε. Μέσα στο μυαλό του άναψε ένας προβολέας. Όλη η ζωή του κραύγαζε με ζωηρές σκέψεις και εικόνες πίσω από τα κλειστά βλέφαρά του. Είδε την κυρά Μάρω να τον συμβουλεύει με στοργή, τη μάνα του να του δίνει ευχές λίγο πριν πεθάνει, το γιατρό στο νοσοκομείο να της μιλάει σιγά για να μην τον ακούσει, τον γκρεμό, το ατύχημα … είδε το Μάρκο να τον σπρώχνει δυνατά … η δική του πέτρα δεν έκανε θόρυβο … κανένα ήχο … καθόταν απαλά πάνω στις άλλες σαν πούπουλο!
ʼνοιξε τα μάτια του διάπλατα! Μα πως ήταν δυνατόν? Τις κοίταξε με απορία και αγωνία. Μια σταγόνα ιδρώτα κύλησε από το μέτωπό του. Η ξανθομαλλούσα την σκούπισε απαλά με το χέρι της κι ύστερα το πέρασε πάνω από τα μάτια του
-Οι απαντήσεις είναι μέσα σου, του είπε κι η φωνή της ακούστηκε σα κελάρυσμα
Έκλεισε και πάλι τα μάτια του και συνέχισε … ήταν μωρό στη κούνια του. Πάνω από το προσκέφαλό του η μάνα του τον νανούριζε με ένα τραγούδι … σε άγνωστη γλώσσα! … τον τύλιξε με ένα διάφανο μαντήλι … σαν αυτό που είχαν οι κοπελιές! … "Σε μένα είναι άχρηστο πια, γιε μου! Δεν υπάρχει γυρισμός για μένα", του ψιθύρισε και τον φίλησε απαλά στο μέτωπο.
-Ώστε? … ώστε ήταν σαν κι εσάς? … η μάνα μου? … στοιχειό η μάνα μου?
Κούνησαν όλες καταφατικά το κεφάλι.
-Μας έλειψε, η αδερφή μας … η μάνα σου! Και το ξέραμε! Από τότε που συνάντησε τον πατέρα σου, έχασε τα λογικά της. Του φανερώθηκε κι εκείνος θαμπωμένος από την ομορφιά της, της άφησε εσένα. Ο έρωτας της πήρε την αθανασία αλλά της έδωσε ζωή στα σπλάχνα της …
Ο ήλιος ξεπρόβαλε. Οι κοπελιές τυλίχτηκαν με τα μαντήλια τους και χάθηκαν. Ο Ζαβός απέμεινε μόνος του. Σηκώθηκε όρθιος. Έριξε μια ματιά προς τα εκεί που ήταν το χωριό του. Γύρισε την πλάτη. Έβγαλε από την τσέπη του το πολύτιμο χαρτί του. Το έσκισε και ξεκίνησε.
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Τετ Μάιος 05, 2004 12:37 pm

Μια φορά κι ένα καιρό, υπήρχε μια χώρα μακρινή που την έλεγαν Χώρα του Γιασεμιού. Στη χώρα του γιασεμιού υπήρχαν μόνο γιασεμιά. Και για να λέμε όλη την αλήθεια, εκεί είχαν φυτρώσει για πρώτη φορά γιασεμιά. Μόνο που δεν ήταν όπως τα ξέρουμε τώρα. Εκεί τα γιασεμιά ήταν μαύρα. Μύριζαν το ίδιο όμορφα με τα σημερινά, αλλά πουθενά δεν μπορούσες να δεις τίποτα άλλο παρά μαύρους ανθούς.
Οι κάτοικοι της χώρας ήταν πάντα χαμογελαστοί, αφού η οσμή των ανθών τους έφτιαχνε την διάθεση. Τα αγαπούσαν τα γιασεμιά. Με αυτά στόλιζαν τα σπίτια τους, τα ρούχα τους. Τα έφτιαχναν γλυκό του κουταλιού και λικέρ, και τσάι και αρώματα. Όλη τους η ζωή κινούνταν γύρω από τα γιασεμιά. Τα μαύρα γιασεμιά.
Κάποτε στη χώρα αυτή γεννήθηκε ένα κοριτσάκι. Όταν γεννήθηκε, τα μάτια της ήταν ανοικτά και όλοι απόρησαν. Τα μάτια της ήταν κατάμαυρα και η ίριδα είχε το σχήμα του ανθού του γιασεμιού. Όλοι φοβήθηκαν. Πίστεψαν ότι ήταν κάποιο σημάδι, σταλμένο από τους θεούς, αλλά δεν ήξεραν πώς να το εξηγήσουν. Ο βασιλιάς της χώρας ρώτησε όλους τους σοφούς και κανείς δεν μπορούσε να του πει γιατί αυτό το κορίτσι είχε μάτια γιασεμιά. Όλη η χώρα έπεσε σε βαριά μελαγχολία. Χάθηκαν τα χαμόγελα, ξεχάστηκαν οι μυρωδιές. Το κορίτσι το απομόνωσαν σ' ένα κήπο με γιασεμιά, μακριά από την πολιτεία τους, μακριά από όλους τους άλλους και μόνο μια γριά ήταν εκεί για να την προσέχει. Ούτε η μάνα της δεν ήθελε να την πάρει στο σπίτι, ούτε ο βασιλιάς μπορούσε να την πάρει στο παλάτι, όπως έκανε με όλα τα άλλα ορφανά. Έτσι, την εξόρισαν στον κήπο. Έβγαλε κι ο βασιλιάς διαταγή ποτέ κανείς να μην πλησιάσει στον κήπο, ούτε και κανείς να αναφέρει ξανά το περιστατικό, ούτε καν να ξανασκεφτεί κανείς ποτέ το κορίτσι και τα μάτια του. Ούτε όνομα δε της έδωσαν, παρά μόνο τη γριά να την φροντίζει … κι εύχονταν όλοι μέσα τους, κρυφά να πεθάνει γρήγορα η γριά και να απομείνει μονάχο το μωρό, ώστε να σβήσει κι αυτό από την πείνα … να ξεχαστεί με τον καιρό … να θαφτεί ο οιωνός …
Τα χρόνια πέρασαν. Η ζωή στη χώρα των γιασεμιών ξαναβρήκε το ρυθμό της. Οι μυρωδιές και τα χαμόγελα ξαναήρθαν και κανείς δε θυμόταν, ούτε το σημάδι, ούτε το κορίτσι. Όμως το κορίτσι ζούσε, και μεγάλωνε, και γινόταν κάθε μέρα και πιο όμορφη, πιο λαμπερή. Το κορμί της μοσχοβόλαγε γιασεμί και το γέλιο της δρόσιζε την καρδιά της γριάς σα το ρυάκι που πέρναγε από τον κήπο και πότιζε τη φυλακή της. Δεν παραπονιόταν η γριά, το κορίτσι ήταν η καλύτερη παρέα που μπορούσε να έχει για τα γεράματά της. Ήταν έξυπνο και προκομμένο, γελαστό και καλόκαρδο. Ποτέ δεν της είχε αντιμιλήσει, δεν της είχε κακιώσει, ούτε κι όταν η γριά το μάλωνε γιατί ήταν απρόσεχτο όταν του μάθαινε τα μυστικά της καλής γιασεμομαρμελάδας. Και τώρα που είχε γίνει κοπέλα, γυναίκα ολόκληρη, την φρόντιζε. Όσο παράξενη κι ιδιότροπη κι αν γινόταν η γριά, η κοπέλα ήταν πάντα ευγενική και υπομονετική μαζί της. Κι η γριά, ανήμπορη πια, την καμάρωνε να τρέχει σα πεταλούδα μέσα στον κήπο, να δουλεύει ακούραστη και χαμογελαστή και να την κοιτάει με αγάπη στα μάτια με τα δικά της, τα μάτια-γιασεμιά , τα μαύρα γιασεμιά.
Κι όλο προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της η γριά να βρει το κουράγιο να μιλήσει στο κορίτσι κι όλο το ανέβαλε. Ήξερε ότι έπρεπε να γνωρίζει το κορίτσι, να μάθει, αλλά δεν της πήγαινε η καρδιά να το πικράνει έτσι. Πώς να της ομολογούσε ότι όλοι τη φοβόταν, ότι την έδιωξαν πριν ακόμα γνωρίσει τον κόσμο? Ο κόσμος! Το κορίτσι ποτέ δεν έμαθε ότι υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι πίσω από αυτούς τους γιασεμότοιχους της φυλακής τους. Κι έπρεπε … έπρεπε … και κάθε φορά που πήγαινε να ανοίξει το στόμα της η γριά, έβλεπε την αγαθότητα και τη στοργή σε εκείνα τα μαύρα γιασεμιά του προσώπου της να λάμπουν χαμογελαστά και δείλιαζε, σφράγιζε το στόμα της και κρατούσε μόνη της το βάρος της ενοχής, της ενοχής της δικής της και της χώρας. Βάρος ασήκωτο για τους γερασμένους ώμους της, αλλά δεν ήθελε να το κακοκαρδίσει το κορίτσι … την κόρη της. Κι ύστερα? Τι θα έκανε αν μάθαινε το κορίτσι? Αν ήθελε να πάει στη χώρα? Αν ο οιωνός ήταν πράγματι κακός? Αν το σκότωναν το κορίτσι για να απαλλαγούν? Αν την έριχναν σε κάποιο μπουντρούμι? Αααα όχι, ήταν καλύτερα στον κήπο … καλύτερα … πολύ καλύτερα! αλλά από την άλλη …
Βασανιζόταν από τα αν η γριά και το 'νιωθε το κορίτσι. Πήγαινε και έπαιρνε τη γριά στην αγκαλιά της και την ταχτάριζε σα να 'τανε μωρό και την πείραζε και έκανε ότι ήταν δυνατόν για να τη δει να χαμογελάει. Δεν ήθελε να βλέπει συννεφιά στο πρόσωπό της, αλλά δεν τόλμαγε και να τη ρωτήσει … φοβόταν τι θα άκουγε … φοβόταν να δει μέσα από αυτά τα γκρίζα σύννεφα … φοβόταν και δεν ήξερε και τι! Σύντομα όμως έμαθε …
Εκείνη τη μέρα είχε σηκωθεί από νωρίς για να ετοιμάσει στη γριά το πρωινό της τσάι γιασεμιού. Το έβαλε σε μια κούπα που η ίδια είχε ζωγραφίσει πάνω της γιασεμιά πολύχρωμα κι έτρεξε να ξυπνήσει τη γριά. Τη φώναξε, μα δεν πήρε απάντηση. Την έσπρωξε, μα η γριά δεν άνοιξε τα μάτια της. Φαινόταν να κοιμάται ήσυχη, ατάραχη σε ένα ύπνο βαθύ, γεμάτο όνειρα βαριά που δεν την άφηναν να ακούσει, μήτε να αισθανθεί. Το κορίτσι απογοητεύτηκε. Την άφησε εκεί να κοιμάται για μια μέρα, δυο μέρες, τρεις … αλλά δεν ξύπναγε. ʼρχισε να νιώθει μόνη, να της λείπει η συντροφιά της γριάς. Συνέχιζε να την περιποιείται, να γεμίζει κάθε μέρα το κρεβάτι της με φρέσκους ανθούς για να τη συντροφεύει η γλυκιά μυρωδιά στα όνειρά της, να της μιλάει, αλλά την ένιωθε τόσο μακριά … και βάραινε η καρδιά της … βάλτωνε η σκέψη της … κι αναστέναζε… κι άπλωνε η ανάσα της στον άνεμο φαρμάκι θανατερό …

Στη χώρα ήταν όλοι ανάστατοι. Στην αρχή όλα τα γιασεμιά έριξαν σε μια μέρα τους ανθούς τους και τώρα … κάθε λίγο ξεραινόταν και μια ρίζα. Το κακό απλώθηκε. Αν δεν γινόταν κάτι γρήγορα, θα χάνονταν για πάντα τα γιασεμιά. Σοφοί από όλες τις γειτονικές χώρες μαζεύτηκαν για να λύσουν το μυστήριο, αλλά όλες οι προσπάθειές τους έπεφταν στο κενό. Τα γιασεμιά ξεραίνονταν. Ο βασιλιάς άρχισε να ανακρίνει όλους τους υπηκόους του για να μάθει ποιος έκανε αυτό το φοβερό κακό, μα άκρη δεν έβγαζε. Τότε ο αρχιμάγειράς του θυμήθηκε! Ήταν απλός βοηθός στην κουζίνα, τότε που γεννήθηκε το κορίτσι, αλλά το σούσουρο απλωνόταν ανάμεσα από τους τοίχους και τους διαδρόμους του παλατιού κι όλοι άκουγαν κι ήξεραν … κι ήξερε! Ίσως αν το έλεγε στο βασιλιά? Αν του θύμιζε? … κι αν ο βασιλιάς του έπαιρνε το κεφάλι για την ανυπακοή? Δίσταζε μα το ένιωθε πως κάτι έπρεπε να κάνει … κάτι στα κρυφά … με κάποιο έμπιστο παλικαρόπουλο που δεν θα τον πρόδιδε! Φώναξε τότε τον μικρότερο κυνηγό του βασιλιά. Ήταν νέος και δυνατός και συνηθισμένος στις κακουχίες των ταξιδιών, μα πάνω από όλα ήταν ο γιος του, ο μονάκριβος γιος του αρχιμάγειρα και λάτρευε τον πατέρα του σε σημείο που θα τον προστάτευε με την ίδια του τη ζωή. Ναι! αυτόν μπορούσε να τον εμπιστευτεί! Του είπε όλη την ιστορία και τον έστειλε στον κήπο να δει τι απόγινε, να βρει ότι μπορούσε για να σταματήσουν την κατάρα και του 'πε αυστηρά σε κανένα να μη μιλήσει, σε κανένα!
Ο νεαρός ξεκίνησε για τον κήπο. Έβλεπε στο διάβα του ξερά γιασεμιά και στενοχωριόταν. Σε λίγο η μυρωδάτη χώρα του θα ήταν ένας κατάξερος τόπος. Κι όσο προχωρούσε έβλεπε το κακό να κυριεύει όλο τον τόπο. Τρεις μέρες περπάταγε χωρίς να σταματήσει, χωρίς να ξεκουραστεί και παντού το θανατικό έκλεβε τις μυρωδιές και τα χαμόγελα. Πριν ακόμα ανατείλει η τέταρτη μέρα ένιωσε στα ρουθούνια τα παιδικά του χρόνια … κάπου εκεί κοντά τα γιασεμιά ζούσαν ακόμα …

Μέσα στον κήπο η ησυχία ήταν εκνευριστική και τρομαχτική συνάμα. Το κορίτσι είχε χάσει κάθε ελπίδα. Ώστε αυτό ήταν? Θα κοιμόταν κι αυτή κάποια στιγμή στον βαθύ ύπνο και όλα θα τελείωναν? Και τα γιασεμιά της? Τι θα απογίνονταν χωρίς τα τραγούδια της και την παρουσία της? Κι ήταν μόνη της στον κόσμο? Δεν υπήρχαν άλλοι? Πως είχε βρεθεί εκεί? Ποια ήταν αυτή η γυναίκα που δεν άφηνε τον ύπνο της για να τις απαντήσει? Ποια ήταν αυτή η ίδια? Αν έφευγε από αυτόν τον κήπο τι θα συναντούσε εκεί έξω? Αν φώναζε θα την άκουγε κανείς? Συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις και στράφηκε στον ήλιο που μόλις φαινόταν στον ορίζοντα και φώναξε "μ' ακούς?". Στάθηκε ακίνητη για να αφουγκραστεί …

Η αγωνία του ήχου και η μελωδία της φωνής τάραξε τον νεαρό. Ναι! αυτός ήταν ο κήπος που του είχε πει ο πατέρας του! και κάποιος υπήρχε εκεί! Ναι! το κορίτσι ζούσε!!! Αυτό θα ήξερε! Ξέχασε την κούρασή του κι έτρεξε αφήνοντας στον άνεμο την κραυγή του … "έρχομαιιιιιιιιιιιι"

Το κορίτσι αναθάρρεψε! Δεν ήταν μόνη!!! Κάποιος της απάντησε! … στράφηκε καχύποπτα στον ήλιο και του ψιθύρισε "εσύ ήσουν?" … μα τότε άκουσε ένα σπαθί να κόβει τους πράσινους τοίχους γύρω της. Έτρεξε αναστατωμένη προς τα εκεί …

Τα βλέμματά τους ακούμπησαν χαρούμενα και φοβισμένα. Πισωπάτησαν κι οι δυο και έμειναν αμίλητοι για λίγο … Πρώτος ο νεαρός την πλησίασε και τη χαιρέτησε. Της είπε να μη φοβάται κι εκείνη τον πίστεψε. ʼρχισε να τον ρωτάει έτσι ανάκατα όπως ήταν όλα εκείνα στο μυαλό της με τη λαχτάρα να μάθει. Ο νεαρός τη σταμάτησε. Κατάλαβε ότι ήταν απίθανο να μάθει κάποιο σωτήριο μυστικό από το κορίτσι … όλα θα χάνονταν! Με χειμώνα στα μάτια και τη φωνή του της διηγήθηκε την ιστορία της, της είπε για το κακό που είχε βρει τη χώρα του, τη χώρα της. Της εξομολογήθηκε τη χαμένη του ελπίδα για μια λύση και βούρκωσε …
Αγκαλιάστηκαν κι άρχισαν κι οι δυο να κλαίνε. Το πρώτο δάκρυ του κοριτσιού έπεσε πάνω σ' ένα ανθό κι ο ανθός ξεπλύθηκε από τη μαύρη κατάρα … έγινε κάτασπρος και έβγαλε μια μυρωδιά ακόμα πιο έντονη. Κανείς τους δεν το είδε … συνέχισαν να κλαίνε αγκαλιασμένοι … μέχρι που τα δάκρυα της κοπελιάς έγιναν ποταμός ορμητικός που τους παρέσυρε έξω από τον κήπο. Έπλεαν αγκαλιασμένοι στο νερό, που από όπου περνούσε ανάσταινε τα νεκρά κλαδιά και τα γέμιζε με άσπρους ανθούς …

Κανείς δεν ξαναείδε τους δυο τους … μόνο κάποιοι θρύλοι έμειναν που λέγανε πως από τον κήπο έφταναν στη χώρα ψίθυροι ανάκατοι με μυρωδιές ανθισμένων γιασεμιών … των άσπρων γιασεμιών.
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Τρί Ιουν 15, 2004 10:24 am

Χτύπησε καλά τα πόδια του να φύγει το χιόνι και μπήκε στην καλύβα του. Έβγαλε το παλτό του και έριξε μια ματιά από το παράθυρο.
"Ανάθεμά σε τρελόκαιρε! Χιόνι στα τέλη του Μάη και σε νησί?!! Αν είναι δυνατόν?! Πρωτάκουστο!!!!". Μήπως δεν ήταν Μάης? Μπας κι είχε κοιμηθεί και ξύπνησε ξαφνικά στο καταχείμωνο? Τον είχε εκπλήξει τόσο πολύ αυτό το απρόσμενο χιόνι που θα κατέβαινε στο χωριό να τους ρωτήσει κι ας τον κορόιδευαν. Μα το μονοπάτι είχε κλείσει κι εξάλλου δε χρειαζόταν. Το ανθισμένο φούλι δίπλα στην πόρτα της καλύβας του δεν έκανε λάθος, ήταν Μάης. Το καημένο το φούλι ... θα πάγωνε, χα! Ποιος να το πίστευε ότι λουλούδια θα πάγωναν μέσα στο καλοκαίρι. Κι ήταν ασυνήθιστα ζεστό αυτό το καλοκαίρι, σα να βιαζόταν να 'ρθει. Κι όμως λες και κάτι το είχε σταματήσει στο δρόμο. Σα να πάλευαν χειμώνας και καλοκαίρι, χιόνι και ήλιος ... ήλιος? Ούτε που φαινόταν! Του 'χε στρώσει ο ουρανός κατάλευκο πουπουλένιο πάπλωμα κι ο τεμπελχανάς την είχε πέσει εκεί κι είχε ξεχαστεί. "Εεεειιι! Σήκω ρε κοιμήση! ʼιντε να κάνεις τη βόλτα σου στον ουρανό! ʼιντε να μυρίσει και πάλι καλοκαίρι, να ακούσουμε και κάνα τζιτζίκι". Μπα! Τίποτα! Έκανε πως δεν τον άκουγε ο άτιμος!
Έβαλε ένα ποτηράκι ρακί και το κατέβασε μονομιάς. Αχ! Βάλσαμο! Κυλούσε το ρακί στο αίμα του και ζέσταινε την καρδιά του. Ένα χαμόγελο πονηρό ξεγλίστρησε απ' τα χείλια του. "Ρε μπαγάσα, σήκω απ' το κρεβάτι σου και η νταμιτζάνα δικιά σου!". Μπααααα! Ούτε κι αυτό τον συγκινούσε τον καταραμένο! Αποφάσισε να εγκαταλείψει τις προσπάθειες. Έφυγε από το παράθυρο και βάλθηκε να ανάψει φωτιά στο τζάκι του. Τελικά το καλυβάκι του είχε τα πάντα. Ακόμα κι αν αποφάσιζε ο κυρ χειμώνας να κάτσει όλο το χρόνο, αυτός θα ήταν μια χαρά εκεί. Μόνο τα ζωντανά λυπόταν. Τα νιούδια που δε θα είχαν τη ζεστασιά που χρειάζονταν για να ξεπεταχτούν. Αλλά δεν ανησυχούσε. Ήξερε πως η γη τα πρόσεχε τα παιδιά της, κι όσο κι αν τα κυνηγούσε ο ουρανός, αυτή θα τα πρόσεχε. Θα άπλωνε την αγκαλιά της και θα τα μάζευε σαν την κλώσα. Είχε ήδη φροντίσει για τέτοιες ουράνιες σκανταλιές. Το νησί ήταν γεμάτο σπηλιές. Κι ήταν σίγουρος πως κάθε μια έσφυζε τούτη τη στιγμή από ζωή. Μόνο η πείνα ίσως τα ταλαιπωρούσε λίγο ...
Θυμήθηκε την δική του πείνα. Έβγαλε ένα κριθαρένιο παξιμάδι και το βούτηξε στην κούπα με το νερό. Έκοψε ένα κομμάτι τυρί κι άρχισε να μασουλάει ικανοποιημένος. ʼπλωσε τα πόδια του προς τη φωτιά που όλο και δυνάμωνε κι έκλεισε τα μάτια απολαμβάνοντας το τρίξιμο των ξύλων. Η μυρωδιά του καμένου ξύλου του θύμιζε τη μάνα του. Ήταν ασφαλής. Μπορούσε να αποκοιμηθεί με τη γλυκιά θύμηση. Μόνο που δεν έπρεπε να ξεχαστεί. Σήμερα έπρεπε να ανάψει το φάρο πιο νωρίς. Πριν πέσει το σκοτάδι, νωρίς το απόγευμα. Να 'χουν τα πλοία παρηγοριά, να βρει κι αυτός το μονοπάτι του γυρισμού για την καλύβα του ...
Σαν άνοιξε τα μάτια του είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει. Σηκώθηκε βιαστικά και φόρεσε τις γαλότσες και το παλτό του. Πήρε τη λάμπα θυέλλης στο χέρι και ξεκίνησε για το φάρο. Ακολουθούσε τα πρωινά του ίχνη στο χιόνι προσεκτικά. Αν ξέφευγε από το μονοπάτι θα έπεφτε κάτω στα άγρια βράχια. Ούτε το κοκαλάκι του δε θα 'βρισκαν, αφού το ρεύμα εκεί ήταν πολύ δυνατό. Κι αν κάποια στιγμή ξέβραζε η θάλασσα κάνα χέρι του ή κάνα πόδι του, θα ήταν σίγουρα σε άλλη χώρα, σε κάποια από αυτές που του περιέγραφε ο φίλος του ο καπετάνιος, όποτε ερχόταν στο νησί να δει τη γυναίκα του. "Εδώ! Γύρνα εδώ! Στο μονοπάτι! Πρόσεχε, κακομοίρη μου, γιατί μόνο κάνα δάκτυλό σου θα δει αυτές τις χώρες!". Ακούγοντας τη φωνή του μέσα στην ησυχία, μάζεψε το μυαλό του που αλήτευε και συγκεντρώθηκε στις πατημασιές του. Σύντομα έσπρωξε τη σιδερένια πόρτα και καθώς την άκουσε να τρίζει κλείνοντας πίσω του, ησύχασε. Έβγαλε τις γαλότσες για να μη γλιστράει στα στενά σκαλοπάτια της στριφογυριστής σκάλας κι ανέβηκε τρέχοντας στη λάμπα. Την άναψε κι έμεινε να κοιτάει το πέλαγος. Ήταν η καλύτερη στιγμή κάθε μέρας. Έβλεπε τη θάλασσα και ταξίδευε. Και σήμερα ήταν ήρεμη κι ασημιά. Κι απάνω της ένα καθάριο ασβεστωμένο ταβάνι ο ουρανός. Αααααχ! Κάποτε θα την περπατούσε αυτή τη θάλασσα. Δεν θα την έβλεπε πια από μακριά. Θα άφηνε πίσω του το νησί και θα χανόταν στα πέλαγα. Θα έψαχνε τις νύχτες από το κατάστρωμα τα φώτα των φάρων και θα 'ξερε πως κάποιος εκεί πάνω θα ζήλευε την τύχη του. Κάποτε ...
Στο βάθος ήξερε πως αυτό δε θα γινόταν ποτέ. Όμως το ονειρευόταν και το επιθυμούσε. Γι' αυτό και είχε αρνηθεί να πάρει μια γυναίκα, να κάνει παιδιά. Τίποτα δεν ήθελε να τον δένει στο νησί. Κανείς. Γιατί ίσως, κάποτε να τα κατάφερνε να μπαρκάρει, ίσως ... Βέβαια, ο καπετάνιος του το 'χε πει πολλές φορές "η θαλασσινή καρδιά, Νικολή μου, ταξιδεύει και δίχως άρμπουρο" κι είχε δίκιο. Στα δέκα χρόνια που ήταν εκεί στο φάρο, είχε πάει παντού! Είχε "δει" όλα τα όμορφα και παράξενα του κόσμου. Είχε χαθεί στα σοκάκια όλων των λιμανιών. Είχε αντιμετωπίσει πελώρια κύματα και τρομερά τέρατα. Οι παλιές ιστορίες, οι μύθοι, τα όσα του έλεγε ο καπετάνιος ζωντάνευαν με φόντο το πέλαγος που απλώνονταν μπροστά του, κάτω από τα πόδια του ... και σε αυτό είχε δίκιο ο καπετάνιος: εκεί στο φάρο του, ήταν σα βασιλιάς! Αυτός ψηλά στο θρόνο του κι η θάλασσα από κάτω πιστός υπήκοος! Μόνο που ... αυτός ήθελε τη θάλασσα να 'ναι άγρια και άπιστη, να τον καλεί να τη κυριεύσει κι όχι να υποτάσσεται αμαχητί, την ήθελε πλανεύτρα και γεμάτη υποσχέσεις περιπέτειας, την ήθελε παθιασμένη να τον αναγκάζει να πολεμήσει για τις ομορφιές της, για ... τη ζωή του
Η νύχτα είχε φέρει και κρύο. Η πατατούκα του ήταν ζεστή αλλά τα γυμνά του πόδια είχαν ξεπαγιάσει. "Αύριο πάλι!", είπε κλείνοντας το μάτι ναζιάρικα στην υπήκοό του. Με τη λάμπα του υψωμένη μπροστά προχωρούσε προσεκτικά. Τώρα το χιόνι είχε αρχίσει να παγώνει και γλιστρούσε. Έριξε μια ματιά κάτω στα βράχια. Το φως από το φάρο φώτισε τις λευκές κι αιχμηρές κορυφές τους. Έμοιαζαν με σπασμένα κρύσταλλα. Ο θεός να φυλάει τα αγρίμια, σκέφτηκε και συνέχισε. Πέρασε την τελευταία στροφή του μονοπατιού και είδε το φωτισμένο παράθυρο από τη φωτιά του τζακιού της καλύβας του. Λίγο ζεστό τσάι, μμμ ... ή ένα ρακόμελο ... Οι σκέψεις του κόπηκαν απότομα. Μπροστά του, κάτω στο χιόνι, ακριβώς δίπλα στα γνωστά ριγέ αποτυπώματα από τις γαλότσες του, είδε ίχνη από πατούσες! Ανθρώπινες γυμνές πατούσες! Κύριε ελέησον! Ποιος θα μπορούσε να περπατάει νυχτιάτικα σε αυτή την περιοχή και μάλιστα χωρίς παπούτσια? 'Εστρεψε τη λάμπα του δεξιά κι αριστερά για να μπορέσει να δει από ποια μεριά έρχονταν τα ίχνη. Δεν μπόρεσε να καταλάβει. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι πήγαιναν προς το καλύβι του. ʼνοιξε το βήμα του. Η περιέργεια του φούντωνε μέσα του και τον έκανε να ξεχνά και το κρύο και το χιόνι και όλα ... έπρεπε να μάθει ποιος ήταν ...
Κι εκεί μόλις δυο βήματα πριν την πόρτα του, την είδε ... μια κοπελιά! Μια κοπελιά ολόγυμνη πεσμένη πάνω στο χιόνι!! Μια κοπελιά μελανιασμένη από το κρύο ... ζούσε?
Σκύβοντας πάνω της να δει, άκουσε μια ανάσα της να ξεφεύγει κουρασμένα από τα χείλια της. Μπλαβιά είχαν γίνει. Την άρπαξε στην αγκαλιά του και την πήγε μέσα. Την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Την σκέπασε με τη φλοκάτη του. Πήρε το ρακί κι άρχισε να της τρίβει τα χέρια. Ήταν παγωμένα! Προσπάθησε να της δώσει λίγο ρακί μ' ένα ποτήρι μα δε τα κατάφερε. Έβαλε μια γουλιά στο στόμα του και το άφησε να χυθεί μέσα από τα μισάνοιχτα χείλη της. Την άκουσε να βήχει. Τη γύρισε στο πλάι και της χτύπησε την πλάτη. Σαν είδε ότι το κορίτσι ησύχασε την άφησε να κοιμηθεί. Έβαλε μερικά ακόμα ξύλα στη φωτιά κι ετοίμασε μια σούπα. Η θεια του η ʼφρω, καλή της ώρα, φρόντιζε να του γεμίζει το πήλινο δοχείο του με σπιτικό τραχανά για τις κρύες νύχτες, και τώρα θα ήταν ότι έπρεπε για το κορίτσι ... το κορίτσι! Γύρισε την καρέκλα του ώστε να τη βλέπει.
Τώρα που η φωτιά άφηνε και πάλι το αίμα να κυκλοφορήσει στα μάγουλά της, φαινόταν όμορφη. Δε πρέπει να 'τανε πάνω από εικοσιπέντε, άντε βία είκοσι έξι. Τα μαλλιά της ήταν μακριά και κατάξανθα. Σαν άγγελος ήταν! Και μάλλον ξένη ... ε ναι! Σίγουρα ξένη! Κάτασπρο δέρμα, ξανθά μαλλιά ... τα μάτια της πως να 'ταν? Ωχ! Και πως θα του έλεγε τι έγινε, τι γύρευε εκεί πάνω? Πως γυμνώθηκε με τέτοιο καιρό? ... γυμνή ... χμ! έπρεπε να της βρει κάτι να φορέσει, δε γινόταν να την αφήσει έτσι ... ντροπή! ʼσε που μπορεί να νόμιζε το κορίτσι ότι αυτός τη γύμνωσε! Απαπα! Μόνο τα μπλεξίματα του λείπαν!
Σηκώθηκε και άνοιξε το μπαούλο του. Είχε φυλαγμένα εκεί πράγματα από το πατρικό του, τη ζωή του όλη. Κάτι παλιές φωτογραφίες των γονιών του, το ξύλινο καραβάκι του, την παιδική του κουβερτούλα και κάνα δυο φορέματα της μάνας του. Το ένα το 'χε φορέσει στο γάμο του αδερφού του και καμάρωνε ... και την καμάρωνε κι αυτός ... ήταν ευτυχισμένη η μάνα του όταν το φορούσε! Ναι! Αυτό θα φόραγε η κοπελιά ... αυτό! Κι ίσως και να 'ταν τυχερό το φόρεμα και να 'φερνε χαμόγελα στην κοπελιά ... τα χρειαζόταν! Την ξεσκέπασε και προσπαθώντας να μην την ταρακουνήσει πολύ, της το φόρεσε. Την ξανασκέπασε και τυλίχτηκε κι αυτός την πατατούκα του κι έπεσε στο πάτωμα μπροστά στη δυνατή φωτιά κι αποκοιμήθηκε ...
Μέσα στ' όνειρό του η κοπελιά είχε σηκωθεί και τον είχε σκουντήσει ελαφρά τον ώμο. Του είχε πιάσει το χέρι και τον τράβηξε μαζί της στον ουρανό. Πετούσαν! Κι ο ήλιος έλαμπε ψηλά και κάτω η θάλασσα ρυτίδιαζε απαλά στο χάδι του ανέμου. Κι εκεί στα μεσοπέλαγα, καθώς τους κύκλωναν θαλασσοπούλια κι από κάτω δελφίνια χόρευαν, το κορίτσι του χαμογέλασε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Κι ήταν η ανάσα της μυρωμένη σα φούλι ...
Η έντονη μυρωδιά τον ξύπνησε. Με το που άνοιξε τα βλέφαρά του, τα μάτια του θαμπώθηκαν από το πρωινό φως. Ο ήλιος έλαμπε και πάλι. Σηκώθηκε. Η φωτιά είχε σβήσει αλλά δεν ένιωθε καθόλου κρύο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ούτε ίχνος από το χτεσινό χιόνι! Η χαρά του έλαμψε ένα φαρδύ χαμόγελο στα χείλια του. ʼνοιξε την πόρτα και το φούλι τον καλημέρισε μυρωδιαστά. "Ώστε τη γλίτωσες, ε?". Στράφηκε στον ήλιο "ούτε μια γουλιά δε σου δίνω ρε! Ούτε μια σταγόνα για σένα, τεμπέλη! Κόντεψες να μας πεθάνεις χτες! ... ίσα που το πρόφτασα το κορίτσι ...". Το κορίτσι! Ξαναμπήκε γρήγορα μέσα. Την είδε να κοιμάται ήσυχα. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει ένα ζεστό κύμα, μια γλύκα, μια τρυφερότητα που δεν την είχε ξανανιώσει. Γονάτισε δίπλα της στο κρεβάτι κι έσπρωξε απαλά από το μέτωπό της μια χρυσαφιά τούφα. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν. ʼνοιξε τα μάτια της. Πρασινογάλαζα! Ναι τα μάτια της ήταν πρασινογάλαζα, λες κι οι εξωτικές παραλίες από τις φωτογραφίες του καπετάνιου είχαν κλέψει το χρώμα των ματιών της! Απόμειναν να κοιτάζονται. Κανένας φόβος. Καμιά αγωνία. Καμιά αμηχανία. Ήταν σαν να ήταν από πάντα μαζί. Σα να γνωρίζονταν από μωρά παιδιά κι είχαν την άνεση να κάθονται έτσι αμίλητοι, πρόσωπο με πρόσωπο, με μόνο μια ανάσα να τους χωρίζει. ʼπλωσε το χέρι της και τα δάκτυλά της ακολούθησαν το στενό μονοπάτι του χαμόγελού του. Με την παλάμη της χάιδεψε το μάγουλό του και κατέβηκε πάλι σιγά στην φλοκάτη. "Σ' ευχαριστώ!", του είπε ...


Τριάντα χρόνια μετά ...
Ο καπετάνιος, συνταξιοδοτημένος πια, ρούφηξε με θόρυβο τον καφέ από το φλυτζάνι.

-ρε Νικολή, μετάνιωσες ποτέ που δεν μπάρκαρες? Που δεν ταξίδεψες στις "μακρινές" σου χώρες?
-ακόμα ταξιδεύω σε άγνωστα νερά, καπετάνιε !

και του έδειξε μ' ένα νεύμα του κεφαλιού την αρχή του μονοπατιού. Το κορίτσι ερχόταν. Κι ήταν το ίδιο όμορφη, το ίδιο νέα, το ίδιο δροσερή, ο ίδιος άγγελος όπως και εκείνη την πρώτη νύχτα...
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό skiaxtro » Παρ Ιούλ 09, 2004 1:10 am

Εκλεισε τη λάμπα και κοίταξε το ταβάνι.Τα πλαστικά αστέρια είχαν αποθηκεύσει φώς και βγάζαν παρηγορητικές πρασινωπές λάμψεις .Το φεγγάρι μισό και κολλημένο στη γωνία με ενα συνθετικό χαμόγελο ,μισό και αυτό.
Εκλεισε τα μάτια και το πράσινο φώς έγινε κολλημένες κουκίδες στην πίσω μεριά των βλεφάρων του.

Στήν μνήμη του ο στυλιζαρισμένος εκφωνητής ανακοίνωνε:
"Λανθασμένη η αντίληψη ότι το Σινικό τείχος φαίνεται απο τη Σελήνη.Κανείς δε γνωρίζει πως ξεκίνησε αυτή η φήμη αλλά το μεγαλύτερο κατασκεύασμα στη γή, στην πραγματικότητα, δεν είναι ορατό στις διαστημικές πτήσεις.".

Πρέπει να κάνουν λάθος και μάλιστα τεράστιο λάθος.Ο κοιμισμένος δράκος Είναι Ορατός απο το φεγγάρι.Ο αιώνιος δράκος, που πάνω του έπεφταν οι ορδές των προγόνων του Τζέκινς Χαν στην αναζήτηση μιάς νέας γής.Απροσπέλαστο να προκαλεί ατέλειωτο πόνο απομακρύνοντας την ελπίδα και το όνειρο.
Το τραγικό χαμόγελο της πράσινης πλαστικής σελήνης πλάτυνε όταν τον άκουσε.
Οι άσπροι τοίχοι έπεσαν πίσω του καθώς το αστρικό του σώμα έβρισκε μια τρύπα στην χωροχρονική διάσταση.

Τα πόδια του βυθίζονται στη λάσπη και ο Λιάο Σάνγκ ακούει τη μακρυνή φωνή πατέρα του να μιλά για τις μογγολικές στέπες απο απλώνονται πέρα απο το Σινικό τείχος.Χώνει βλαστάρια μέσα στο νερό και η Γιουήν με τα μανίκια σηκωμένα ως τον αγκώνα του χαμογελάει.
Κουβαλάει πάντα την Γιουήν στο μυαλό του όταν βουτά στους οριζώνες.Την βάζει να καθίσει σ'ένα ξύλινο υπόστεγο μιας και αυτή την εποχή ο ήλιος καίει και της λέει ιστορίες.Ιστορίες απο την εποχή της "Ανοιξης και του Φθινοπώρου".
Δεν του μιλάει.Ποτέ δε μιλάει η Γιουήν όπως δε πολυμιλάει η μητέρα του.Αλλά χαμογελάει που και που,δένοντας και ξεδένοντας τα χέρια της γύρω απο τα γόνατα της.Υδάτινη η όψη της,διαυγής με τη σοφία που έχει το νερό είτε είναι ρυάκι είτε ορμητικό ποτάμι.

Τίποτα δεν είναι τόσο υποχωρητικό, όσο το νερό
κι όμως κανένα εμπόδιο όσο σκληρό και να είναι
δεν μπορεί να το σταματήσει,
ούτε να αλλάξει το δρόμο του.
Έτσι η αδυναμία υπερνικά τη δύναμη
και η ευγένεια τον σκληρό άνθρωπο
Αυτό ο καθένας το ξέρει,
αλλά δεν το εφαρμόζει κανείς.


αντιλάλησε το απόσπασμα του Ταό Τε Τσινγκ και μαλάκωσε η καρδιά του.
Πιο πέρα ο πατέρας του σκυμμένος, μονολογούσε για τους Λιάο της μογγολικής φυλής Κιτάν ,που άφησαν πίσω τους τη γή που ανέθρεψε άλογα και αναβάτες για να γίνουν γεωργοί στις λάσπες. Μιλούσε και προχωρούσε σχεδόν στα τέσσερα.Οι Θεοί έστρεψαν τα μάτια τους στο εσωτερικό της ύπαρξης τους,συνδέθηκαν με τις συμπαντικές ροές ενέργειας και ξεχάστηκαν εκεί στην δική τους τελείωση και ξέχασαν.
Κοίταξε τις πρασινες επίπεδες εκτάσεις και καθώς το βλέμμα του προχωρούσε με αργά εθύγραμμα βήματα προς την γραμμή του ορίζοντα η Γιουήν έβαλε το χέρι στο στέρνο της.
Το χέρι χάιδεψε το κουμπί ,πέρασε απο πάνω και το ύφασμα άνοιξε.Πέρασε στο επόμενο.Στο επόμενο,στο επόμενο και οι άκρες του πουκαμίσου απομακρύνονταν αβίαστα.
Ξεθώριασε ο χώρος γύρω του.Δεξιά του και αριστερά του βρισκόταν το ολόλευκο στήθος της Γιουήν και ο ουρανός του είχε κρεμαστεί απο την κοτσίδα της.Φρέναρε ο χρόνος και κύλησε απο τους ώμους της.Πήγε και φώλιασε στις πτυχές του πεσμένου στη μέση της υφάσματος.
Η μόνη κίνηση στο ακίνητο τοπίο ήταν το χέρι της που άγγιξε το δεξί της στήθος.Το έσφιξε μέσα στην παλάμη της και σύρθηκε αργά προς το αριστερό.
Και -εχασε την αναπνοή του τότε-απο όπου πέρναγε το δέρμα μετατρεπόταν σε βράχους και ανάμεσα στα υψίπεδα και τις χαράδρες ο μέσος με το κοντοκομμένο νύχι έχτισε τείχος που χώθηκε στην μασχάλη της.Ενα πέτρινο φίδι που λιαζόταν στο άπλετο φώς.
ʼπλωσε το χέρι του στην κοιλιά της και ανηφόρισε και κείνη με το κεφάλι ριγμένο στα πλάγια δείχνοντας να ταξιδεύει σε άλλες διαστάσεις.
Το τείχος ανέκοψε την πορεία προς τα χείλια της,πρός το μάγουλο της.
Τράβηξε να απομακρυνθεί.Τρόμαζε μπροστά σε αυτήν την αφιλόξενη "άλλη" που βρισκόταν μπροστά του μα το χέρι έμεινε παγιδευμένο στις πράσινες συστάδες της κοιλιάς της.Τράβηξε με μεγαλύτερη φόρα μα στάθηκε αδύνατο.
"Γιουήν!" μα η φωνή βρήκε άναρθρη σχεδόν.Τα μάτια της κλειστά και αυτός κολλημένος εκεί με τον τρόμο να ξεσπά κατα κύματα.Τεράστια κύματα που σκάγαν στην εσωτερική πλευρά του δέρματος του.
Λύγισαν τα πόδια του και κει γονατιστός αφέθηκε στην γνώριμη γωνιά ανάμεσα στα πόδια της.Η αναζήτηση παρηγοριάς στη ζεστασιά του οικείου.
Από κάπου μακριά ακούστηκε ενα συριστικό χαχανητό.Η ακούσια γελοία θέση των ανθρώπων ξυπνά την ευθυμία των θεών.Και η ικετευτική στάση με το χέρι υψωμένο και παγιδευμένο παραήταν γελοία.
Αρχισε να κλαίει και το έδαφος γινόταν βάλτος.

Διάρκεια είναι να παραμένεις στην θέση σου
αιωνιότητα είναι να δείς την ανατολή απο την άλλη πλευρά του Σινικού Τείχους


Οι ήχοι έπεσαν απο τα ανοιχτά πια μάτια της στα μαλλιά του.Τα απελευθερωμένα χέρια του γατζώθηκαν απο το έδαφος ,οι αγκώνες μάτωσαν όταν ο πανικός τον άρπαξε απο το σβέρκο και τον έσυρε πίσω.Μακριά.Μακριά της.
Και μετά..
Λίγο μετά
ή μπορεί και 3 αιώνες αργότερα
Αρχισε να ξεθωριάζει η εικόνα της.Τα πόδια της,το τυλιγμένο γύρω απο τους ώμους πουκάμισο,ο αφαλός της.Μόνο το τερατώδες στήθος άντεξε λίγο παραπάνω μέχρι που εξαϋλώθηκε και αυτό στον πρωινό ήλιο.


Η νύχτα ήταν στη μέση της.
Η αλμύρα του αιγαίου είχε εξαφανιστεί απο τα ρουθούνια του.Περίεργη πτήση.Μνήμες παλιές κύλησαν στις νευρικές αύλακες.Η παλιά,αρχέγονη μνήμη της αίσθησης του αμνιακού υγρού.Επέπλεε στις μυρωδιές και τους ήχους των τόπων.Πάνω στα χλιμιντρίσματα των αλόγων της Καππαδοκίας,στην μυρωδιές των μπαχαρικών και του ψωμιού στο Ιράν,στα μουρμουρητά και τους αναστεναγμούς του Καζακστάν.Η έρημος Γκόμπι μακρύτερα ύψωνε ζεστές ανάσες με το δάχτυλο υψωμένο να δείχνει την πορεία.


"Διάρκεια" "παραμένεις" "θέση"
"αιωνιότητα" "άλλη πλευρά" " Τείχος"
Εσταζαν πολλαπλασιαζόμενες απο τις άκρες των μαλλιών του.Κοίταξε τους λεκέδες πάνω στο στήθος του.Μετουσιώθηκαν.
"Η αρχή βρίσκεται εκεί.Στην άλλη πλευρά.Στη ρίζες σου που φύονται στους απόηχους των καλπασμών,στα σκοινιά που στεριώνουν τις γιούρτες "
....και μπροστά του ο δρόμος του έγνεψε ξέχειλος απο προσμονή.Η επαρχία Ξι'αν εγινε κουκίδα στην δύση του ήλιου.


Τα μεγέθη μεταβάλλονται ανάλογα με το μέτρο σύγκρισης όπως και η αξία των γεγονότων.Μα πίσω απο τα ανθρώπινα μέτρα το πραγματικό μέγεθος και αξία όλων συρρικώνεται όταν βρεθεί στη σκιά του ενός και μοναδικού ανυπέρβλητου Σινικού Τείχους της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το δέος τον τύλιξε μουδιάζοντας κάθε άλλο συναίσθημα.Καμμιά πιθανή δίοδος με το συμπαγές μήκος του να ξεπερνά την ατκίνα της ματιάς του.Εκεί μπροστά του να ανακόπτει το ταξίδι του στις χωροχρονικές διαστάσεις,να κραυγάζει υπεροπτικά στο σύμπαν την ισχύ του.Νοστάλγησε ξαφνικά το πράσινο φώς των δικών του αστεριών.


Γονάτισε μπροστά στις τεράστιες πέτρες και στο φαντασιακό δωμάτιο του μυαλού του ζωγράφισε την άλλη πλευρά.Πίεσε το σώμα του λές και θα διαπερνούσε εύκολα έτσι.Σταγόνες αίμα έμειναν και ξεράθηκαν.Η ελπίδα ευνουχίστηκε απο το φόβο που μετατρεπόταν γοργά σε τρόμο.Εψαξε να βρεί τη Γιουήν κάτω απο το στέγαστρο.Μόνο το αδειανό κάθισμα της και πάνω σ'αυτό το μπλέ κουρέλι που έδενε τα μαλλιά της.Γύρισε ν'ακούσει τον πατέρα του να μιλάει για τους Κιτάν μα βρήκε μόνο σιωπή.Μια σιωπή που σκέπαζε θάμνους και βράχους.
Όπου να 'ναι ξημέρωνε...


Ο δρόμος έληγε εκεί.Το βλέμμα του κόλλησε σε μια ρωγμή που ανηφόριζε.
Μια αχνή ρωγμή με παρακλάδια και ενα κύριο κορμό.Απώθεσε το δάχτυλο του πάνω στον κορμό της και τεντώθηκε να βρεί την άκρη της.Τεντώθηκε όσο έφτανε,μα η ρωγμή συνέχιζε.Και αυτός...Και αυτός την ακολουθούσε στον ταξίδι της προς τα πάνω..


Όπου να ναι ξημέρωνε....
Στην ερημιά του,ακούμπησε το κεφάλι στα πετρώματα με τα χέρια τεντωμένα παρακλητικά.Η σιωπή κάλυψε κάθε φωνή μέσα του.Αναίρεσε όλες τις αισθήσεις του και απέμεινε εκεί.Κολλημένος στη βάση του τείχους.
Μα η αφή του σφύριξε για μια ρωγμή.Μια αχνή ρωγμή με παρακλάδια και έναν κύριο κορμό.Απώθεσε το δάχτυλο του πάνω στον κορμό της και τεντώθηκε να βρεί την άκρη της.Τεντώθηκε όσο έφτανε,μα η ρωγμή συνέχιζε.Και αυτός...Και αυτός την ακολουθούσε στον ταξίδι της προς τα πάνω..


Οι Θεοί γύρισαν τα κάτοπτρα τους στις έρπουσες φιγούρες πάνω στο Τείχος.
Κοιτάχτηκαν και σαν μια οντότητα ξέρασαν μια ειρωνία που είχε ντυθεί σοφία και τα ξανάκλεισαν.

Στις επάλξεις δυό αγωνίες ξαπλωμένες.Στα όνειρα της μιας είχε φώς και της άλλης μια θέα απο το Σύμπαν
Και γύρω είχε σκοτάδι.
Ενα πηχτό Σκοτάδι.

Το χωριό θρήνησε το χαμό του Σιανγκ Λιάο που βρέθηκε μισοφαγωμένος απο τα αγριόσκυλα.

Στο νοσοκομείο η νοσοκόμα της πρωινής βάρδιας βλαστημούσε που εκείνο το πλαστικό φεγγάρι δεν έλεγε να ξεκολλήσει απο τον τοίχο.Στο τέλος το σιχτίρισε και κατέβηκε απο τη σκάλα.
"Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο"

C.B
Άβαταρ μέλους
skiaxtro
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1739
Εγγραφή: Τετ Ιαν 15, 2003 3:19 am
Τοποθεσία: χαραμάδες

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Σάβ Αύγ 21, 2004 12:09 pm

Οι νύχτες ήταν παγωμένες. Οι μέρες ήταν καυτές κι από το πάτωμα αναδύονταν μυρωδιές σήψης ανάκατες με κάτουρο και ξερατά. Η Μπασούα προτιμούσε τις νύχτες. Έκλεινε τα μάτια της και θυμόταν την ηλιόλουστη πατρίδα της. Δραπέτευε με τα όνειρα από τη φυλακή της και χαμογελούσε όπως τότε που ήταν ελεύθερη. Στο κελί της ήταν ολομόναχη, όμως πίσω από τους χοντρούς τοίχους άκουγε βαρείς αναστεναγμούς και κραυγές πόνου. Δεν ήταν σίγουρη γιατί είχε βρεθεί φυλακισμένη, όμως ήξερε ότι είχε σχέση με εκείνο το μαντήλι που πεισματικά αρνιόταν να βάλει στο κεφάλι της κρύβοντας το πρόσωπό της. Την πρώτη φορά που το πέταξε απορημένη στο παχύ χαλί που απλωνόταν στο πάτωμα οι γυναίκες είχαν γελάσει. Τη δεύτερη φορά της είχαν βάλει τις φωνές. Την τρίτη ένας ψηλός άντρας την είχε αρπάξει από τα μαλλιά και την είχε σύρει μέχρι εκεί κάτω, αδιαφορώντας για τις φωνές της, τις κλωτσιές που επιχειρούσε να του δώσει και τα νύχια της που είχε καταφέρει να μπήξει στο γυμνό μπράτσο του.
Ήξερε ότι όλα αυτά δεν είχαν αποτέλεσμα. Τα είχε ξαναδοκιμάσει όταν είχαν επιτεθεί στο χωριό της οι ξένοι. Και τότε όμως είχε βρεθεί κλεισμένη στο αμπάρι του πλοίου. Από μια χαραμάδα είχε κλέψει την τελευταία εικόνα του χωριού της, φλόγες χόρευαν κάτω από ένα πυκνό σύννεφο καπνού σα να διάλεγαν συζύγους στη γιορτή της γονιμότητας. Όταν της έκαναν νόημα να βγει από το πλοίο, αρνήθηκε. Μια γροθιά στο πρόσωπό της την έριξε τότε αναίσθητη. Όταν ξύπνησε ήταν ήδη ανάμεσα στις γυναίκες. Το δεξί μέρος του προσώπου της πόναγε τόσο πολύ που με δυσκολία μπορούσε να κουνήσει τα βλέφαρά της. Οι γυναίκες την είχαν φροντίσει και σύντομα είχε γίνει εντελώς καλά. Μπορεί να μην καταλάβαινε τη γλώσσα τους, ήξερε όμως ότι όταν φώναζαν λάιλα εννοούσαν εκείνη. ʼδικα προσπαθούσε να τους πει ότι το όνομά της ήταν μπασούα, δεν καταλάβαιναν κι ούτε είχε το χρόνο να τους εξηγήσει. Μέσα σε λίγες μέρες από τότε που πρωταντίκρυσε το δωμάτιο είχε βρεθεί κιόλας στη φυλακή.
Ποτέ πριν δεν είχε στερηθεί την ελευθερία της. Στον τόπο της η ελευθερία ήταν ιερή. Οι άνθρωποι έπρεπε να είναι ελεύθεροι για να μπορούν να λατρεύουν με χαρά τον μεγάλο θεό ήλιο και τη σύζυγό του τη θεά γη. Γι' αυτό της ήταν αδιανόητο να κρύβει το πρόσωπό της. Αν δεν έστρεφε με λατρεία το πρόσωπό της στον ήλιο πως θα γινόταν γόνιμη σαν άξια απόγονος της θεάς γης? Πως θα τη φώτιζε για να διαλέξει με σοφία τον άντρα που θα της φύτευε τον σπόρο της ζωής? Τώρα είχε αρχίσει να το μετανιώνει. Καταλάβαινε ότι σε αυτή τη χώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Έτσι κι αλλιώς κανείς άντρας δεν ήταν όπως στον τόπο της, κι άρα κανείς δεν θα μπορούσε να της δώσει τον σπόρο του ήλιου. Ένα ολόκληρο φεγγάρι είχε περάσει μέσα σ' εκείνο το κελί και δεν άντεχε άλλο. Σήκωσε τα μάτια της στο μικρό φεγγίτη ψηλά στο δωμάτιο. Ένα αχνό φως που μόλις φαινόταν την απείλησε ότι μια ακόμα μέρα ξεκινούσε. Έσκισε από το μακρύ ρούχο, που της είχαν φορέσει, μια λωρίδα. Τύλιξε όπως όπως το κεφάλι και το πρόσωπό της και προχώρησε στη σιδερένια πόρτα. ʼρχισε να τη χτυπάει δυνατά και συνέχισε για αρκετή ώρα, ώσπου κάποιος την άνοιξε. Ο άντρας την είδε να του δείχνει με επιμονή το βρώμικο πανί που σκέπαζε το κεφάλι της κι έκλεισε αδιάφορα την πόρτα. Η μπασούα απελπίστηκε. Συγκέντρωσε όλη της τη δύναμη και ξαναρίχτηκε με μανία στην πόρτα. Όχι, δεν θα τα παρατούσε τώρα! Γρήγορα η πόρτα ξανάνοιξε κι αυτή τη φορά μια από τις γυναίκες στεκόταν δίπλα στον φρουρό. Κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο τον αυτοσχέδιο φερετζέ και πιάνοντας από το χέρι τη μπασούα την οδήγησε στο γνώριμο δωμάτιο. Η μέρα είχε σηκωθεί για τα καλά κι από την εξωτερική πόρτα το φως του ήλιου έμπαινε εκτυφλωτικό ψάχνοντας το σκούρο δέρμα της μπασούα.
Οι φροντίδες και οι περιποιήσεις των γυναικών τις έφερναν νοσταλγία για το σπίτι της, τη μητέρα της, και συνάμα την έκαναν να τα ξεχνάει, καθώς μάθαινε μέρα τη μέρα να αγαπάει αυτές τις γυναίκες. Η μεγαλύτερη από όλες της φερόταν σα να ήταν πραγματική της κόρη. Την είχε αγκαλιάσει με υπομονή και στοργή και της δίδασκε τη νέα παράξενη γλώσσα. Το πρώτο πράγμα που είχε καταλάβει είναι ότι το νέο της όνομα ήταν νύχτα. Έτσι την έβλεπαν, σκοτεινή και όμορφη, γαλήνια και μυστήρια. Της άρεσε πολύ αυτό, την έκανε να νιώθει υπερήφανη και το κορμί της πάσχιζε με τη στάση και την κίνησή του να το φωνάξει σε όλους. Η μπασούα, ή τώρα πια η λάιλα, περπατούσε ευθυτενής με το κεφάλι ψηλά και σίγουρα βήματα, ήταν το καμάρι όλων. Η εκπαίδευσή της προχωρούσε γρήγορα αφού το νέο κορίτσι ήταν έξυπνο και συγκεντρωμένο. Μπορούσε πια να συνεννοείται μια χαρά. Καταλάβαινε όλα όσα άκουγε, αν και έκανε αρκετά λάθη όταν μιλούσε η ίδια. Είχε μάθει, λοιπόν, ότι ο Γιάφα ήταν ο αρχηγός της χώρας και όλες εκεί μέσα ήταν ερωμένες του. Η μεγαλύτερη ήταν η πρώτη του γυναίκα, αλλά την είχε σχεδόν ξεχάσει. Ποτέ δεν τη διάλεγε για συντροφιά στο δωμάτιό του, μόνο στις γιορτές εμφανιζόταν ως γυναίκα του, αφού είχε γεννήσει και τον διάδοχό του. Για τις νύχτες διάλεγε τις νεώτερες. Κάποιο βράδυ σύντομα θα διάλεγε και τη λάιλα. Ο μόνος λόγος που δεν την είχαν εμφανίσει στον γιάφα, ήταν ότι δεν είχε δει ακόμα το πρώτο της αίμα. Επίσημα ήταν ακόμα παιδί. Αν ήταν στο χωριό της, ο θεός ήλιος ήδη θα της είχε στείλει το πρώτο αίμα και σύντομα θα χόρευε γύρω από τη φωτιά, όμως εδώ καθώς την είχαν συνέχεια ντυμένη από την κορφή μέχρι τα νύχια, δεν μπορούσε να κυριεύσει η φλόγα του τη δική της για να τη νικήσει, να τη ματώσει. Αυτό τη βόλευε πολύ τη λάιλα. Δεν ήθελε ούτε καν να φανταστεί πως θα αφήσει ένα ασπρουλιάρικο, πλαδαρό και γερασμένο σώμα, να της φυτέψει σπόρο. Αν ποτέ γινόταν κάτι τέτοιο, θα γινόταν μόνο με τη βία και το γέννημα του σπόρου θα το έπνιγε με τα χέρια της στο πρώτο του κλάμα. Μόνο τέρατα γεννιούνται χωρίς αγάπη! αυτό είχε μάθει από μωρό. Ως εκείνη τη στιγμή όμως χαιρόταν στο νέο της σπιτικό μαθαίνοντας, παίζοντας και τρέχοντας με τα παιδιά των γυναικών ... κι ομόρφαινε, ψήλωνε, αποκτούσε αυτοπεποίθηση, ευστροφία κι αλλίμονο! καμπύλες ...
Το πρώτο αίμα θα ήταν ημέρα χαράς στο χωριό της, εκεί ήταν ημέρα πένθους. Τα περιθώρια να γνωρίσει τον γιάφα στένευαν ασφυκτικά. Σε μια εβδομάδα θα παρουσιαζόταν στον γιάφα. Δεν θα ερχόταν ο ίδιος στον γυναικωνίτη, αφού η λάιλα δεν ήταν γυναίκα του, αλλά θα την έστελναν να του σερβίρει το σερμπέτι μετά το φαγητό. Αν ο γιάφα την ήθελε, θα της έλεγε να περιμένει μέχρι να τελειώσει το δείπνο του και μετά θα την πρόσταζε να τον ακολουθήσει στο δωμάτιό του κι αυτό ήταν μεγάλη τιμή. Της είχαν πιπιλίσει το μυαλό με την διαδικασία. Έπρεπε να μπει στη σάλα κρατώντας τον δίσκο με το κεφάλι χαμηλά, ώστε τα μάτια της ποτέ να μην συναντήσουν τα δικά του. Έπρεπε να γονατίσει μπροστά του και μετά να και να τον σερβίρει. Έπρεπε αμέσως να σηκωθεί και με το κεφάλι χαμηλωμένο να απομακρυνθεί πισωπατώντας. Σε καμιά, μα σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να του γυρίσει την πλάτη, ήταν το χειρότερο που μπορούσε να κάνει. Αν ο γιάφα σκεφτόταν έστω και για μια στιγμή ότι δεν ήταν απόλυτα σεβαστός, όχι το κρεβάτι του δε θα έβλεπε η λάιλα, αλλά ούτε άλλο ξημέρωμα. Θα την αποκεφάλιζε αμέσως. Όλα αυτά δεν την είχαν τρομάξει. Την είχαν θυμώσει. Την είχαν πεισμώσει. Την είχαν οδηγήσει στην απόφασή της να μην ακολουθήσει καμιά από τις συμβουλές. Θα αντιμετώπιζε τον γιάφα κατά πρόσωπο.
Κι έτσι έκανε. Μπήκε στη σάλα κρατώντας το δίσκο αλλά με το κεφάλι ψηλά. Κοίταξε τον γιάφα κατευθείαν στα μάτια. Τον πλησίασε κι ακούμπησε το δίσκο στο χαμηλό τραπέζι μπροστά του. Τον σέρβιρε σκύβοντας χωρίς να γονατίσει κι αμέσως ορθώθηκε ξανά περήφανα μπροστά του. Του έριξε μια παγωμένη ματιά και γυρνώντας του την πλάτη κατευθύνθηκε στην πόρτα. Ένας φρουρός τη σταμάτησε και τραβώντας την από το μπράτσο την οδήγησε μπροστά στον γιάφα και την ανάγκασε να γονατίσει. Ο γιάφα με μια απλή κίνηση του χεριού του τον πρόσταξε να απομακρυνθεί κι ύστερα γύρισε και κοίταξε τη λάιλα. Μια ανατριχίλα διέτρεξε τη σπονδυλική του στήλη καθώς είδε τα μαύρα μάτια της να σπιθίζουν. Τι πάθος!, σκέφτηκε. "βγάλε το φερετζέ και πες μου πως σε λένε", της είπε κοφτά. Εκείνη δεν αντέδρασε. Συνέχισε να τον κοιτάει ακίνητη και στα μάτια της έλαμπε η άγρια χαρά της ελευθερίας ... σε λίγο θα την σκότωνε, ήταν σίγουρη πια. Ο γιάφα χαμογέλασε προς μεγάλη της έκπληξη. ʼπλωσε το χέρι του και αποκάλυψε μόνος του το όμορφο πρόσωπο της λάιλα. Μαλάκωσε τη φωνή του και την ξαναρώτησε το όνομά της. "λάιλα", του απάντησε σαστισμένη. Μαγεμένος από το ατίθασο αυτό αγρίμι, παράτησε το σερμπέτι του και την πήγε στο δωμάτιό του. Η λάιλα, μουδιασμένη ακόμα από την απρόσμενη συμπεριφορά του γιάφα τον ακολούθησε αμίλητη. Μόνο όταν αντίκρυσε το μεγάλο κρεβάτι με τα πολλά μαξιλάρια συνήλθε. Ασυναίσθητα δοκίμασε να κουμπώσει το φερετζέ της προσπαθώντας να προφυλαχτεί και τότε ένιωσε στο χέρι της την χρυσή καρφίτσα που τον στήριζε. Στο μυαλό της μέσα οι εικόνες πέρασαν σαν αστραπή. Η καρφίτσα βυθισμένη δίπλα στην καρωτίδα του γιάφα, το αίμα του να πετιέται σαν συντριβάνι, τον γιάφα στο πάτωμα ... κι αυτή κρεμασμένη από ένα σχοινί στη μέση της τεράστιας αυλής. Όχι δεν ήταν καλό σχέδιο. Είχε δει κρεμασμένο και το θέαμα ήταν αποτρόπαιο. Τα πόδια του κρέμονταν σα ξύλινα κι έσταζαν ούρα και σπέρμα ... σπέρμα! Τα μάτια της σπίθισαν και πάλι. Ο γιάφα το είδε και χάρηκε, αφού μόλις είχε απαλλαγεί από τα ρούχα του. Ώστε, λοιπόν, αυτή η νύχτα τον ήθελε. Την έγδυσε και θαύμασε το κορμί της για λίγο, πριν την σπρώξει στα μαξιλάρια. Η λάιλα γεμάτη χαρά ξάπλωσε άνετα και του έγνεψε να την πλησιάσει. Τον άφησε να ξαπλώσει πάνω της και σήκωσε τα πόδια της ψηλά, ανεβάζοντας τις γάμπες της στους ώμους του. Ο γιάφα τυφλωμένος από τον πόθο δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση καθώς τα πόδια της τυλίχτηκαν στον λαιμό του κι άρχισαν να τον σφίγγουν. Μόνο όταν δεν μπόρεσε να πάρει την τελευταία ανάσα τραντάχτηκε για λίγο. Ύστερα σωριάστηκε μπρούμυτα λερώνοντας τα πολύχρωμα μαξιλάρια με σπέρμα και ούρα. Η λάιλα ξάπλωσε δίπλα του ήρεμη κι απόλαυσε τον ύπνο της.
Το ξαφνικό πρωινό ξύπνημα από τις φωνές των φρουρών της έδωσε την απαραίτητη έκφραση έκπληξης όταν είδε το πτώμα του γιάφα δίπλα της. Η λάιλα πένθησε μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες. Έκλαψε πολύ κι όλες προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν. Όλες τις έλεγαν ότι δεν έφταιγε αυτή, ότι ήταν ήδη μεγάλος, ότι θα έπρεπε να αισθάνεται και χαρούμενη που έγινε η αφορμή για ένα τόσο ευτυχισμένο θάνατο. Όλες εκτός από την πρώτη γυναίκα. Ήταν πολύ απασχολημένη καθώς βοηθούσε τον γιο της, τον διάδοχο να πάρει την εξουσία. Όταν έγινε κι αυτό κάλεσε τη λάιλα να της μιλήσει.
-Σ' ευχαριστώ, της είπε. Το δώρο μου θα είναι η ελευθερία σου. Θα σου δώσω δυο έμπιστους φρουρούς να σε συνοδεύσουν όπου θέλεις.
-Μα ...
-Έλα μην ανησυχείς. Το μυστικό σου είναι ασφαλές μαζί μου. Κανείς δεν κατάλαβε. Δεν ξέρω πως το έκανες, αλλά ήταν ότι καλύτερο έχει κάνει πότε κανείς για μένα και τον γιο μου.
-Μα ...
-Δεν θέλω να μου πεις τίποτα. Δεν χρειάζεται. Από την πρώτη στιγμή σε αγάπησα σα κόρη μου κι έτσι μου φέρθηκες. Και καλύτερα! Καμιά κόρη δε θα ρισκάριζε τη ζωή της όπως εσύ.
-Μα ...
-Με γλίτωσες κόρη μου από τις προσβολές των άλλων γυναικών. Αποκατάστησες την τιμή μου μέσα στη χώρα. Είμαι και πάλι η πρώτη μέσα στις γυναίκες σαν μάνα του άρχοντα. Κι αυτή τη φορά, ο άρχοντας δεν μπορεί να με απορρίψει ποτέ.
-Πως το κατάλαβες?
-Είδα τα γυμνά σας σώματα. Είδα τους λεκέδες από το σπέρμα. Μόνο λεκέδες από αίμα δεν είδα πουθενά ... δεν πρόλαβε να σε πειράξει, ε? Μπράβο σου, κόρη μου!

Η ανάμνηση της αγκαλιάς της πρώτης γυναίκας τη συνόδευε μέχρι τη στιγμή που είδε την ακτή του χωριού της. Εκεί άφησε τη νύχτα πίσω της. Ήταν η μπασούα ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

ΠροηγούμενηΕπόμενο

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron