ας γράψουμε ιστορίες

Νανουρίσματα για ... φάλτσους

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Νανουρίσματα για ... φάλτσους

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Πέμ Φεβ 05, 2004 3:09 pm

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στα βάθη ενός σκοτεινού δάσους ζούσε ένα μικρό αγόρι. Τις νύχτες πήγαινε στο ξέφωτο και κοιτούσε εναγωνίως τον ουρανό. Έψαχνε να βρει πιο αστέρι ήταν πιο φωτεινό για να μπορέσει να το ακολουθήσει, να το εμπιστευτεί. Περνούσε ώρες ατέλειωτες καθισμένος στο υγρό χορτάρι κι έψαχνε. Τα παρατούσε μόλις το πρώτο φως της μέρας έσβηνε και το τελευταίο άστρο. Έπεφτε για ύπνο και παρακαλούσε το επόμενο βράδυ να σταθεί πιο τυχερό.
Κάποιο βράδυ, κουράστηκε. Ξάπλωσε και σταύρωσε τα χέρια μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του. Ένιωσε το στομάχι του να διαμαρτύρεται, πόσες μέρες ή μάλλον νύκτες είχε να φάει; Δεν ήξερε, δεν μετρούσε. Έψαχνε για τροφή μόνο όταν θυμόταν. Και τότε θύμωνε. Θύμωνε γιατί έπρεπε να αφήσει τον ουρανό, γιατί τον πρόδιδε η φύση του, γιατί για να φάει έπρεπε ή να σκοτώσει ή να ξεριζώσει. Εκείνο το βράδυ όμως όλα ήταν αλλιώτικα. Δεν θύμωσε, δεν τον ένοιαζε που θα άφηνε τα άστρα, μόνο την πείνα σκεφτόταν. Την πείνα …
Ανασηκώθηκε και βάλθηκε να περπατάει. Μα που πήγαινε; Τίποτα πια δεν του ήταν γνώριμο. Όλα γύρω του φωτίζονταν παράξενα. Τα δέντρα που σκαρφάλωνε τόσα χρόνια έμοιαζαν ξερά, αφιλόξενα. Σήκωσε το κεφάλι και ξανακοίταξε τον ουρανό, μα που είναι όλα τα αστέρια;
-Κουκουβάου
Μόνο αυτό άκουσε κι έψαξε γύρω του να καταλάβει τι ήταν. Κάποια στιγμή εντόπισε σ’ ένα ψηλό κλαδί δυο κατακίτρινα μάτια σαν άστρα να τον κοιτάζουν. Απόρησε.
-Τι είσαι; ρώτησε
-Κουκουβάου
-Γιατί δε μιλάς; Πες μου τι είσαι;
-Κουκουβάου
-Δεν σε καταλαβαίνω, είπε το αγόρι και απομακρύνθηκε
Η πείνα μεγάλωνε. Το δάσος αραίωνε. Και για πρώτη φορά κατάλαβε ότι ήταν μόνος. Μα που πήγαν οι άλλοι άνθρωποι; Τους άκουγε να έρχονται στο δάσος και να ενοχλούν τον ημερήσιο ύπνο του. Είχε κρυφοκοιτάξει και κάνα δυο, όταν είχαν πλησιάσει απειλητικά την κρυψώνα του, αλλά ποτέ δεν τους είχε μιλήσει. Μα τι να τους πει; Θα τον καταλάβαιναν;
Προχωρούσε. Πάντα πεινασμένος, πάντα μόνος. Μέσα σε μια απέραντη ήσυχη νύχτα αυτός περπατούσε. Κι η ώρα περνούσε και το δάσος έμενε πια πίσω του. Γύρισε και το κοίταξε. Ώστε έτσι είναι το δάσος από μακριά; Τελικά δεν είναι και τίποτα σπουδαίο! Κοίταξε και τον ουρανό. Όλα τα αστέρια του ήταν ξεθωριασμένα, σαν να το έκανε επίτηδες ο ουρανός, σαν να τον κορόιδευε. Ποτέ δεν θα το έβρισκε το αστέρι του, ποτέ!
Δεν του έφτανε η πείνα, η κούραση, η απογοήτευση, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τους ανθρώπους τώρα! Πλησίαζαν, ήταν τρεις και πλησίαζαν. Οι φιγούρες τους είχαν αρχίσει να διακρίνονται μακριά μέσα στο ξημέρωμα. Έκανε να τρέξει, να κρυφτεί, μα κάτι αόρατο του κράταγε δεμένα τα πόδια. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια και περίμενε. Ίσως δεν με προσέξουν, ίσως αν κλείσω τα μάτια μου δεν με δουν, σκέφτηκε. Κι έμεινε εκεί ασάλευτος.
Δεν ήξερε αν πέρασαν λεπτά ή αιώνες. ʼνοιξε τα μάτια για να δει τι είχε γίνει. Έκπληκτος πρόσεξε τους τρεις εκείνους να τον περιεργάζονται, λίγο απορημένοι, λίγο τρομαγμένοι. Δύο άντρες κι ένα κορίτσι. Μόλις, κοίταξε στα μάτια της, αυτή του χαμογέλασε. Ξεθάρρεψε λίγο και άπλωσε το χέρι της. Δεν του μίλησε, μόνο έσπρωξε απαλά μια τούφα από τα μαλλιά του που σκέπαζε το μέτωπό του. Του χάιδεψε το μάγουλο.
-Μην τον πλησιάζεις, φώναξε ο μεγαλύτερος. Μπορεί να σου κάνει κακό.
-Ναι, πρόσεξε, είπε κι ο άλλος. Δεν βλέπεις τα χάλια του;
Εκείνη δεν τους άκουσε. Τον πλησίασε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μάγουλο. Καθώς απομακρυνόταν και πάλι από την αγκαλιά του, μια μικρή σταγόνα ιδρώτα φάνηκε στο μέτωπο της, ακριβώς ανάμεσα στα φρύδια της. Η πρώτη αχτίδα του ήλιου πέρασε μέσα από την σταγόνα και φώτισε χίλια χρώματα στα μάτια της. Δυο πολύχρωμα άστρα έλαμψαν μπροστά στο αγόρι….
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Τετ Φεβ 11, 2004 8:59 pm

Από τότε που ήταν μικρός είχε ακούσει πολλές ιστορίες για την θάλασσα. Ήξερε για τις φουρτούνες της, τα στοιχειά της, τις γοργόνες της, τις κάλμες της. Είχε γευτεί την αρμύρα της και την αχαριστία της. Είχε νιώσει τη δροσερή αγκαλιά της και την απλοχωριά της. Ήταν ερωτευμένος με τα χρώματά της και πάντα, μα πάντα ήταν εκεί όταν αυτή κατάπινε τον ήλιο και μάτωνε.
Για όλα τα άλλα δεν ήξερε σχεδόν τίποτα. Το σχολείο το είχε παρατήσει από δέκα χρονών, όταν πρωτάκουσε τα χαζά ονόματα που είχαν δώσει στην αγαπημένη του. Μα πως είναι δυνατόν να φωνάζουν την καλή του Μαύρη, ή να τις αποδίδουν αρσενικά επίθετα; Η θάλασσα του ήταν πάντοτε σε αποχρώσεις του μπλε και πάντοτε γυναίκα. Δεν τον ένοιαζε να μάθει τίποτα άλλο, μόνο τη θάλασσα ήθελε να αγναντεύει. Έπαιρνε το βαρκάκι του και τραβούσε κουπί μέχρι να φτάσει μεσοπέλαγα. Αφηνόταν εκεί, στο λίκνισμά της, στο νανούρισμά της. Έκλεινε τα μάτια του κι άκουγε τα τραγούδια της, τους θυμούς της. Δεν την φοβόταν. Την αγαπούσε. Ήταν το σπίτι του, η μάνα του, η φίλη του, η ερωμένη του. Ακόμα κι όταν φουρτούνιαζε την οργή της, αυτός την χάιδευε. Καθόταν στην άκρη της αμμουδιάς κι άφηνε τα κύματα να σπάνε πάνω στο στήθος του, κι αυτή ανταποκρινόταν, μαλάκωνε. Ξέσπαγε για λίγο ακόμα τον θυμό της, κι ύστερα ημέρευε. ʼνοιγε την αγκαλιά της και τον περίμενε …
Εκείνο το απόγευμα ήταν θλιμμένη. Γκρίζα φαινόταν, σαν κουρασμένη. Τα σύννεφα μαζεύονταν πάνω της για να κρύψουν από τον ήλιο την αλήθεια. Κανείς δεν έπρεπε να γνωρίζει, κανείς. Μα ο Γιακουμής ήταν εκεί, και καταλάβαινε. Πήγαινε πάνω κάτω, άκρη άκρη στο κύμα και ανησυχούσε. Σε κάποια στιγμή σταμάτησε και την πλησίασε. Μπήκε στο νερό μέχρι τα γόνατα. Έσκυψε και με την παλάμη του της πέταξε λίγο νερό στην ήρεμη επιφάνεια της. Εκείνη δεν απάντησε. Βούτηξε μέσα της. Κολύμπησε μέχρι που η παραλία δεν φαινόταν πια.
- Έλα, πες μου, της είπε. Εδώ δεν μας ακούει κανείς.
Εκείνη έμενε ασάλευτη, αμίλητη. Ο Γιακουμής ήταν σε απόγνωση. Δεν ήξερε τι να κάνει, τι να της πει. ʼρχισε να της τραγουδά ένα νανούρισμα που του το 'λεγε η μάνα του, σαν ήθελε να τον κρατήσει κοντά της, μακριά από τη θάλασσα. Ένα σύννεφο δάκρυσε.
- Γιακουμή, του είπε, μην της μιλάς, μόνο αγκάλιασέ την. Πονάει.
Ο Γιακουμής υπάκουσε. ʼπλωσε τα χέρια του και άφησε το κορμί του πάνω της. Έμεινε εκεί για ώρες. Τίποτα δεν άλλαζε. Τα ίδια σύννεφα, το ίδιο γκρίζο, η ίδια σιωπή. ʼρχισε να κλαίει. Δάκρυα πιο αλμυρά κι απ’ το νερό της έτρεχαν από τα μάτια του. Η θαλασσινή ψυχή του έβγαινε ακράτητη πάνω στην καλή του. Ανάκατα τα δάκρυα με το νερό, ανάκατη η ψυχή του με τη θάλασσα. Είχαν γίνει ένα. Δεν υπήρχε Γιακουμής, δεν υπήρχε θάλασσα Ήταν οι δυο τους ένα κομμάτι κάτω από βαρύ ουρανό. Τα σύννεφα απομακρύνθηκαν φοβισμένα. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει ποτέ. Η θάλασσα πάντα διεκδικούσε τους δικούς της και τους κρατούσε στον βυθό της για πάντα. Μα τώρα ! τώρα ήταν εκεί, μαζί του, ένα μ’ αυτόν! Και τον κρατούσε ψηλά. Ήταν δικός της μα τον ήθελε ψηλά, δεν τον βύθιζε, δεν τον τραβούσε στην σιωπή της.
Τα σύννεφα άφησαν πίσω τους έναν ξάστερο ουρανό χωρίς φεγγάρι. Κάποια από τα αστέρια καθρεφτίστηκαν αυτάρεσκα στην ήρεμη επιφάνειά της και δεν πρόσεξαν τίποτα. Μόνο ένα μικρό, αχνό άστρο είδε … και κατάλαβε. Είχε δει πολλά, αλλά αυτό ήταν κάτι αλλόκοτο. Η θάλασσα ήθελε να πάρει φωτιά!
- Γιακουμήηηηη, του φώναξε. Φύγε. Βγες έξω.
Ο Γιακουμής απόρησε. Πρώτη φορά του μίλαγε ένα άστρο και του λέγε και ασυναρτησίες. Γιατί να αφήσει την καλή του τώρα; Τώρα, που τον χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ;
- ʼκουσε με, σε παρακαλώ, επέμεινε το αστέρι. Εμπιστέψου με, θα δεις. Όλα θα φτιάξουν. Όλα.
Διστακτικός αλλά ανήμπορος να αρνηθεί, ξεκίνησε για έξω. Κάθισε στην αμμουδιά και περίμενε. Δεν γινόταν τίποτα. Ένιωθε απατημένος. Όμως τότε το είδε! Το αστέρι έτρεχε με ορμή να φτάσει γρήγορα στο νερό. Σύντομα το έφτασε. Έπεσε μέσα του και μια τεράστια φλόγα αναδύθηκε στο βάθος του ορίζοντα σχίζοντας τη νύκτα. Η θάλασσα άφρισε. Όρμησε κατά πάνω του χαρούμενη. Τον χάιδεψε κι ύστερα συνέχιζε να παφλάζει αργά, σα να έσπρωχνε κάτι προς το μέρος του. Πρώτος ο ήλιος αντίκρισε την κοπελιά κι ύστερα η θάλασσα, γαλάζια πια, την άφησε απαλά μπροστά στα πόδια του Γιακουμή. Γονάτισε δίπλα της και πήρε το κεφάλι της στην αγκαλιά του. Τα μαλλιά της μύριζαν αύρα. ʼνοιξε τα μάτια της και ένα βαθύ μπλε τον έλουσε. Μια κυματιστή φωνή βγήκε από το στόμα της :
- Εγώ είμαι Γιακουμή. Μπορείς να με φωνάζεις Νερένια…
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Τετ Φεβ 25, 2004 2:41 pm

Το λίκνισμα της βάρκας του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια, κάπως έτσι τον νανάριζε η γιαγιά του στην κουνιστή καρέκλα της. Τώρα το τραγούδι της γιαγιάς το έλεγε το κύμα καθώς έσβηνε στην αμμουδιά. Κι ήταν πάντα ολοζώντανες αυτές οι μνήμες κάθε που έμπαινε στη βαρκούλα του.
Ήταν το άλλοθί του το ψάρεμα. ʼφηνε όλες τις σκέψεις στη στεριά, έπαιρνε τα κουπιά μαζί με τα όνειρά του κι ανοιγόταν. Μόλις ο θόρυβος της στεριάς χανόταν, έριχνε μια αυτοσχέδια άγκυρα κι άνοιγε το κασελάκι με τις πετονιές. Δόλωνε ένα δυο αγκίστρια και πετούσε την πετονιά πολύ κοντά. Τις περισσότερες φορές δεν έπιανε τίποτα, αφού καθόταν και ονειροπολούσε με το βλέμμα να χάνεται στη μεριά του πελάγου. Κάποτε κάποτε τον έπιαναν τύψεις, που ξεγελούσε τους δικούς του για να απολαύσει τις μικρές του αποδράσεις, και συγκεντρωνόταν φιλότιμα στο ψάρεμα. Κάπως έτσι ήταν και αυτή τη φορά.
Ήταν προετοιμασμένος να γυρίσει με μια μεγάλη ψαριά σπίτι. Αν μπορούσε να βγάλει κάνα μεγάλο! έτσι μόνο και μόνο για να μπει στο μάτι του γαμπρού του που τον φώναζε "μαριδοφονιά". Η βροχή που θα ερχόταν τη νύχτα ήταν σύμμαχός του. Πάντα τσίμπαγαν με τη συννεφιά και εκείνο το ασημόγκριζο απόγευμα θα το έκανε το θαύμα του.
Μόλις η πρώτη πεταχτή έπιασε πάτο, ένιωσε ένα γερό τίναγμα. ʼρχισε να μαζεύει γρήγορα. Το πρώτο ερχόταν σπαρταριστό και ήταν και μεγαλούτσικο. Χαμογελούσε ικανοποιημένος καθώς ξαγκίστρωνε την μουρμούρα ,"Μ' αυτό θα σου κοπεί η δικιά σου μουρμούρα! Ο μαριδοφονιάς χτύπησε καρχαρία!". Με κάθε πέταγμα ανέβαζε και νέο ψάρι. Σε λιγότερο από μισή ώρα είχε γεμίσει τον κουβά του κι είχε ακόμα αρκετά δολώματα. Ήταν φανερό ότι είχε πέσει σε κοπάδι και μάλιστα πεινασμένο. Δεν ήθελε να αφήσει την ευκαιρία να τους καταπλήξει. Συνέχισε να πετάει και να μαζεύει, ώσπου τέλειωσαν και τα δολώματα.
Με την πλάτη γυρισμένη στη στεριά και το πέλαγο να ανοίγει πίσω από τις άκρες του κόλπου τράβαγε κουπί σφυρίζοντας ένα σκοπό. Ήταν ευτυχισμένος. Ήταν περήφανος. Για πρώτη φορά ήταν ο Καίσαρας του ψαρέματος, ήρθε – ψάρεψε – και γυρνούσε με τη βάρκα του γεμάτη θαλασσινό σπαρταριστό ασήμι. Θα μπορούσε επιτέλους να διηγείται την περιπέτειά του… περιπέτεια? Μόνο περιπέτεια δεν είχε ζήσει. Ούτε κύματα είχαν προσπαθήσει να τον καταπιούν, ούτε κάτι χρειάστηκε να αντιμετωπίσει … και το χειρότερο? Δεν είχε μάρτυρες! Ο γαμπρός του δεν θα τον πίστευε. "Τα κονόμησε πάλι ο κυρ Αντώνης ο ψαράς!", έτσι θα του λέγε.
Τράβηξε τη βάρκα του στην αμμουδιά απογοητευμένος.
-Ήθελα να 'ξερα τι διάολο τα κάνεις τα θαύματα αφού δεν μπορείς να τα αποδείξεις, φώναξε και η μόνη απάντηση που πήρε ήταν μια αστραπή στο βάθος του ορίζοντα, ή έτσι νόμιζε. Σε δυο λεπτά άρχισε ένας απερίγραπτος πανζουρλισμός …αέρας, αστραπόβροντα, καταρρακτώδης βροχή. Όσο προσπαθούσε να δέσει τη βάρκα του, τόσο τα κύματα την ξανατράβαγαν μέσα. Μάχη σώμα με σώμα με τα στοιχεία της φύσης. Τι στοιχεία δηλαδή, αυτά ήταν στοιχειά και τον πολεμούσαν όλα μαζί. Βρεγμένος ως το κόκαλο και κατάκοπος κατόρθωσε να δέσει τη βάρκα του μετά από καμιά ώρα. ʼρχισε να μαζεύει τα σύνεργά του. Τα ασφάλισε στο αυτοκίνητο και τώρα σειρά είχαν τα ψάρια. ʼδειασε τον κουβά σε μια σακούλα και πήρε μια άλλη για όσα είχε ρίξει χύμα μέσα στη βάρκα. Αυτά τα αναθεματισμένα γλιστρούσαν, όλο του ξέφευγαν από τα χέρια. Η ώρα περνούσε κι αυτός εκεί να μαζεύει …
Η κούραση τον είχε καταβάλει. Ήταν έτοιμος να τα παρατήσει τα ψάρια και να φύγει. Στο κάτω-κάτω είχε ήδη μαζέψει δυο σακούλες μεγάλες κι ας άφηνε κι άλλα τόσα ψάρια μέσα στη βάρκα του. Ναι, θα τα παρατούσε. Του έφταναν για να καλέσει τους φίλους του να τα ψήσουν στην αυλή πίνοντας ουζάκι … και υπομένοντας την καζούρα τους βέβαια : "οι ψαράδες κι οι κυνηγοί είναι οι μεγαλύτεροι ψεύτες". Αχ μόνο ένα μάρτυρα να είχε! Ένα μάρτυρα μόνο …
Οι προβολείς του αυτοκινήτου τον ξάφνιασαν. Απόμεινε κοκαλωμένος μέσα στη βροχή να τους κοιτάει. Στεκόταν έκπληκτος δίπλα στη βάρκα του καθώς έβλεπε τη γυναίκα και το γαμπρό του να τρέχουν προς το μέρος του.
-Είσαι καλά?, τον ρώταγε και τον ξαναρώταγε η γυναίκα του καθώς τον έσφιγγε στην αγκαλιά της. Μας ανησύχησες! Ποτέ δεν έχεις αργήσει τόσο πολύ και με αυτό το μπουρίνι …
-ʼντε μάζευε να φεύγουμε, την έκοψε ο αδερφός της. Θα τα πούμε στο σπίτι! Θ' αρπάξει καμιά πνευμονία έτσι που 'ναι! Ρε, σα τσιπούρα στάζεις!
Τους είδε να βάζουν τα ψάρια στις σακούλες και να τον τραβάνε μέχρι το αυτοκίνητό του. Κλείνοντας την πόρτα του οδηγού κοίταξε πέρα στον ορίζοντα να ανοίγει ξάστερος ο ουρανός. Η φύση ηρεμούσε. ʼκουσε τον γαμπρό του να κορνάρει επίμονα πίσω του, έπρεπε να ξεκινήσει. Γυρνώντας τη μίζα χαμογέλασε ψιθυρίζοντας:
-Είσαι μεγάλος μάγκας τελικά …
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό 88*wpleftyboy » Τετ Φεβ 25, 2004 3:12 pm

τρου,
....συνεχισε το ...μου αρεσουν τα παραμυθια σου....ασε που πρεπει να λεω παραμυθια κι εγω ......
88*wpleftyboy
 

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Παρ Φεβ 27, 2004 10:37 pm

Καθόταν στη στάση του λεωφορείου και περίμενε. Κοίταζε ένα γύρω τους περαστικούς και τα αυτοκίνητα που περνούσαν από μπροστά του. Ένας κόσμος αεικίνητος και λαμπερός κάτω από τον φθινοπωρινό ήλιο! Βήματα, θόρυβος, κορναρίσματα κι όλοι πήγαιναν. Όλοι βιάζονταν. Δίπλα του καθόταν ένας γέρος. Έδειχνε αδιάφορος με όσα συνέβαιναν. Είχε ένα κομπολόι στα χέρια του. Ο δείκτης κι ο μέσος του αριστερού χεριού ήταν κατακίτρινοι. Μανιώδης καπνιστής, σκέφτηκε. Έμεινε να κοιτά το πρόσωπό του. Χάιδεψε αργά με το βλέμμα του τις ρυτίδες του. Ο γέρος σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν. Απίστευτο! Τα μάτια του σπίθιζαν σαν μικρού παιδιού! Έστριψε απότομα το πρόσωπό του.
- Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεσαι. Κι εγώ στην ηλικία σου έτσι θα παρατηρούσα τους γύρω μου.
- Συγνώμη δεν ήθελα να σας προσβάλλω. Αλλά είστε ο μόνος που δεν κινείται σε αυτό τον πανζουρλισμό και …
Σήκωσε το χέρι του να τον σταματήσει
- Καταλαβαίνω, μην ανησυχείς.
Δεν είχε τι να πει, δεν ήθελε να συνεχίσει να τον κοιτάει, αλλά κάτι … κάτι τον τραβούσε να γυρίσει και πάλι. Χαμήλωσε το κεφάλι για να το αποφύγει. Μα γιατί αργούσε τόσο το λεωφορείο; Κι ο χρόνος αμείλικτα αργός …
- Μιχάλης, είπε ο γέρος κι άπλωσε το χέρι του να επικυρώσει τη γνωριμία
- Γιάννης, απάντησε κι έσφιξε ανακουφισμένος το απλωμένο χέρι
- Φοιτητής είσαι;
- Όχι, τελείωσα. Δουλεύω σε μια εταιρία προσωρινά μέχρι να βρω κάτι καλύτερο. Βλέπετε, κι οι γονείς μου κουράστηκαν. Πρώτα φοιτητής, μετά φαντάρος, έμεινα και κάνα εξάμηνο άνεργος και όσο να 'ναι. Ευτυχώς που βρήκα κι αυτό, δεν είναι βέβαια το καλύτερό μου, αλλά …
Σταμάτησε απότομα. Μα τι τον είχε πιάσει; Είχε αρχίσει να λέει την ιστορία της ζωής του σε έναν άγνωστο. Ο Μιχάλης τον κοίταζε χαμογελώντας. Ήταν σαν να τον παρότρυνε να συνεχίσει.
- Συγνώμη, θα σας κούρασα με την πολυλογία μου. Εσείς; Ασχολείστε με κάτι;
- Ζητάς συχνά συγνώμη;
- Ορίστε; Μα δεν ήθελα να … εεεε
- καλά καλά, μην καταλήξεις και πάλι σε συγνώμη!, ένα φαρδύ χαμόγελο αποκάλυψε μια σειρά κιτρινισμένα δόντια. Ναι, ασχολούμαι με τους ανθρώπους.
- τι εννοείτε;
- μίλα μου στον ενικό, θα με υποχρεώσεις
- συγνώμη! Είναι η διαφορά ηλικίας και …
Ο Μιχάλης ξέσπασε σε ένα βαθύ, πλούσιο γέλιο.
- τα πράγματα ποτέ δεν είναι αυτό που φαίνονται. Είμαι μεγαλύτερος από όσο πιστεύεις. Αλλά δεν έχει σημασία. Τώρα είμαστε απλά δυο άνθρωποι που κάνουν κουβεντούλα να περάσει η ώρα. Για πες μου, λοιπόν, τα σχέδιά σου. Τι θα κάνεις, ας πούμε, αύριο;
- Ε αύριο είναι παρασκευή! Όλο και κάπου θα πάμε το βράδυ …
- πως την λένε;
- ʼννα. Είμαστε μαζί σχεδόν ένα χρόνο τώρα. Καλό κορίτσι. Μόλις βρω καλύτερη δουλειά λέμε να δοκιμάσουμε να μείνουμε μαζί. Ευτυχώς είμαστε νέοι, δεν βιαζόμαστε. Βέβαια, η μάνα μου με το που κατάλαβε ότι βγαίνω μαζί της άρχισε να ζητάει να τη γνωρίσει. Δεν θέλω, όχι ακόμα τουλάχιστον. ʼμα αρχίσουν οι δυο τους τα πάρε δώσε, ούτε που θα καταλάβω πότε θα με ντύσουν γαμπρό.
- δεν θέλεις να παντρευτείς;
- θέλω, πως δεν θέλω; αλλά δεν μου αρέσουν τα βιαστικά πράγματα. Να σιγουρευτώ πρώτα ότι ταιριάζουμε. Δεν μου αρέσουν τα καραγκιοζιλίκια με τα σήμερα παντρεύομαι αύριο χωρίζω.
- σωστά! Σκέφτηκες όμως ποτέ ότι η ζωή περνάει γρήγορα;
- ε εντάξει, είμαι πολύ νέος ακόμα
- ξέρεις; υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν μπορείς να τα προγραμματίσεις. Εμφανίζονται ξαφνικά. Να, σήμερα δεν ήξερες ότι θα με συναντήσεις! Κι όμως έγινε!
-ναι, αλλά μια συνάντηση είναι τυχαία, ο γάμος σου αλλάζει όλη τη ζωή …
-τυχαία?!!! Τίποτα, Γιάννη μου, δεν είναι τυχαίο. Όλα γύρω μας κινούνται με προσχεδιασμένη αιτιότητα. Τα πάντα είναι σημαντικά. Η σημερινή μας συνάντηση ίσως σου αλλάξει τη ζωή … ίσως τη σταματήσει…
Ο Γιάννης τον κοίταξε απορημένος και συνάμα γεμάτος περιέργεια … ίσως και με λίγο φόβο.
-θα μπορούσες να με σκοτώσεις δηλαδή?, ρώτησε και κάρφωσε τα μάτια του με αγωνία πάνω στο Μιχάλη
Ο Μιχάλης του χαμογέλασε. Και του έκανε νόημα να δει τον κύριο που στεκόταν όρθιος δίπλα του. Κρατούσε μια εφημερίδα ανοικτή και διάβαζε. Στην πρώτη σελίδα υπήρχε ένα άρθρο σχετικά με μια τρομοκρατική ενέργεια. Ο Γιάννης άνοιξε διάπλατα το στόμα του, αλλά ψιθύρισε
-είσαι τρομοκράτης?
Ο Μιχάλης έβαλε τα γέλια.
-όχι, όχι, ησύχασε … χαχαχαχα … δεν πρόκειται να σκάσω ζωντανός δίπλα σου … χαχαχα … αλλά εσύ το ξέρεις? … χαχαχαχα
Στο Γιάννη αυτή η συζήτηση δεν φαινόταν καθόλου αστεία. Ο θάνατος, και ειδικά αθώων ανθρώπων, ήταν ένα πολύ τραγικό θέμα για να προκαλεί τόσα γέλια. Ένιωσε αποστροφή για αυτόν τον παράξενο γέρο και μια ακατανίκητη επιθυμία να φύγει … ναι, να σηκωθεί και να φύγει …
-και ποιος νομίζεις ότι είναι πραγματικά αθώος?
Ο Γιάννης απόρησε. Μα , μα πως ήταν δυνατόν? Αυτός ο άνθρωπος θαρρείς και διάβασε τη σκέψη του. Ήταν απίστευτο! Η περιέργειά του μεγάλωνε. Ααα όχι δεν θα πήγαινε πουθενά! Θα καθόταν εκεί δίπλα του μέχρι να καταλάβει …
-αθώος ε? μμμ μάλλον τα μικρά παιδιά είναι αθώα. Εεε ίσως και ο άμαχος πληθυσμός στους πολέμους … αλλά πως …?
-πως ήξερα τι σκέφτηκες?
-ναι, δεν το είπα, έτσι δεν είναι?
-όχι, δεν μίλησες, αν αυτό εννοείς.
Αυτός ο κυρ-Μιχάλης ήταν τελικά εκνευριστικός! Δεν απαντούσε στις ερωτήσεις του και τον άφηνε πάντα με μια απορία. Ξεγλιστρούσε αλλάζοντας τη συζήτηση κι είχε πάντα αυτό το χαμόγελο … κάτι ανάμεσα σε αδιαφορία και ειρωνεία … όχι, δεν ήταν ειρωνεία, ούτε αδιαφορία … μάλλον φαινόταν να μην τον αγγίζει τίποτα , σαν να ήταν έξω από όλα, σα να ήταν πλάσμα της φαντασίας του …
-ποιος είσαι Μιχάλη?
Δεν απάντησε και πάλι! Γύρισε μόνο και τον κοίταξε. Μετά γύρισε στο κομπολόι του και άφησε μια χάντρα να κυλήσει προς το αριστερό του χέρι.
-πιστεύεις ότι οι ανυποψίαστοι είναι αθώοι?
-ορίστε?
-λέω, αν κάποιος δεν ξέρει ότι μια πράξη του θα προκαλέσει το θάνατο κάποιων ανθρώπων, θεωρείται αθώος για το έγκλημα?
-ε ναι αφού δεν ήξερε …
-σκότωσε όμως!
-ε τότε ήταν ατύχημα …
-και πάλι η τύχη!
-ε μα φυσικά! είναι άλλο να σκοτώσεις επίτηδες κάποιον και άλλο να πεθάνει κάποιος άθελά σου … δεν είναι?
-το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο.
-τότε ίσως όλοι να είμαστε δολοφόνοι!
-όχι ίσως, Γιάννη.
-Δηλαδή εσύ έχεις σκοτώσει κάποιον?
-όχι
-τότε? Πως είμαστε όλοι δολοφόνοι?
Ο Μιχάλης χαμογέλασε και πάλι, χωρίς να απαντήσει. Αυτή τη φορά δεν θα του ξεγλιστρούσε έτσι εύκολα. Έμεινε να τον κοιτάει περιμένοντας. Ο Μιχάλης αδιαφορούσε που τα μάτια του Γιάννη είχαν μείνει αγκιστρωμένα πάνω του, δεν αντιδρούσε. Έμεναν εκεί στατικοί. Το λεωφορείο έφτασε. Ο Γιάννης το είδε αλλά δεν σηκώθηκε. Είχε πεισμώσει. Θα έπαιρνε επιτέλους μια απάντηση … έστω κι αν θυσίαζε την ώρα του, την ξεκούρασή του. Μόλις το λεωφορείο απομακρύνθηκε ο Μιχάλης του ανταπέδωσε το βλέμμα.
-γιατί δεν έφυγες? Είσαι περίεργος να μάθεις για μένα, ε? Θα σου πω. Όλα θα στα πω, αλλά πρώτα πες μου εσύ, αν μπορούσα να σου πραγματοποιήσω μια ευχή, τι θα ήθελες?
-θα μου πεις όμως! εντάξει?
Ο Μιχάλης έγνεψε καταφατικά
-θα ήθελα πολλά λεφτά, τόσα ώστε να μην χρειάζεται να δουλεύω, ή μάλλον να μην χρειαστεί κανένας από τους φίλους μου να δουλεύει.
-χμ! ενδιαφέρον! Επιτέλους κι ένας που σκέφτηκε τους φίλους του! Αν όμως αυτή ήταν η τελευταία σου επιθυμία? Αν ήξερες ότι σε δυο λεπτά θα ήσουν νεκρός, πάλι πλούτη θα ζητούσες?
-ε όχι βέβαια! Θα ζητούσα να μην πεθάνω! Ναι! να μην πεθαίνει ποτέ κανείς!!! Κατάργηση του θανάτου!!!!, το πρόσωπό του έλαμψε από χαρά και αμέσως συνοφρυώθηκε, δεν θα μου πραγματοποιούσες όμως μια τέτοια ευχή, ε?
-χα! Μην ανησυχείς δεν είμαι τζίνι για να έχω απαγορευμένες ευχές! Όμως, σκέφτηκες τι συνέπειες θα είχε αυτό για τον κόσμο? Θέλεις όντως να μην πεθαίνει ποτέ κανείς? Φαντάζεσαι να μην πέθαιναν ποτέ οι σαδιστές?
-εντάξει τότε να μην πεθαίνανε ποτέ οι καλοί
-και πάλι το ίδιο θέμα … ποιος είναι αθώος?
-σου είπα ήδη! Και τώρα σειρά σου! Ποιος είσαι?
-το μαχαίρι που κόβει τον κύκλο.
Ααα μα είχε παραγίνει το κακό! Ήταν ανεκδιήγητος. Δεν απαντούσε ποτέ ή πετούσε κάποιον γρίφο … Γιατί τον ταλαιπωρούσε έτσι? Αν ήθελε να παίξει, γιατί διάλεξε αυτόν?
-δεν επιλέγω εγώ! Ποτέ! Δεν έχω κανένα δικαίωμα επιλογής!!!!
Ήταν η πρώτη φορά που έσβησε το χαμόγελό του. Φαινόταν σοβαρός και έντονος. Αλλά δεν ήταν θυμωμένος, δεν έμοιαζε για θυμωμένος, δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή σύσπαση στο πρόσωπό του που να δείχνει θυμό, ούτε καν εκνευρισμό, συνέχιζε να είναι το ίδιο ήρεμος κι αδιάφορος.
-τότε εξήγησέ μου, απάντησε στο ίδιο έντονο ύφος ο Γιάννης
-κοίτα γύρω σου και πες μου τι βλέπεις
-βλέπω ανθρώπους, αυτοκίνητα, σπίτια … μα τι σημασία έχουν αυτά? τι παιχνίδι παίζεις?
-δεν είναι παιχνίδι! Είναι η πιο σοβαρή στιγμή στη ζωή σου. Πριν προλάβεις να ακούσεις όλη την πρότασή μου, εκείνο το μαύρο αυτοκίνητο στη μεσαία λωρίδα, θα στρίψει απότομα - ο Γιάννης έστρεψε το βλέμμα προς τα εκεί που κοίταζε ο Μιχάλης και είδε το αυτοκίνητο να στρίβει κατά πάνω τους - και θα πέσει εδώ στη στάση που καθόμαστε κι εσύ θα …
Ο θόρυβος της σύγκρουσης ήταν φοβερός. Αρκετοί μαζεύτηκαν γύρω από το σμπαραλιασμένο αυτοκίνητο. Το θέαμα ήταν φοβερό. Ο οδηγός αν και είχε χτυπήσει άσχημα το κεφάλι του, είχε τις αισθήσεις του, αλλά έμενε εγκλωβισμένος ανάμεσα σε παραμορφωμένες λαμαρίνες. Το αυτοκίνητο είχε ανέβει πάνω στο παγκάκι της στάσης και είχε κόψει στα δύο ένα νεαρό άντρα που καθόταν εκεί. Δύο ακόμα αυτοκίνητα έπεσαν πάνω στο στραπατσαρισμένο αμάξι, εκτινάσσοντας τον άνω κορμό του νεαρού πάνω στο πεζοδρόμιο.

-… πεθάνεις.
Ο Μιχάλης άπλωσε το χέρι του προς τον Γιάννη για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Ο Γιάννης το άρπαξε και του χαμογέλασε καθώς στεκόταν και πάλι στα πόδια του.
-όλα είναι εντάξει. Μόνο μην φοβάσαι …
-όχι δεν φοβάμαι … λυπάμαι μόνο λίγο … ήθελα να δω την ʼννα …
-ναι καταλαβαίνω…
-πες μου μόνο κάτι τελευταίο … έτσι είσαι στ' αλήθεια?
-όχι, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος για να με προσέξεις. Πάντα σου άρεσαν τα εξωπραγματικά και τα περίεργα …Αχ βρε Γιάννη! Έπρεπε να φύγεις με εκείνο το λεωφορείο …
-μα μπορούσα? Δεν είπες ότι όλα είναι προσχεδιασμένα?
-ναι, αλλά με πολλές εναλλακτικές. Εσείς διαλέγετε …
Ο Μιχάλης τον αγκάλιασε και μια απόλυτη ησυχία τους τύλιξε.
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

για τον φίλο μου anonaki

Δημοσίευσηαπό pertri » Τρί Μαρ 09, 2004 12:49 am

Μέρος 1ο

Stephane Mallarme "Ινδικά Παραμύθια" εκδόσεις Καστανιώτη

Ο Ζωντανός Νεκρός

Ένα σύννεφο θλίψης σαν εκείνα που περνούν πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων, βάραινε εκείνο το μεσημέρι τον συνήθως ευτυχισμένο ουρανό μιας χώρας των Ινδιών, στις όχθες του Γιαμούνα. Το πένθος βασίλευε. Πιο βαρύ από την εποχή, δυο φορές μοιραία, όταν αφού ο βασιλιάς τραυματίστηκε θανάσιμα στο κυνήγι από μια τίγρη, η βασίλισσα πέθανε φέρνοντας στη ζωή μια κόρη: εκείνη, παιδί παραμελημένο, στολίδι αθωότητας, μοναξιάς και χάρης, άφηνε το βασίλειο όπου γεννήθηκε, μπρος στο μίσος των νυφάδων της, που τη συκοφαντούσαν. «Ξεδιάντροπη (στριγκλίζοντας όλες μαζί) φύγε από εδώ το γρηγορότερο. Ευτυχώς που τα δόντια των άγριων θηρίων δε θα σε λυπηθούν. Και δε θα ξαναδούμε το ανεπιθύμητο πρόσωπό σου». Την κατηγορία εναντίον της παιδούλας, θα μπορούσαμε να την παραλείψουμε. Τόσο απίθανη ήταν: έχοντας παραβιάσει, όσο έλειπαν τ’ αδέρφια της, ή οι σύζυγοι των δόλιων γυναικών, τους νόμους της αιδούς μ’ έναν άντρα της κατώτερης κάστας, δεν της απέμενε παρά να πεθάνει. «Εκτός (πρόσθεσαν πολλές) αν ο Μαχαραγιάς Τσχάντρα θέλει να σε πάρει υπό την προστασία του και να σε παντρευτεί: άλλο που δε θέλουμε για να κάνουμε βούκινο την παρθενιά σου».

ʼσπλαχνο αστείο, αφού ο Μαχαραγιάς Τσχάντρα, βασιλιάς της γειτονικής χώρας, είχε φύγει πια, εδώ και λίγους μήνες, από τη ζωή.

«Ναι, ναι!» συνέχισε ο χορός των μαινάδων: «θα μας καλέσεις στο γάμο σας και θα διαλέξεις μια τιμητική θέση για να τη δώσεις σ’ αυτήν την ανόητη (εννοώντας την πιο μικρή ανάμεσά τους, που στεκόταν παράμερα αμίλητη): δεν καμώνεται τάχα, θέλοντας να μας πεισμώνει, ότι πάντα παίρνει το μέρος σου». Η πριγκίπισσα ευχαρίστησε μ’ ένα τελευταίο βλέμμα τη συμπάθεια εκείνης που της έδινε στα κρυφά λίγες χούφτες ρύζι, όσο να επιβιώσει μια μέρα, όχι παραπάνω. Τη σέρνουν, εξαφανίστηκε.

Μες στη ζούγκλα, μισολιπόθυμη. Οι υπηρέτες τσακίζονται να γυρίσουν για ν’ αναφέρουν το πέρας της αποστολής τους. Εκείνη τολμάει να ρίξει μια ματιά τριγύρω. Η έρημος έτσι όπως της την αφηγήθηκαν, παιδί, ή όπως, μοναχική έφηβη, τη φαντάστηκε: δεν είναι η άπειρη άμμος, μα το φρικτό έρεβος του δάσους. Κορμοί, κληματίδες, λουλούδια και ψηλά χορτάρια πλέκονται μεταξύ τους σε μια τρομακτική παράνοια που προκαλεί η ασάλευτη ζωή. Η παιδούλα δεν μπορεί με άνεση να παρατηρήσει τη φλογοκόκκινη Ακακία, φουντωτή από τα άταχτα βαθυκόκκινα τσαμπιά της, το Μανγκόδεντρο, που είχε ξεδιπλώσει τα κλαριά του σαν παρασόλι, ζωγραφισμένο με τα πορφυρά μπουμπούκια του Ασόκα. Ούτε την Ιερή Συκιά, που υψώνει σαν λαμπάδα στον ουρανό την ωχρή πράσινη κορφή της, που χαιρετά ο ελέφαντας καθώς διαβαίνει με την ησυχία του κάτω από τις αψίδες των μπαμπού. Ερημιά και κάθε λυγμός θα ήταν μάταιος ή ένα γέλιο που θα της έστελναν πίσω τα στιλπνά φτερά των παπαγάλων. Το άμοιρο κορίτσι ανασηκώνει σιωπηλά τα χέρια, κάνοντας μια επίκληση στη θεά της Τύχης Λακσμί, που είναι συνονόματή της. Ύστερα σωριάζεται λιπόθυμη πάνω στα χόρτα.

Τότε, όμως, θυμάται το φιλικό ρύζι. Μια ρίζα λωτού συμπληρώνει το πρώτο γεύμα που μετά βίας προλαβαίνει να τελειώσει πριν πέσει η νύχτα. Οι ηλιαχτίδες παγώνουν, και ανάλαφρες σκιές , αμέσως αναδύονται στον ορίζοντα, να τες, πιο γρήγορες απ’ το λυκόφως. Η ζούγκλα τυλίγεται απότομα. Μια μαγεμένη και δεσποτική σκοτεινιά δίνει με το μαγικό ραβδί της το σύνθημα στις σκόρπιες κινήσεις, όλα σαλεύουν – και οι θόρυβοι. Από νωρίς τα παραπονιάρικα ουρλιαχτά του τσακαλιού που καλεί μακριά το ταίρι του. Ο βραχνός ρόγχος ενός πάνθηρα που παραμονεύει διακόπτει, μα δεν πτοεί, τις ρυθμικές τρίλιες που βγάζουν δυνατά, σαν να κοροϊδεύουν τα θηρία, η σάρικα κι ο κόχιλας από την κορυφή ενός μπαμπού. Το βαρύ βήμα μιας αγέλης βουβαλιών προχωράει μέσα από τα ψηλά χορτάρια. Ποτέ ζέστη τόσο εκνευριστική, διαποτισμένη με δυνατές μυρωδιές που όλα αναδίδουν έντονα: προμηνύεται ξαφνική βροχή, μυρωδάτη, καταρρακτώδης. Ένα γκουλάμπι, το ερπετό των ρόδων χαρούμενο από τις αστραπές που πλησιάζουν, τους ανοίγει το δρόμο συρίζοντας. Αποτρόπαιο κόσμημα, που περνάει πάνω από την εσθήτα της Λακσμί.

Τρομοκρατημένη, σηκώνεται, τρέχει, γαντζώνει το φόρεμά της στις ανθισμένες βασάντι κι απαγκιστρώνεται, για ν’ αποφύγει τη βροχή, που βίαια τη μαστιγώνει στο πρόσωπο. Ένα φως, να ‘ναι άραγε αστραπή; Και η περιπλανώμενη λιποθυμάει ανάσκελα. Όμως, με τα χέρια της που είναι ριγμένα εμπρός, αγκαλιάζει ένα θλιμμένο κυπαρίσσι, φυτεμένο μπροστά από ένα μνημείο.

Ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική, με μια εξωτερική σκάλα, όπου κάποιος αόρατος μοιάζει να καλεί τον απρόσκλητο επισκέπτη που, ανεβαίνοντας, θα στριφογυρνούσε προς τον ουρανό. Δέχεται θαρραλέα και χωρίς να το απωθήσει σαν κακό οιωνό, το φτερό μιας από αυτές τις μεγάλες νυχτερίδες που λέγονται βρικόλακες ή ακόμα ιπτάμενες αλεπούδες, που φτεροκοπάει στο μέτωπό της, εκτός αν είναι το ίδιο της το μαλλί που έχει κοκαλώσει: ή ίσως, πράγμα παράδοξο, η μαυρίλα του φύλακα κυπαρισσιού που βάλθηκε να πετάει ολόγυρα και να τη βασανίζει. Τ΄ αμέτρητα σκαλιά οδηγούν στο εσωτερικό ενός λευκού μαρμάρινου θόλου, όλος σχισμές για παραθυράκια, όμοιος με δαντέλα. Για να μπαίνει ένα αχνό φως. Ένα λυχνάρι, ζηλόφθονο, απομακρύνει ακόμη και αυτής τη διακριτική , τη βέβηλη, του έξω κόσμου λάμψη. Και μετέωρο άστρο, μονοπωλεί το μοναχικό τρούλο.

Ο ανήσυχος θαυμασμός της παιδούλας αναγνωρίζει, μέσα σ’ αυτήν τη μεγαλοπρέπεια, κάτι αλλόκοτο και μακάβριο και ότι δεν είναι εκεί μια συνηθισμένη κατοικία. Μα πασχίζει να μαντέψει τι είναι ο χώρος που την υποδέχεται. Αφού τα μάτια της συνήθισαν στο μισοσκόταδο που συντηρεί ευλαβικά μια κιονοστοιχία, έξοχη, από σβησμένα θυμιατά, διακρίνει, κάτω από ένα νεκρώσιμο κουβούκλιο, πέπλα διστακτικά σαν βαρύτιμος καπνός στο θόλο, άψυχη φλόγα από καντήλια, το ξαπλωμένο πάντα σώμα του ωραιότερου άντρα. Ο ύπνος του, εκστατικός και γαλήνιος σαν του Βισχνού: τρέμοντας, πλησιάζει στις μύτες των ποδιών της, να τον περιεργαστεί καλύτερα, χαμογελάει στα βλέφαρά του, τα σφαλιστά, για να γεύεται μόνος τα’ όνειρο, τα σκιασμένα από μαύρες μπούκλες πάνω σ’ ένα ευγενικό και καθαρό μέτωπο. Ενώ, κόκκινα σαν το φρούτο του βίμπα, τα ανδρικά χείλη προσμένουν τη στιγμή ενός αιώνιου φιλιού.
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό pertri » Τρί Μαρ 09, 2004 2:22 pm

Μέρος 2ο

Παρά το πριγκιπικό βάρος των χρυσών κρίκων που δένει τον καρπό του σε κάποιο άγνωστο πεπρωμένο, ω! ν’ ανασηκώσει και να κλείσει μες στο δικό της αυτό το χέρι, που είναι τώρα αδρανές και πεσμένο πάνω σ’ ένα σκέπασμα με πλούσια κεντήματα… Η παιδούλα δεν τολμάει, όχι ότι φοβάται, καθώς γέρνει ακόμη πάνω από το πρόσωπο αυτού του πολεμιστή που αναπαύεται. όμως αναλογίζεται ξαφνικά πόσο ατημέλητο και απεριποίητο είναι το φόρεμά της πλάι σ’ αυτόν τον άντρα, σ’ αυτό το αρχοντόπουλο: και πάει παράμερα να φτιαχτεί. Μια κούραση τη βαραίνει, παλεύει με τη νύστα, δεν θέλει να σωριαστεί εκεί, περισσότερο από ντροπή παρά από φόβο, παράλληλα με τον οικοδεσπότη αυτής της κατοικίας, Περιμένει, παραμονεύει. Ξαφνικά μια μπρούτζινη καμπάνα βαθαίνει τη σιωπή και, με τη μάσκα ζωντανεμένη, ο ήρωας ανασηκώνεται αργά αργά στο νεκροκρέβατο, κατεβαίνει και περπατάει, με τα μάτια ανοιχτά, ίσια προς τη μαρμάρινη ταφόπετρα, όπου έχει ζαρώσει το απονήρευτο κορίτσι.

«Τολμηρή, ποια είσαι εσύ που ήρθες να ταράξεις τους νεκρούς;»

«Ένα φτωχό απροστάτευτο κορίτσι (άκουσε από την ερώτηση μόνο ό,τι την αφορούσε) που γύρευε ένα καταφύγιο από την καταιγίδα: μη με κυνηγήσεις, σε θερμοπαρακαλώ» και η δραπέτισσα βάλθηκε ν’ αφηγείται την ιστορία της, που τη διέκοπταν αναφιλητά, χωρίς καν να παραλείψει τις κοροϊδίες των νυφάδων της σχετικά με το Μαχαραγιά Τσχάντρα.

Κάτω από τα κουρέλια της, η Λακσμί διατηρεί τον αέρα μιας πριγκίπισσας: η αλήθεια της αφήγησής της τη σφραγίζει. Φωτίζοντας όλο της το πρόσωπο, που έχει πάρει μια ελαφριά απόχρωση σαφρανιού, με μια μόνο ανήσυχη πινελιά από αντιμόνιο στα βλέφαρα, το λυχνάρι, με τη φλόγα του, αναδεικνύει το φέγγος του, σαν μικρός έναστρος ουρανός.

« Ο ηγεμόνας που μόλις ανάφερες, μη φοβάσαι, κυρά μου, σε παίρνει υπό την προστασία του, είναι μπροστά σου. Εγώ είμαι ο Μαχαραγιάς Τσχάντρα, ο πολυθρήνητος νεκρός που, χάρη σ’ ένα παράδοξο προνόμιο, επιστρέφει κάθε βράδυ, για λίγες ώρες, στη ζωή».

«Όμως η οικογένειά σου το αγνοεί!»

Τη Λακσμί δε φαίνεται να την εκπλήσσει τίποτα άλλο σ’ αυτήν την ανήκουστη αποκάλυψη, και : «Αλλιώς, θα σ’ άφηναν μέσα σ’ αυτόν τον παγερό τάφο;»

«Η ζωή μου, που διακόπτεται κάθε μέρα, θα πίκραινε τους δικούς μου τόσο όσο και αν πίστευαν ότι είμαι αμετάκλητα νεκρός. Αυτό το μυστικό το γνωρίζει μόνο ο Βραχμάνος, που επιτηρεί αυτό το πένθιμο οικοδόμημα. Και, τώρα, εσύ».

Ο βασιλιάς, ανοίγοντας μια πόρτα, κάλεσε τον ευλαβή υπηρέτη, που εμφανίστηκε αμέσως.
«Φρόντισε ιδιαιτέρως αυτό το κορίτσι: αν ποτέ ξαναγυρίσω στη ζωή, τ’ ορκίζομαι, θα γίνει γυναίκα μου».

Αφού έδωσε αυτή την εντολή, το κεφάλι του Μαχαραγιά γέρνει, τα μάτια κλείνουν, πεθαίνει ξανά. Ο τρούλος, όταν η πριγκίπισσα ακολούθησε τον γέροντα, ανήκει στη σιωπή.
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό pertri » Τετ Μαρ 10, 2004 12:59 pm

Μέρος 3ο

Τη μέρα, όλα γίνονται σύμφωνα με το έθιμο, η μάνα και οι αδερφές έρχονται να θρηνήσουν μπρος στο ακήδευτο λείψανο του αγαπημένου τους: χάρη σ’ ένα θαύμα συντήρησης πρωτάκουστο στις Ινδίες, δεν αλλοιώθηκε μετά τη μοιραία στιγμή, και κανείς δεν διανοείται τον ύστατο χωρισμό που θα σήμαινε η ταφή του σε σαρκοφάγο.

Ποιος αμφιβάλλει ότι, όταν ξανανύχτωσε, η Λακσμί κράτησε διάπλατα τα φωτεινά της μάτια στην ανάσταση του παλικαριού;

Όσο για κείνον, το βλέμμα του έφτασε πριν από τα βήματά του στην πριγκιποπούλα: μια κραυγή όμως, όταν την είδε να πλησιάζει από μόνη της, πεισματάρα και αφού τακτοποίησε το κοριτσίστικο φόρεμά της. Ύστερα, σαν να κυνηγούσε μιαν άλλη οπτασία: «Η Περί!» αναφώνησε, «όχι! αδύνατον, να νιώθω να στροβιλίζεται η σκληρή άκρη των διαμαντένιων της φτερών ενώ, παντού, ανθίζει μέσα μου, μια διαφορετική και γλυκιά πληγή».

Ο πεθαμένος σφράγισε πάλι, μ’ αυτά του τα λόγια, ένα αίνιγμα, σαν τον τάφο του, που τον γνώριζε αυτός μονάχα.

«Να μην μπορώ πάνω σ’ αυτό το εξαίσιο μέτωπο να αποθέσω το διάδημα! Το μόνο που διαθέτω, αντί για θρόνο, είναι το νεκροκρέβατο να σου προσφέρω. Τόσο νέα, τόσο όμορφη, τόσο ζωντανή, θα δεχτείς άραγε να παντρευτείς ένα νεκρό!»

«Η ειλικρίνεια όσων θα σου εξομολογηθώ δε θα μου στερήσει τίποτα από την εκτίμησή σου, έχεις καλή καρδιά. Η δική μου, που ήταν αμάθητη, χτες χτύπησε για πρώτη φορά. Τα μάτια σου, που λάμπουν ίσως απ’ αυτό το υπερπέραν όπου χάνεσαι για όλον τον κόσμο, με στόλισαν, σταματώντας πάνω μου, με το μοναδικό αυθεντικό στολίδι, μιαν αγνότητα, που αποκαλύπτεται, που τη νιώθω να σκιρτάει μες στα στήθη μου. Και το δώρο αυτό ξεχειλίζει προς εσένα. Ακτινοβολεί όλη μου την τρυφερότητα, θεϊκή, και ας κρατούσε μόνο όσο να σ’ αγαπήσω, και ανεκτίμητη περισσότερο απ’ όσο αν ήμουν εκατό χρόνια η γυναίκα όποιου άλλου φημισμένου και ζωντανού πρίγκιπα».

«Ας είναι έτσι, ακριβή μου, ας μη βραδυπορούμε άλλο και ας επισφραγίσουμε το δεσμό μας». Σ΄ όποιον έχει μόνο δυο ώρες ζωή τη νύχτα, είναι θεμιτό να επισπεύδει τα πράγματα. Ο Βραχμάνος κάλεσε τα πνεύματα για να παραστούν μάρτυρες στο γάμο και, ανοίγοντας τα ιερά βιβλία, διάβασε από κει τα τυπικά λόγια. Επικαλείται τον Βισχνού, παίρνει τα χέρια των μνηστευμένων, τα ενώνει, τους ραίνει με αγίασμα. Η Λακσμί χαμηλώνει τα μάτια της μπρος στο φλογερό βλέμμα του Μαχαραγιά και αναρριγά στην αύρα των μελλοντικών χαδιών, όπως οι καλαμιές του Γιαμούνα στην πατρίδα της ζαρώνουν στο αεράκι. Ο πολεμιστής αρπάζει την Ινδοπούλα, τη σηκώνει στην αγκαλιά του. Ο επίσημος νυφικός θάλαμος, ο τρούλος που διαιωνίζει τα εμβλήματα του θανάτου! το επιτάφιο νερό και οι σουσαμόσποροι παραμένουν στα χρυσά δοχεία, κοντά στο κρεβάτι, όπου ο βασιλιάς πριν από λίγο παρέσυρε την νύφη. Ο έρωτας αντλεί από το θάνατο το απώτερο μεγαλείο του. Κι όμως, η φλόγα του δεν καίει τόσο ώστε να ξαναζεστάνει ένα μνήμα. Βλέποντας κανείς το Μαχαραγιά τόσο παράφορο, δε θα φανταζόταν ότι η ζωή του θα τον εγκατέλειπε σε λίγο -ή ακριβώς αυτό.

«Αχ!» αναστέναξε, προσθέτοντας μόνο: «Τι μοίρα μου έτυχε! Αυτόν το μίσχο λουλουδιού, τον σφίγγω στην αγκαλιά μου και τα χέρια μου θα τον αποχωριστούν από μόνα τους. Γρήγορα θα ξαναπέσω στην απόλυτη ακινησία και όλα τα γλυκόλογα θα είναι ανήμπορα να με ξυπνήσουν».

Κι εκείνη που μάντεψε τις σκέψεις του: «Μακάρι να μ’ άφηνες να πεθάνω μαζί σου, αγαπημένε ʼρχοντα, κι ας ήταν μόνο για να φτάσουμε μαζί ως τα πέρατα του έρωτα, και για να μάθουμε, με τούτη την ευκαιρία (πρόσθεσε), την αιτία που υπαγορεύει το θάνατό σου κάθε μέρα και κάθε βράδυ την ανάστασή σου».
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό atomant » Πέμ Μαρ 11, 2004 11:56 am

γκλιν γκλιν



Αντε πάλι χθες βράδυ το γκλιν γκλιν. Ευτυχώς κράτησε μόνο μια ώρα, κάπου εκεί μεταξύ 3 και 4. Σήμερα ρώτησα τη θεία. Έχετε κάνα ζώο στο σπίτι που του περάσατε κουδουνάκι και τριγυρνά το βράδυ; «Οχι», μου λέει, «τι κουδουνάκι;» Ρώτησα και τον Αργύρη που το δωμάτιό του είναι δίπλα αν τη νύχτα ακούει γκλιν γκλιν, όχι, μου λέει. Και με κοιτούσε έτσι λίγο σα βλάκας. Το βράδυ θα πάμε στο σκυλάδικο. Ε, ρε γλέντια!



Γυρίσαμε στις 5 και ξύπνησα μόλις τώρα (είναι περίπου μία και τέταρτο το μεσημέρι). Το μαγαζί απίστευτο. Ήρθε στο τραπέζι μας και κάθισε μια κόκκινη. Κόκκινα μαλλιά, κόκκινα χείλια, κόκκινο φόρεμα, κόκκινα παπούτσια. Και στο λαιμό της είχε μια κοκκινίλα από ρουφηξιά.. «Πώς σε λένε;» ρωτάει πρώον εμένα. «Αργύρη», της λέω. «Ωραίο όνομα», μου λέει. Γυρνάει στον Αργύρη: «Εσένα πώς σε λένε;» «Αργύρη», της λέει. «Ωραίο όνομα», του λέει κι αυτουνού, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, λες κι είχε βάλει κασέτα. Ούτε παραξενεύτηκε να ρωτήσει πώς έτυχε κι είχαμε το ίδιο όνομα. Νομίζω δεν άκουγε τίποτα απ' ό,τι της λέγαμε, μόνο είχε έτοιμη την κασέτα. Ύστερα βάλαμε τα χέρια μας κάτω απ' το τραπέζι. Ο ένας Αργύρης το ένα μπούτι ο άλλος το άλλο.

Στο γυρισμό ο Αργύρης δεν άνοιξε το στόμα του. «Τι 'ναι φίλε, συμβαίνει κάτι;» τον ρωτάω. Κουβέντα. «Είσαι καλά;» ξαναλέω. «Θα σου πω», μου κάνει. Ε, όσο μου είπες εσύ, τόσο μου είπε κι αυτός. Μετά πρέπει να με πήρε ο ύπνος και να κοιμήθηκα στο αμάξι νομίζω.



Οσο η θείτσα μου μας διάβαζε με κλάματα τα γραφτά του, το μάτι μου έπεσε πάνω στο γραφείο όπου βρέθηκε το καταραμένο μπλοκ. Υπήρχε εκεί αφημένο το μολύβι με το οποίο γράφτηκαν όλα αυτά τα κατεβατά.

Ηταν κατακόκκινο, καλοξυσμένο και στην κορφή του, αντί για τη γνωστή γομίτσα, είχε κρεμασμένο ένα μικρό κουδουνάκι.
Άβαταρ μέλους
atomant
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 698
Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2004 4:39 pm

Δημοσίευσηαπό pertri » Πέμ Μαρ 11, 2004 1:32 pm

Μέρος 4ο

Ιστορία φοβερή και αινιγματική! η παιδούλα, που μπήκε μόνη της μ’ απονήρευτο βήμα στον τάφο, αισθάνεται ότι διεισδύει, ακούγοντας, στ’ απόκρυφα μυστήρια που αγνοεί ο λαός και η γη.

«Ξέρεις», λέει ο Μαχαραγιάς, «ότι η τύχη, καλή και κακή, ή ότι η ζωή του καθένα εδώ κάτω, εξαρτάται από ένα μαγικό περιδέραιο, που το φοράει γύρω από το λαιμό. αν το διατηρεί ακέραιο, δε διατρέχει κανέναν κίνδυνο. Σ’ αυτήν τη δοξασία, που είναι διαδεδομένη σ’ ένα μεγάλο μέρος της Ινδίας, εγώ, πρώτος και καλύτερος, οφείλω τώρα να δώσω πίστη. Ένα απόγευμα, έκανα περίπατο, μες στα αρώματα που ξεχύνονταν από τους κήπους, γύρω από το παλάτι. όταν μια Περί, που με το φτερό της ανάδευε την ευωδιά τους και προκαλούσε μια μικρή μοσχομυριστή δίνη, ξαφνικά μ’ αγάπησε. ήθελε να με παντρευτεί και να με πάρει μαζί της για να βασιλέψω στα πνεύματα του αέρα. Μη σκυθρωπιάζεις έτσι, θα σκίαζε την ευτυχία μας μια μαύρη στιγμή: Λακσμί, αρνήθηκα με περιφρόνηση. Δεν την αγαπούσα. Η μανιασμένη ξωθιά όρμησε και άρπαξε το περιδέραιο με τους σανταλόσπορους που κράταγε την ψυχή μου, ξέφυγε με τη λεία της. αμέσως, έπεσα νεκρός. Αφού διαλύθηκε η νεκρώσιμη πομπή μου, μόνο οι φίλοι μου κι οι κοντινοί μου διατήρησαν τη συνήθεια να με κλαίνε εδώ, όπου μ’ έθαψαν μεγαλοπρεπώς, να όμως που, αόρατη σε όλους μα φεγγοβολώντας το θάνατό μου, κάθε βράδυ επιστρέφει, με το κλεμμένο περιδέραιο να κρέμεται στο δάχτυλό της, η Περί. Ξαναπαίρνω ζωή. «Αυτή τη φορά, δέχεσαι να με παντρευτείς;» ψιθυρίζει με τα χείλη της να πλησιάζουν και να θέλουν ν’ ανοίξουν σαν μπουμπούκι. και μένει εδώ δύο ώρες περιμένοντας ένα «Ναι» που ποτέ δεν θα προφέρω. ʼκου. φτερουγίζει σίγουρα, πολυαγαπημένη μου, πάνω από τα κεφάλια μας: γεμάτη φθόνο, το πείσμα της πρέπει να είναι άγριο».

«Πως! είδε τα αγκαλιάσματά μας, όχι πως τη φοβάμαι. μα τίποτα, για να μείνουμε μόνοι, δε θα μας γλιτώσει από αυτήν; Ένα δίχτυ! δεν μπορούμε να την πιάσουμε μες στα βρόχια του!»

«Η δύναμή της την κάνει άπιαστη, ούτε που θα προλαβαίναμε να καθυστερήσουμε το εχθρικό της πέταγμα: το νιώθω, θα φύγει μαζί με το περιδέραιο. Καταραμένη Περί. Αντίο, ακριβή μου, παραδίδω, όσο για σήμερα, τον τελευταίο μου στεναγμό στο στόμα σου».

Το κρεβάτι, νεκρικό και νυφικό, σκοτείνιαζε το αγαπημένο πρόσωπο της νύφης, που έγερνε άνω από το άλλο, το γαλήνιο, σοβαρό και παγερό του καταδικασμένου στην ακινησία πρίγκιπα. «Κάθε βράδυ, (πικραινόταν) θα πρέπει να υπομένω αυτόν το νόμο, να περνάω μονομιάς από την υπέρτατη χαρά στην υπέρμετρη λύπη, τι μαρτύριο…»

«…Παιδί, το πάθος δεν είναι άραγε αυτό, πάντα, στους ανθρώπους, ερωτική φλόγα, παγωμένα ρίγη που διαδέχονται το ένα το άλλο για να ξαναρχίσουν;»

Η Λακσμί δεν είχε ακούσει ούτε αντιληφθεί αυτή τη φωνή της εμπειρίας. τόσο εύκολα κι επίμονα τρέφει η νεαρή καρδιά τη λαχτάρα της απόλυτης ευδαιμονίας. Χίλιες δυο φοβίες την έπιαναν, που δεν μπόρεσε να σβήσει το απροσδόκητο χάδι ενός νεογέννητου γιου: δε θα κληρονομούσε άραγε περισσότερο θάνατο απ’ όσον αναλογεί στον άνθρωπο για να ζήσει, έστω θλιμμένος, ανάμεσα σ’ αυτούς τους τοίχους από βασάλτη όπου έσβηνε το γέλιο του! Στραμμένη λοιπόν προς την απουσία της μέρας, είναι αλήθεια ότι οι νύχτες ήταν τόσο τερπνές, η έγνοιά της την έκανε να φοβάται και, πάνω απ’ όλα, συναίσθημα πολύπλοκο και αφελές! έτρεφε την ελπίδα ότι η Περί, έχοντας αποκάμει να είναι θεατής του ζωηρού τους έρωτα, στο τέλος, θα έφευγε. Η οργή της τους ωφελούσε και το μίσος: δεν έχτιζαν τάχα την ευτυχία και τη ζωή τους, τις δυο ώρες της νυχτερινής τους συνάντησης, μεσ’ από την ίδια την τιμωρία που τους επέβαλλε η εχθρική θεότητα!

«Πολυαγαπημένη μου, μαραζώνεις, αλλάζεις μέρα με τη μέρα. Εγωιστής θα ήμουν να σε καταδικάζω να μένεις άλλο μέσα σ’ αυτήν τη φυλακή: όσο κι αν μου στοιχίζει, θα φύγεις αύριο».
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Επόμενο

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron