ας γράψουμε ιστορίες

Νανουρίσματα για ... φάλτσους

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Παρ Σεπ 10, 2004 12:45 pm

Ακόμα και ο πιο ωμά ρεαλιστικός διευθυντής φωτογραφίας στα κινηματογραφικά στούντιο θα ζήλευε αυτό που έβλεπε ο Μάκης. Η νύχτα ήταν απόλυτα μοναδική. Σε έκανε να ξεχνάς κάθε προηγούμενη νύχτα και να νιώθεις ότι ποτέ και καμιά άλλη δε θα μπορεί να είναι τόσο όμορφη, τόσο αρωματική, τόσο έντονα γαλήνια. Το φως από την πανσέληνο έντυνε τις άχαρες ταράτσες με ασημόχρυσες κελεμπίες. Πάντα απορούσε γιατί δεν εκμεταλλεύονται τις ταράτσες στις πολυκατοικίες. Βέβαια, κάποια ξενοδοχεία το είχαν πιάσει το νόημα κι είχαν κάνει ιν τα ρουφ γκάρντεν, αλλά η διακόσμηση των περισσότερων ήταν για κλάματα. Ο διάκοσμος που είχε διαλέξει ο μάκης ήταν λιτός, απέριττος. Ένα ολόγιομο αυγουστιάτικο φεγγάρι αντί για κρυφό αντιαισθητικό φωτισμό, μια γλάστρα με βασιλικό και δυο τενεκεδάκια μπύρα. Τα είχε αδειάσει και τα δύο και προσπαθούσε να βρει την κατάλληλη θέση τους. Δεν ταίριαζαν πουθενά. Θα μπορούσε και να τα πετάξει κάτω περιμένοντας να ακούσει τις γκρίνιες κάποιου περαστικού που θα τα έτρωγε κατακέφαλα, αλλά δεν το έκανε. Ήταν πια πολύ δύσκολο σε αυτή την περιοχή να συναντήσεις κάποιον να σουλατσάρει στις τέσσερις το πρωί και να έχει διάθεση για καυγά. Οι δρόμοι ήταν έρημοι. Πήρε τα μπυρόκουτα και τα έκρυψε πίσω από την πόρτα της σκάλας. Τώρα το σκηνικό ήταν έτοιμο.
Πέρασε τα πόδια του πάνω από τα κάγκελα. Έσκυψε προς τα μέσα και έπιασε τη γλάστρα με τον βασιλικό. Την ακούμπησε κάτω και κάθισε δίπλα της. Χάιδεψε το φύλλωμα και φέρνοντας την αρωματισμένη παλάμη στα ρουθούνια του κοίταξε το φεγγάρι. Μια περίεργη χαρά ξεκουλουριάστηκε κάτω από το στέρνο του. Έπιασε τον εαυτό του να κουνάει τα πόδια του που κρέμονταν στο κενό. Χαμογέλασε ικανοποιημένος κι έβγαλε από την κωλοτσέπη του ένα τσαλακωμένο πακέτο τσιγάρα.. Ίσιωσε ένα καμπυλωμένο τσιγάρο και το άναψε. Παρακολούθησε τα δακτυλίδια του καπνού να βιάζονται ν' ανέβουν στην πίστα για ένα χορό μπροστά στον σεληνιακό προβολέα. Απόλαυσε κάθε τζούρα μέχρι που η καύτρα έφτασε το μουσταρδί χαρτάκι του φίλτρου. Κράτησε τη γόπα ανάμεσα στα δάκτυλά του και την ανάγκασε σε μια ακροβατική πιρουέτα πριν αρχίσει την οριστική πτώση της. Καθώς απομακρυνόταν άφηνε πίσω της ένα ίχνος κόκκινου φωτός. Ο μάκης ταράχτηκε λίγο. Αυτή η αναλαμπή του θύμισε εκείνη την μικρή κόκκινη τούφα που έμοιαζε να κυλάει πάνω στο άσπρο στήθος της φωτεινής. Έκλεισε τα μάτια του και κούνησε το κεφάλι του προσπαθώντας να διώξει την εικόνα αυτή. Μάταια. Η φωτεινή του στοίχειωνε τη σκέψη σε κάθε ευκαιρία.
Ακούμπησε την πλάτη του στα κάγκελα. Ένας αναστεναγμός ξεγλίστρησε ύπουλα μέσα από τα χείλια του. Η φωτεινή ... θα ήταν ωραία αν ήταν εκεί δίπλα του, αν μπορούσε να απλώσει το χέρι του μέσα στη φωτιά των μαλλιών της αντί να το περνάει από τα πράσινα φυλλαράκια του βασιλικού. Ναι! Θα ήταν ωραία, αλλά δεν γινόταν. Η φωτεινή είχε τη φλόγα μόνο στα μαλλιά της. Τα μυαλά της ήταν νερουλιασμένα από φωτογραφίες που κοίταζε με τις ώρες σε περιοδικά γάμου. Ήθελε οικογένεια, παιδιά, νοικοκυριό και τον μάκη ένα σοβαρό οικογενειάρχη, ένα δουλευταρά που με τον τίμιο ιδρώτα του θα φρόντιζε το σπίτι του. Έναν ξανθόπουλο σε ελληνική ταινία του 60 ήθελε η φωτεινή κι όχι τον μάκη, κι ας ήταν ακριβώς τα αντίθετα αυτά που την είχαν τραβήξει κοντά του. Την είχε συγκλονίσει το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα του, το πάθος του για ανατροπή, το μένος του ενάντια σε κάθε κατεστημένο. Είχε παραδοθεί στον άγριο έρωτά του κι ακόμα κι όταν αυτός ένιωθε την ανάγκη να της φερθεί τρυφερά, η φωτεινή του ζήταγε ένταση, πάθος, φωτιά. Ένας χρόνος ακόρεστου πόθου και τρελών σχεδίων για ταξίδια με εισιτήρια χωρίς επιστροφή της ήταν αρκετός. Μετά προτιμούσε την ασφάλεια ενός γάμου. Το βιολογικό της ρολόι, του είχε πει, χτύπαγε ασταμάτητα και δεν την άφηνε να ηρεμήσει. Ήταν έτοιμη να κάνει ένα μωρό, του είχε πει, που θα την κοιτάει στα μάτια με λατρεία γνωρίζοντας ότι είναι μοναδική στον κόσμο για αυτό. Ήθελε να ζήσει ένα κυριακάτικο πρωινό, του είχε πει, με το παιδί της να γελάει χαρούμενο κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού της ανάμεσα σε αυτήν και τον άντρα της. Τον άντρα της! Αυτόν που θα της έδινε υπόσχεση για πάντα, του είχε πει, για πάντα! ... και τον βρήκε. Οχτώ μήνες μετά από εκείνη τη μέρα που έκλεισε την πόρτα ήσυχα πίσω της χωρίς να πάρει τα κλειδιά, ο μάκης έλαβε ταχυδρομικά ένα λευκό φάκελο. Μέσα μια λευκή κάρτα με δαντελένια μπορντούρα τον καλούσε στο γάμο της. Δεν πήγε. Ήξερε ότι κι η φωτεινή δεν τον ήθελε εκεί. Καταλάβαινε ότι ήταν απλώς ένα μήνυμά της ... "έπαιξες κι έχασες". Έμαθε μετά από την κολλητή της την όλγα, που ήξερε τη φωτεινή όσο κανείς άλλος, ότι ο "για πάντα" ήταν ένας τραπεζικός υπάλληλος, με σπίτι, αυτοκίνητο και κοιλίτσα, ότι σε τίποτα δεν έμοιαζε με τον μάκη, ότι ήταν χαζή η φωτεινή που προτίμησε αυτό το ανθρωπάκι από τον μάκη, ότι αυτή θα έδινε τα πάντα αν της τύχαινε ένας άντρας σαν τον μάκη ... "κρίμα που δε σου 'τυχε", της είχε απαντήσει ειρωνικά καθώς έφευγε αηδιασμένος.
Τρία χρόνια. Είχαν περάσει τρία χρόνια από τότε. Ναι, ήταν κάτι σαν επέτειος αυτή η νύχτα. Πριν τρία χρόνια η φωτεινή είχε φύγει στερώντας του τη χαρά για ένα καυγά. Του είπε μόνο ότι έφτανε τόσο. Ο μάκης δεν είχε πει τίποτα. Μα τι μπορούσε να πει? Πως μπορούσε να πείσει έναν χορτάτο να φάει κι άλλο? Πως να περνούσε μέσα από ένα τοίχο χωρίς πόρτα? Την άφησε να φύγει ... από το σπίτι, γιατί από το μυαλό του ποτέ δεν έφυγε. Ήταν πάντα εκεί. Κάθε άλλη γυναίκα ήταν ένα μικρό αντίγραφο της φωτεινής. Ακόμα κι αυτές που σε τίποτα δεν της έμοιαζαν, είχαν κάποιες στιγμές ένα δικό της βλέμμα, έκαναν μια δική της γκριμάτσα. Η φωτεινή ήταν η γυναίκα της ζωής του. Κι απορούσε κι αυτός με τον εαυτό του. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτό το κορίτσι του είχε γίνει εμμονή. Δεν είχε τίποτα ξεχωριστό, δύσκολα θα την έλεγε κανείς όμορφη, σπάνια μπορούσε να πει κάτι πρωτότυπο. Είχε όλα όσα χαρακτηρίζουν τα "κορίτσια της διπλανής πόρτας". Αλλά για τον μάκη ήταν ξεχωριστή. Ίσως να ήταν η μυρωδιά της αγκαλιάς της ή ο ήχος του γέλιου της, ίσως εκείνη η ματιά της που του φώναζε "σ' αγαπώ" τόσο σιωπηλά … ή απλά ότι ήταν η μόνη που τον είχε παρατήσει. Ό,τι και να ήταν, ήταν η φωτεινή του, ήταν δικιά του, ολόδικιά του και κανείς μα κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να την πάρει από το μυαλό του!
Αυτό τον ηρέμησε και πάλι. Αφέθηκε στην απόλαυση της ζεστής νύχτας χωρίς άλλες σκέψεις. Η ησυχία γύρω του είχε κυριαρχήσει και μέσα του..... ʼναψε άλλο ένα τσιγάρο. Το τρίξιμο της πόρτας δεν τον ενόχλησε. Κάποιο ρεύμα θα την είχε κουνήσει. Τα βήματα όμως τον ανάγκασαν να γυρίσει το κεφάλι να κοιτάξει. Ένα ζευγάρι γυναικείες γάμπες ήταν ήδη στο ύψος των ματιών του. Ταράχτηκε. Αρχικά πίστεψε ότι ήταν η φωτεινή ζωντανεμένη μέσα από τις σκέψεις του, όμως γρήγορα διαπίστωσε ότι ήταν μια άγνωστη σ’ αυτόν γυναίκα … κοπέλα μάλλον. Έμοιαζε κάνα δυο χρόνια μικρότερή του, ψιλόλιγνη, όμορφη … όχι, όχι όμορφη, αλλά … σαγηνευτική! Ναι, αυτή ήταν η σωστή έκφραση. Είχε πάνω της κάτι το παράξενα γοητευτικό χωρίς όμως να έχει ιδιαίτερα όμορφα χαρακτηριστικά. Αν την είχε δει σε φωτογραφία, δεν θα την πρόσεχε, όμως εκεί μπροστά του τον έκανε να ανατριχιάζει … κάτι εξέπεμπε αυτή η κοπέλα … κάτι.
-πολύ ζέστη και σήμερα, ε?, τον ρώτησε με τα μάτια της να περνάνε αδιάφορα πάνω από τα φώτα των άδειων δρόμων. Ευτυχώς τελειώνει κι αυτός ο αύγουστος.
Γύρισε το βλέμμα της στο μάκη. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια του σα να προσπαθούσε να δει μέσα στο μυαλό του. Ο μάκης ένιωσε άβολα. Τα δικά της μάτια έμοιαζαν άδεια, τόσο άδεια που φανέρωναν μια σοφία. Ο μάκης τράβηξε το βλέμμα του, σηκώθηκε, πέρασε πάνω από τα κάγκελα και στάθηκε δίπλα της. Ακούμπησε πίσω με τους αγκώνες του στην κουπαστή, πήρε μια βαθιά ανάσα και ένιωσε έτοιμος να την αντιμετωπίσει.
-δυστυχώς τελειώνει ο αύγουστος!, απάντησε. Είναι από τους πιο ωραίους μήνες για όσους μένουν σε πόλη. Οι πόλεις αδειάζουν, ομορφαίνουν, γίνονται ανθρώπινες …
-κι επικίνδυνες!
-όχι δα! Ο μόνος κίνδυνος προέρχεται από τους ανθρώπους. Όσο λιγότεροι άνθρωποι, τόσο λιγότεροι κίνδυνοι
-ορθολογιστής, λοιπόν? Κρίμα … έτσι όπως καθόσουν κι απολάμβανες τη νύχτα, νόμισα ότι …
-ότι θα βρεις έναν ρομαντικό να σου ομορφύνει τη μοναξιά της νύχτας?
-όχι, νόμισα ότι θα βρω έναν λιγότερο κυνικό από σένα, κάποιον με πιο ανοιχτό μυαλό που θα μπορούσε να δεχτεί και κάτι παραπάνω από όσα βλέπει ή έχει μάθει.
-Κακή αρχή κάναμε! Και δεν ξέρω αν το εννοούσες, αλλά είχες δεν είχες με είπες και στενόμυαλο! Χαχαχα ..δεν πειράζει. Πάμε πάλι … Καλημέρα! Με λένε μάκη!
Η κοπέλα έπιασε το απλωμένο του χέρι χαμογελώντας.
-καλημέρα, μάκη! Είμαι η Σάσα
-και τι κάνεις τέτοια ώρα στις ταράτσες, σάσα?
Δεν του απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε και πάλι βαθιά μέσα στα μάτια. Ο μάκης παραξενεύτηκε. Ήταν απίθανο να μην είχε καταλάβει ότι απλά προσπαθούσε να ξεκινήσει μια ανώδυνη κουβέντα και να τον είχε παρεξηγήσει. Εξάλλου το χαμόγελό του, μπορεί να ήταν ηλίθιο, αλλά ήταν παρόν. Η σάσα όμως ήταν σοβαρή, σκεπτική.
-δεν είμαι ακόμα σίγουρη ότι μπορείς να αντέξεις την αληθινή απάντηση …
Η αμηχανία του ήταν πια έντονη και η σιωπή που επικράτησε του ήταν αφόρητη. Σε μια κίνηση απελπισίας έψαξε για τα τσιγάρα του. Της πρόσφερε ένα, αλλά αυτή αρνήθηκε. Ούτε κι ο μάκης είχε όρεξη να καπνίσει κι έτσι ξαναέβαλε το πακέτο στη θέση του. Κατέβασε το κεφάλι του για να γλιτώσει από το "διάβασμά" της.
-λοιπόν? Τι λες? Πιστεύεις ότι μπορείς να δεχτείς μια ας πούμε παράλογη απάντηση?
-μπορώ να ακούσω οτιδήποτε. Το αν θα το δεχτώ, θα το δούμε … πες όμως, είμαι περίεργος τι έχεις να μου πεις …
-η περιέργεια δεν είναι ο καλύτερος των συμβούλων. Μπορεί να σε βάλει σε περιπέτειες …
-μου αρέσουν οι περιπέτειες!
-εντάξει, τότε…. Πείνασα και βγήκα για κυνήγι.
-χαχαχαχαχα. Τελικά είχες δίκιο. Δεν ήμουν έτοιμος να δεχτώ μια τόσο παράλογη απάντηση! … έχεις πολύ γέλιο!
-κι όμως … μιλάω σοβαρά.
-ε μα ναι! Φαίνεται! Εξάλλου πώς να κρύψεις τέτοια καραμπίνα! Χαχαχαχαχα ! και τι σκοπεύεις να χτυπήσεις? Κάνα λαγό? Καμιά μπεκάτσα? Χαχαχαχα! Καλά που έφερα και τον βασιλικό … χαχαχαχα … να έχουν κάπου να κρυφτούν τα καημένα τα ζωντανά …
-μου αρέσει που γελάς δυνατά. Αυτό σημαίνει ότι η καρδιά σου θα ανεβάσει παλμούς, το αίμα σου θα κυλάει γρήγορα και θα είναι ζεστό … αυτό το κάνει συνήθως πιο γλυκό. Μπροστά μου οι περισσότεροι καρδιοχτυπούν από φόβο κι έτσι το αίμα τους παίρνει μια ελαφριά πίκρα … μάλλον από την αδρεναλίνη …
-α καλά! Εσύ κορίτσι μου έχεις ξεφύγει! Τι είναι όλα αυτά που λες?
-και φαινόσουν κι έξυπνος … μα πραγματικά δεν έχεις καταλάβει?
-τι να καταλάβω? Ότι βγήκες άοπλη να κυνηγήσεις σε μια ταράτσα ξημερώματα επειδή πεινούσες κι ότι επειδή γελάω το αίμα μου θα είναι γλυκό?
-ναι
-τι ναι? Μα όλα αυτά είναι τουλάχιστον παρανοϊκά, εντελώς ασύνδετα! Είπαμε να δεχτώ το παράλογο, αλλά το ασυνάρτητο δυσκολεύομαι …
-ίσως στο κεφάλι σου να φαίνονται ασυνάρτητα αλλά δεν είναι. Πρόσεξε. Είμαι η κυνηγός, είσαι το θήραμα. Τόσο απλά …
-χαχαχαχα! Για το μόνο που λυπάμαι είναι που είναι μικρός ο βασιλικός για να κρυφτώ από πίσω του, να σωθώ από τα ανύπαρκτα σκάγια σου! Χαχαχαχα
-μα δεν σκοπεύω να σε πυροβολήσω.
-και τότε πως θα με σκοτώσεις?
-μα ποιος μίλησε για σκοτωμούς? Μόνο θα τραφώ … εκτός κι αν …
-δλδ θα με φας? Χαχαχαχα! Κρίμα να μη το ξέρω πιο νωρίς ότι θα 'ρθεις να κάνω και γλαρόσουπα για συνοδευτικό!
-σου φαίνεται ακόμα αστείο ε? δεν έχεις ακούσει ποτέ σου για τα βαμπίρ? Κι όχι δεν θα σε φάω. Θα πιω λίγο από το αίμα σου…
-αααα μάλιστα! Τώρα εξηγούνται όλα! Χαχαχαχα! Να είσαι καλά, ρε σάσα! Πολύ καιρό είχα να γελάσω έτσι!
-είσαι πολύ ευχάριστος τύπος! Τι θα έλεγες αν σου πρότεινα να γίνεις σύντροφός μου?
-εμ πέστο ντε! Φτάσαμε επιτέλους και στο δια ταύτα! Δεν χρειαζόταν όλο αυτό το σκηνικό! Μπορούσες να μου πεις απλά "σε γουστάρω" … τα υπόλοιπα θα έρχονταν μόνα τους.
-όχι δεν με κατάλαβες. ʼκουσε με προσεκτικά. Μπορώ αυτή τη στιγμή να ρουφήξω όσο αίμα σου χρειάζομαι κι αύριο το πρωί να νομίζεις ότι όλα ήταν όνειρο ή ..
-μπα? Δηλαδή δεν θα μου αφήσεις για ενθύμιο τις τρυπούλες από τους κυνόδοντές σου?
-ω μα επιτέλους! Όλα όσα έχεις δει στις ταινίες δεν είναι παρά φαντασίες κάποιων αφελών. Τίποτα δεν είναι αλήθεια. Δεν χρειάζονται κυνόδοντες και δαγκωματιές, μια μικρή γρατζουνιά είναι αρκετή. Και θα είναι τόσο μικρή που ούτε καν θα την προσέξεις.
-και θα γίνω κι εγώ βρικόλακας?
-όχι … δηλαδή αυτό ήθελα να σου πω … θέλεις να γίνεις?
-γιατί να θέλω? Τι έχω να κερδίσω?
-καταρχήν αιώνια νεότητα. Δεν θα γεράσεις και φυσικά δεν θα πεθάνεις.
-εκτός κι αν μου χώσουν κάνα παλούκι στην καρδιά ε? χαχαχα
-ναι. Αλλά στην πραγματικότητα δεν κινδυνεύουμε. Κανείς δεν προσπαθεί να εξολοθρεύσει αυτό που πιστεύει ότι δεν υπάρχει. Και μεταξύ μας, αν κάποιος θελήσει να μας σκοτώσει καλύτερα να προτιμήσει τον αποκεφαλισμό … πολύ πιο εύκολη και καθαρή δουλειά.
-μετά τα διαφημιστικά για πες μου και τους κανόνες που πρέπει να ακολουθώ …
-απλά πράγματα. Λίγη προσοχή μόνο. Να μην είναι κανείς άλλος παρών όταν θα τρέφεσαι εκτός από σένα και το θήραμά σου. Να δηλώσεις ότι θα φύγεις σε άλλη χώρα και να μην ξαναέρθεις σε επαφή με κανένα γνωστό σου … τα μυστικά παραμένουν μυστικά μόνο μακριά από φίλους
-να φοβάσαι τον ήλιο, να κοιμάσαι σε φέρετρο, να μην πιάνεις σταυρό ή αγιασμό … αυτά γιατί δεν μου τα λες?
-γιατί όλα αυτά είναι χαζομάρες. Σου είπα τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Το μόνο που πραγματικά ισχύει είναι η απέχθειά μας για το σκόρδο, αλλά μόνο όταν το έχει φάει το θήραμα ... βλέπεις, κατεβάζει την πίεση τους.
-και γιατί τα λες όλα αυτά στον πληθυντικό? Είστε πολλοί?
-αρκετοί. Διάσπαρτοι σε διάφορες χώρες και σπάνια έχουμε επικοινωνία. Μόνο όταν κάτι πάει στραβά και κάποιος χρειάζεται βοήθεια.
-αν είναι αλήθεια όλα αυτά τότε θα ήμουν χαζός αν έλεγα όχι … τι πρέπει να κάνεις?
-εσύ θα κάνεις. Θα πιεις λίγο από το αίμα μου.
-εντάξει. Πως θα πιω?
-περίμενε! Είσαι απολύτως σίγουρος? Πρέπει να ξέρεις ότι μετά δεν υπάρχει γυρισμός. Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγείς είναι να πεθάνεις, δηλαδή να αυτοκτονήσεις.
-ναι είμαι σίγουρος.
-για τελευταία φορά … δεν είναι αστείο! Η απόφασή σου θα σε αλλάξει ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!

Ο μάκης χαμογέλασε. Το αίμα της τρέλαινε τους γευστικούς κάλυκές του με νέες πληροφορίες. Ένιωσε να γίνεται ένα με αυτή την παράξενη κοπέλα. Δέχτηκε να την ακολουθήσει στον παραλογισμό της κι από αύριο θα είχε να λέει ότι έζησε την πιο περίεργη ιστορία της ζωής του. Την αποχαιρέτισε και πήγε για ύπνο. "θα έρθω να σε βρω σε τρεις μέρες. Φρόντισε να ειδοποιήσεις ότι φεύγεις" ήταν οι τελευταίες φράσεις της, αλλά ούτε αυτές τις είχε πάρει σοβαρά ο μάκης...
Έτσι, όταν την τρίτη μέρα είδε στην είσοδο της πολυκατοικίας τη σάσα να τον περιμένει έμεινε έκπληκτος. Ανέβηκαν μαζί στο διαμέρισμά του. Παρά τις αντιρρήσεις του η σάσα γέμισε ένα σάκο με λίγα ρούχα και προσωπικά του αντικείμενα και τον ανάγκασε να την ακολουθήσει στο σπίτι της. Συζήτησαν για πολλές ώρες κι όταν η νύχτα είχε προχωρήσει για τα καλά βγήκαν για ένα περίπατο, για "κυνήγι" όπως είχε πει η σάσα. Σύντομα είχε εντοπίσει το θήραμά της, μια νεαρή σερβιτόρα που μόλις είχε σχολάσει. Την πλησίασε και πολύ ευγενικά την παρέσυρε σε ένα αδιέξοδο. Την γρατζούνισε στο λαιμό της και άρχισε να ρουφάει. Η κοπέλα λιποθύμησε. Ο μάκης την είδε ξαπλωμένη στο δρόμο με το κεφάλι της γερμένο στο πλάι. Από τη γρατζουνιά μια σταγόνα αίμα τον καλούσε επιτακτικά. Γονάτισε δίπλα της και άρχισε να πίνει κι αυτός αχόρταγα μέχρι που η σάσα τον σταμάτησε "φτάνει τόσο! Θα πεθάνει αν συνεχίσεις". Ο μάκης σηκώθηκε απρόθυμα. Σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης του το στόμα του. Γύρισε και κοίταξε τη σάσα. Χαμογελούσε ικανοποιημένη. Ένιωθε κι αυτός μια παράξενη ευφορία και …μια βαριά ενοχή. Ξανακοίταξε την κοπέλα να σιγουρευτεί ότι αναπνέει. Η ευφορία έγινε αγωνία. Ο μάκης είχε κάνει το πρώτο βήμα μέσα στον πιο αναπάντεχο εφιάλτη, έναν εφιάλτη που θα κρατούσε "για πάντα" …
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Πέμ Νοέμ 25, 2004 2:29 pm

Όλες οι ταινίες τρόμου συναινούν στο ίδιο : για να μπορέσεις να σωθείς πρέπει να είσαι παρθένος ή να μην ξεμυτίσεις από την παρέα σου. Ο Μενέλαος ήταν χαμένος από χέρι …

Απόδιωξε τις μαύρες σκέψεις από το κεφάλι του ανασαίνοντας βαθιά. Στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε το μονοπάτι μπροστά του. Ήταν στενό και σκεπασμένο με καφετιά φύλλα από τις γύρω καστανιές. Δεξιά κι αριστερά τα αγκάθια των βάτων έδειχναν να ορέγονται το τζην του. Θα έπρεπε να ταχύνει το βήμα του αν ήθελε να φτάσει όσο είχε ακόμα φως. ʼρχισε πάλι να περπατάει προσπαθώντας να διατηρήσει ένα γρήγορο ρυθμό. Ο παππούς του τον είχε προειδοποιήσει για αυτή την περιοχή όταν του εμπιστεύτηκε τον χάρτη, "τις νύχτες συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Μείνε όλο το βράδυ μέσα στη σπηλιά! Μην βγεις στο μονοπάτι ό,τι κι αν ακούσεις! Τα διαολεμένα τα τελώνια, που φυλάνε τον θησαυρό είναι παμπόνηρα". Βέβαια, ποτέ δεν τα πίστεψε όλα αυτά, αλλά ο παππούς του, ο μπάρμπα-Μένιος ήταν κατηγορηματικός. Τον είχε βάλει μάλιστα να του ορκιστεί ότι θα κάνει ακριβώς ότι του είπε, αλλιώς να έδινε τον χάρτη στον ξάδερφό του. Ο Μενέλαος είχε υποσχεθεί και τώρα που ο μπάρμπα-Μένιος έμενε στη μόνιμη διεύθυνση "τρίτος τάφος δεξιά" αισθανόταν άσχημα να τον παρακούσει. Στο κάτω κάτω θα μπορούσε να αφήσει τον χάρτη μέσα στο συρτάρι και να μην επιχειρήσει ποτέ αυτό το ταξίδι. Θα έλεγε κι αυτός ιστορίες στα παιδιά του και κάποια στιγμή θα παρέδιδε τον χάρτη και θα τελείωνε το θέμα. Όμως ο μπάρμπα-Μένιος είχε διαλέξει σωστά. Το μυαλό του Μενέλαου ήταν ανήσυχο κι η καρδιά του διψούσε για νέες συγκινήσεις. Αυτό που μετρούσε περισσότερο δεν ήταν ο ξεχασμένος θησαυρός αλλά το ταξίδι αυτό καθεαυτό. Όταν είχε ρωτήσει τον μπάρμπα-Μένιο γιατί δεν τον κουβάλησε αυτός τον θησαυρό, παρά τον άφησε κρυμμένο στη σπηλιά πίσω από τον μικρό καταρράχτη, ο μπάρμπα-Μένιος αρνήθηκε να του απαντήσει. "Η σιωπή είναι το τίμημα, αγόρι μου. Όταν θα δεις, θα καταλάβεις …". Ήξερε τον τρόπο να του φουντώνει την περιέργεια, ποτέ δεν του έλεγε συγκεκριμένα πράγματα κι άφηνε πάντα ένα μυστήριο να αιωρείται σαν συννεφάκι σκίτσου.

Έψαχνε, λοιπόν, για ένα θησαυρό που δεν ήξερε τι ήταν, αν μπορούσε να τον κουβαλήσει, αν μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει, αν άξιζε πραγματικά τον κόπο. Το μόνο που ήξερε ήταν πως θα πάει. Ο χάρτης, αν και πρόχειρα σχεδιασμένος στο χέρι, ήταν λεπτομερέστατος! Και το πιο απίθανο από όλα ήταν ότι μετά από τόσα χρόνια όλα τα σημάδια ήταν εκεί, ευκρινή, λες και περίμεναν τον κάτοχο του χάρτη! Όποιος και να τον είχε σχεδιάσει, θα πρέπει να είχε περάσει μέρες ολόκληρες μέσα σε αυτό το δάσος παρατηρώντας και καταγράφοντας. Ούτε ο μπάρμπα-Μένιος ήξερε ποιος ήταν ο δεξιοτέχνης χαρτογράφος. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι αυτός ήταν ο πέμπτος κατά σειρά κάτοχος του χάρτη και ο δεύτερος που είχε φτάσει μέχρι τον καταρράχτη. Δηλαδή ο Μενέλαος έπρεπε ως τρίτος ταξιδιώτης να εκπληρώσει τον τελικό στόχο : κατοχή του θησαυρού πάση θυσία. Γέλασε λίγο με τον τρόπο που σκέφτηκε την αποστολή του κι αυτό του έδωσε κουράγιο. Εξάλλου, σύμφωνα με τον χάρτη, είχε κάτι λιγότερο από δυο χιλιόμετρα ακόμα, οπότε σύντομα θα έφτανε στη λιμνούλα. Τελικά, φαινόταν ότι θα πρόφταινε το σκοτάδι …

Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει καθώς έβγαινε από την τελευταία στροφή του μονοπατιού και το θέαμα του έκοψε την ανάσα. Μπροστά του στεκόταν νωχελική μια μικρή λίμνη που τα χρώματα του δειλινού την έκαναν να μοιάζει περισσότερο με ένα τάσι γεμάτο κρασί. Γύρω της υψώνονταν βράχια σχεδόν κατακόρυφα και στ' αριστερά του ο καταρράχτης. Στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα ρυάκι που είχε χάσει τον δρόμο του κι έτσι ο θόρυβος δεν ήταν αρκετός για να καλύψει τα αηδόνια που μόλις είχαν αρχίσει το τραγούδι τους. Έβγαλε το φακό του για να μπορέσει να σκαρφαλώσει μέχρι την είσοδο της σπηλιάς. Ο χάρτης έδειχνε κάποια σκαλοπάτια, αλλά το μόνο που υπήρχε ήταν εσοχές στο βράχο που ίσα ίσα χωρούσαν τα άρβυλά του. Με το φακό στερεωμένο στα δόντια ανέβηκε προσεκτικά. Η είσοδός της ήταν χαμηλή, γεγονός που τον ανάγκασε να συρθεί με τα γόνατα.

Η σπηλιά ήταν ένα ευρύχωρο στρογγυλό δωμάτιο με αμμώδες πάτωμα και για μεγάλη του έκπληξη χωρίς ίχνος υγρασίας. Δεξιά από την είσοδο ο διαβρωμένος τοίχος της σπηλιάς ήταν η πόρτα που έβλεπε στον καταρράχτη. ʼφησε το σακίδιο του κάτω και πλησίασε. Το σκοτάδι είχε ήδη πέσει. Η μικρή φέτα του φεγγαριού ήταν αδύναμη να φωτίσει τη λίμνη. Δεν το είχε σκεφτεί καλά. Έπρεπε να είχε προγραμματίσει το ταξίδι για μια μέρα με γεμάτο φεγγάρι … θα ήταν εκπληκτικό το τοπίο από δω πάνω!, σκέφτηκε κι υποσχέθηκε στον εαυτό του να ξαναγυρίσει κάποτε σε αυτό τον ξεχασμένο παράδεισο.

Έψαξε με τον φακό του γύρω στη σπηλιά μα δε βρήκε ούτε ίχνος από τον θησαυρό. Χαμογέλασε με τη φάρσα που του είχε σκαρώσει ο μπάρμπα-Μένιος. Δεν του κρατούσε κακία, ούτε θεωρούσε τον εαυτό του θύμα. Ήταν ελάχιστοι αυτοί που είχαν την τύχη να δουν τέτοια μέρη έστω και μια φορά στη ζωή τους. Ευγνωμοσύνη του χρωστούσε. Κουρασμένος από την πεζοπορία αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως μόλις ξάπλωσε στο χώμα. Κάθε προσπάθειά του να ακούσει κάποιο περίεργο ήχο από τα "τελώνια-φύλακες" ναυάγησε μέσα σε ένα βαθύ κύμα ύπνου.

Το πρωινό του ξύπνημα συνοδεύτηκε από ένα ήρεμο χαμόγελο που είχε καθίσει αναπαυτικά στα χείλια του. Πλησίασε τον καταρράκτη και γέμισε τις παλάμες του νερό. Το έριξε στο πρόσωπό του κι ένιωσε την κρυστάλλινη υφή του να απλώνεται σε όλο του το σώμα και να φωτίζει με μια αναζωογονητική διαύγεια το μυαλό του. Πλησίασε το σάκο του κι έβγαλε ένα πακέτο μπισκότα. Κάθισε και κοίταζε το νερό που έπεφτε λίγα μέτρα μακριά του, τρώγοντας με όρεξη. Καθώς ό ήλιος ανέβαινε, το φως του περνούσε μέσα από το νερό κι άνοιγε μια πολύχρωμη βεντάλια. Το μικρό κομμάτι από το αχνό ουράνιο τόξο του έφερε στο νου τα παραμύθια του μπάρμπα-Μένιου. Οι νάνοι έκρυβαν τους θησαυρούς τους και σφήνωναν στο χώμα την άκρη από ένα ουράνιο τόξο σαν σημάδι. Η σκέψη του ήταν παιδιάστικη, μα μήπως κι όλο αυτό το ταξίδι παιδιάστικο δεν ήταν? Αν και η λογική του αντιδρούσε, ο Μενέλαος την αγνόησε. Το μικρό παιδί, που άκουγε με μάτια ορθάνοιχτα τις διηγήσεις του μπάρμπα-Μένιου, είχε ήδη αποφασίσει.

Σηκώθηκε και προχώρησε προς τον καταρράχτη. Προέκτεινε νοερά το ουράνιο τόξο και πλησίασε στο σημείο του βράχου που θα έφτανε η άκρη του. Ήταν εντελώς απίθανο και παράλογο να βρει εκεί, μέσα στον σκληρό βράχο, τον κρυμμένο θησαυρό, αλλά δεν είχε να χάσει και τίποτα. Ψαχούλεψε την επιφάνεια του βράχου χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Συνέχισε με επιμονή επεκτείνοντας την επιφάνεια που ερευνούσε. Τίποτα. Τίποτα απολύτως. Απομακρύνθηκε απογοητευμένος. Ακούμπησε την πλάτη του στον απέναντι τοίχο και βάλθηκε να εξετάζει με το βλέμμα κομματάκι κομματάκι τον βράχο. Και τότε το είδε! Λίγο πιο ψηλά ένα τετράγωνο περίκλειε μια εντελώς λειασμένη επιφάνεια! Αυτό ήταν δεν μπορεί να ήταν μια παραξενιά της φύσης, φώναζε ότι ήταν έργο ανθρώπινο. Έτρεξε με λαχτάρα προς τα εκεί. Με τα δάκτυλά του τράβηξε το πέτρινο πλακάκι και … ένα διπλωμένο χαρτί μέσα σε μια διάφανη ζελατίνα. Ο θησαυρός? Ένας νέος χάρτης? Έβγαλε το χαρτί από τη ζελατίνα και το άνοιξε. Ένα γράμμα!

"Αγαπητό μου παιδί,
Χαίρομαι που θυμήθηκες όλα όσα σου είχα πει και τα ακολούθησες πιστά. Σου ζητώ συγνώμη που σε παραπλάνησα μιλώντας σου για θησαυρό, αλλά πάντα πίστευα ότι το κέρδος δεν αφήνει αδιάφορο κανένα. Πάντως θα σου εκμυστηρευτώ κάτι πολυτιμότερο από ό,τι κι αν περίμενες να βρεις εδώ. Όταν έφτασα σε αυτή τη σπηλιά βρήκα στο ίδιο σημείο ένα άλλο γράμμα που όμως είχε φθαρεί και το μελάνι του είχε ξεθωριάσει. Με μεγάλη προσπάθεια κατάφερα να το διαβάσω κι αποφάσισα ότι θα πρέπει να προφυλάξω το μήνυμά του. Έτσι, σου γράφω αυτή τη στιγμή. Ελπίζω ότι με το πλαστικό που έβαλα γύρω του θα αντέξει στο χρόνο. Και ιδού ο θησαυρός, όπως περίπου τον βρήκα κι εγώ :

Ο τόπος ετούτος δεν υπήρχε πριν από μένα, ήταν ένα κατάξερο κι άγονο βουνό. Τον δημιούργησα μέσα στο μυαλό μου με πολλά χρόνια δουλειάς, προσθέτοντας καθημερινά μικρές λεπτομέρειες. Για να μην τις ξεχνάω άρχισα να τις βάζω σε ένα χάρτη. Όταν ολοκληρώθηκε ο χάρτης αποφάσισα να δω αν όντως τα είχα καταφέρει. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Κι αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι αν κι ο υπόλοιπος κόσμος δημιουργήθηκε κάπως έτσι. ʼραγε θα παραμείνει έτσι κι όταν δεν θα υπάρχω πια ή είμαστε τελικά μικρότεροι από τα έργα μας? Θα μπορούσαν να τον δουν κι άλλοι ή τον βλέπω επειδή νομίζω ότι υπάρχει? Ίσως αν έφερνα κάποιους φίλους για να μου πουν τι βλέπουν αυτοί, να έβρισκα τις απαντήσεις. Όμως πώς να τους εξηγήσω τι έκανα? Κι αν όντως αυτός ο κόσμος είναι υπαρκτός τι αγωνίες θα τους φύτευα στην ψυχή τους? Κι αν είναι μόνο στη φαντασία μου? Σίγουρα θα καταλήξω σε κάποιο ίδρυμα, αφήνοντας στην οικογένειά μου ντροπή και φτώχεια. Όχι, δεν μπορώ να το πω στον κόσμο. Μάλλον ποτέ δε θα μάθω την αλήθεια. Αφήνω όμως αυτές τις σκέψεις μου, ώστε εσύ να ξέρεις την αλήθεια. Αν δεν είμαι έρμαιο της φαντασίας μου κι αυτός ο κόσμος είναι πραγματικός, αφήνω σε σένα να επιλέξεις τι θα κάνεις μετά. Αν αποφασίσεις τη σιωπή, δώσε τον χάρτη σε κάποιον της εμπιστοσύνης σου, σε κάποιον που ίσως βρει το θάρρος να υποστεί τις συνέπειες μιας τέτοιας αποκάλυψης.

Κι αυτό κάνω τώρα. Θα σου δώσω τον χάρτη και θα προσπαθήσω να σου δώσω όλα τα στοιχεία ώστε να βρεις αυτό το γράμμα. Συγχώρα με που δεν έχω το θάρρος να αποκαλύψω αυτό το μυστικό και σου φορτώνω την ευθύνη. Κάνε ό,τι νομίζεις.

Υ.Γ. Επειδή κι εγώ δυσκολεύτηκα να τα πιστέψω όλα αυτά, έκανα μια δοκιμή. Πρόσθεσα τη λίμνη. Όταν πρωτοήρθα ο καταρράχτης χανόταν μέσα σ' ένα κοίλωμα του βράχου – όταν κατέβεις μπορείς να το δεις – το διόρθωσα όμως στον χάρτη. Πριν αποφασίσεις, σου προτείνω να δοκιμάσεις κι εσύ. Καλή τύχη δημιουργέ!"

Ο Μενέλαος έμεινε με το στόμα ανοικτό. Ναι, ο γραφικός χαρακτήρας ήταν σίγουρα του παππού του, όμως όλα αυτά ήταν εντελώς αφύσικα. Παράλογα. Πως είναι δυνατόν να δημιουργείται έτσι ο κόσμος? Δλδ όλοι οι νόμοι της φύσης ήταν τόσο εύκολα προσπελάσιμοι? Στάθηκε αμήχανος μπροστά στο νερό. Κοίταξε ένα γύρω. Το δάσος, η λίμνη, οι απόκρημνοι βράχοι ήταν πραγματικοί! Κι όμως του έλεγαν να πιστέψει ότι αναδύθηκαν μέσα από τα οράματα κάποιου άγνωστου. "Να δοκιμάσεις" έλεγε, μα τι να δοκιμάσει?

ʼνοιξε τον χάρτη και τον παρατήρησε. Τι θα μπορούσε να προσθέσει? Πήρε ένα στυλό από το σακίδιό του κι άρχισε να τον κτυπάει ρυθμικά πάνω στο χαρτί. Έκλεισε τα μάτια κι αφουγκράστηκε. Ο θόρυβος του τρεχούμενου νερού και τίποτα άλλο. Τινάχτηκε και πάλι στον καταρράχτη. Κοίταξε κάτω την ήσυχη λίμνη. Ναι! ένα ζευγάρι κάτασπρες χήνες θα συμπλήρωναν την εικόνα! Τις σκέφτηκε να περιδιαβαίνουν τη λίμνη και να ξεσηκώνουν τον κόσμο με τις φωνές τους. Γέλασε ευχαριστημένος κι άρχισε να σχεδιάζει πάνω στον χάρτη. Μόλις τελείωνε θα επιβεβαίωνε ότι χήνες δεν υπάρχουν πουθενά και θα έφευγε ανάλαφρος.

Το σκίτσο του δεν ήταν και ιδιαίτερα επιτυχημένο, αλλά αυτό δεν τον πτόησε. Δίπλωσε και πάλι τον χάρτη. Φύλαξε το γράμμα στη θέση του και με τον σάκο του στην πλάτη ξεκίνησε για τον δρόμο του γυρισμού. Κατέβηκε προσεκτικά τα "σκαλοπάτια" και στάθηκε για λίγο μπροστά στη λίμνη. Ούτε ίχνος από χήνες, ούτε καν ένα πούπουλο. Ανακουφισμένος στράφηκε στο μονοπάτι. Μετά την πρώτη στροφή κι έχοντας χάσει την οπτική επαφή με τη λίμνη άκουσε κρωξίματα. Έκανε μεταβολή πανικόβλητος και γύρισε τρέχοντας πίσω. Στη μέση της λίμνης "ένα ζευγάρι κάτασπρες χήνες ξεσήκωναν τον κόσμο με τις φωνές τους" ….
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Δευτ Φεβ 21, 2005 7:26 pm

Ήταν η πέμπτη μέρα που ξυπνούσε από το ίδιο όνειρο.

Ανακάθισε στο κρεβάτι του λουσμένος στον ιδρώτα από την αγωνία. Το όνειρο δεν είχε τίποτα τρομαχτικό, αλλά κάθε φορά τον έπιανε η ίδια ταχυπαλμία. Δεν μπορούσε πια να καθησυχάζει τον εαυτό του λέγοντας ότι είναι σύμπτωση. Ήταν η πέμπτη μέρα κι ήταν καιρός να κάνει κάτι.

Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι δίπλα του. Επί πέντε συνεχείς μέρες δεν προλάβαινε να χτυπήσει. Το όνειρο τον σήκωνε μια ώρα πριν τις εφτάμιση. Το έκλεισε και σηκώθηκε σκεφτικός. Τι θα μπορούσε να κάνει? Ίσως μια επίσκεψη σε ένα ψυχολόγο. Θα μπορούσε να απευθυνθεί και σε κάποιο μέντιουμ ή μάγο, αλλά και μόνο στην ιδέα, έπιανε τον εαυτό του να τον ειρωνεύεται. Ποτέ δεν είχε καταφέρει να πιστέψει όλα αυτά τα άμπρα κατάμπρα. Θα προτιμούσε τον ψυχολόγο.

Ετοίμασε μια κούπα ζεστό καφέ και τράβηξε τις κουρτίνες πίνοντας την πρώτη γουλιά. Η βροχή είχε επιτέλους σταματήσει. Η μέρα ξημέρωνε ιδανική για ένα περίπατο. Ήταν μια ευκαιρία να περπατήσει μέχρι τη δουλειά, αφού είχε ολόκληρη ώρα στη διάθεσή του. Η καθημερινή του προετοιμασία τελείωσε πολύ πιο γρήγορα από ότι συνήθως. Δεν περίμενε το ασανσέρ. Κατέβηκε τα σκαλιά σχεδόν τρέχοντας.

Τα πρώτα βήματά του έξω από το σπίτι τον έκαναν να αναθαρρέψει. Το βάρος από την επιμονή του ονείρου είχε αρχίσει να αλαφρώνει, να λιώνει. Περπατούσε σχεδόν χαμογελαστός χωρίς να προσέχει γύρω του, είχε όμως έντονη την αίσθηση ότι κάποιος τον ακολουθούσε. Λίγο πριν φτάσει στη δουλειά του σταμάτησε και κοίταξε ένα γύρω. Δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο μέχρι να ξεχωρίσει δυο μάτια καρφωμένα πάνω του.

Ήταν όμορφη. Την πλησίασε.
- με παρακολουθείς?
Δεν του απάντησε. Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και του χάρισε ένα σαγηνευτικό χαμόγελο.
- θα μου πεις γιατί?
- σου φέρνω ένα μήνυμα
- μήνυμα? για μένα? από ποιον?
- ναι.
- και τι λέει το μήνυμα?
- άνοιξε το παράθυρο
- και ποιος …
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Ήδη η πλάτη της κοπέλας ήταν αρκετά μέτρα μακριά του. Ο κόσμος έχει παλαβώσει τελείως, σκέφτηκε. Ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα και στράφηκε στην αρχική του πορεία. "άνοιξε το παράθυρο", μα ποιο παράθυρο? Εννοούσε στο σπίτι του, στο γραφείο του? Ανατρίχιασε ολόκληρος! Στο όνειρο! Εννοούσε στο όνειρο!

Κάθε βράδυ έβλεπε τον εαυτό του να σηκώνεται από το κρεβάτι ενός άγνωστου δωματίου και να πλησιάζει ένα περίεργο ροζ μωβ φως σαν από λάμπα νέον που ξεχυνόταν με τη δύναμη προβολέα από το παράθυρο. Ξυπνούσε απότομα καθώς έπιανε με την άκρη του ματιού του τα πάντα γύρω του να είναι σε απαλές αποχρώσεις του γκρι.

Ώστε αυτό το παράθυρο έπρεπε να ανοίξει! Μα πως? Πως ήξερε η κοπέλα για το όνειρο? Ποιος την είχε στείλει? Μήπως ήταν μια τυχαία σύμπτωση? Μα τόσο τυχαία? Μάλλον απίθανο! Δεν είχε παρά να δοκιμάσει να ανοίξει το παράθυρο. Ίσως αυτός ήταν ο δρόμος για να βρει τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα … ίσως είχε αρχίσει να γίνεται παράλογος … ίσως να γλίτωνε από το όνειρο … ίσως και να μην συνέβαινε τίποτα.

Η μέρα κύλησε πολύ κουραστικά, αφού τα λόγια της κοπέλας στριφογύριζαν συνέχεια στο νου του. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν να γυρίσει σπίτι του, να ξαπλώσει και να ξαναδεί το όνειρο. Το βράδυ είχε προχωρήσει, όμως η υπερένταση δεν τον άφηνε να αποκοιμηθεί. Έκλεισε τα μάτια του αποφασισμένος.

Ένιωσε το παράξενο φως να μπαίνει στο δωμάτιο. Άνοιξε τα μάτια του και το είδε. Μα … !!! Μα δεν είχε κοιμηθεί ακόμα !!! Σηκώθηκε από το κρεβάτι στο άγνωστο δωμάτιο και πλησίασε το παράθυρο. Άκουγε την καρδιά του να χτυπάει όλο και πιο δυνατά, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να ξυπνήσει. Άνοιξε το παράθυρο. Το παράξενο φως τον αγκάλιασε. Πέρασε μέσα του. Για μια στιγμή ένιωσε ότι ο ίδιος ήταν το φως. Λιποθύμησε.

Ανέκτησε τις αισθήσεις του. Βρισκόταν στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Τα χέρια του και τα πόδια του ήταν δεμένα με δερμάτινα λουριά στο κρεβάτι. Προσπάθησε να δει γύρω του ανασηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι του. Μια γυναίκα τον πλησίασε. Δεν ήταν νοσοκόμα, ήταν η κοπέλα! Η κοπέλα με το μήνυμα!
-τι παιχνίδι είναι αυτό? Λύσε με αμέσως!
-ησύχασε. Σύντομα θα λυθείς … αμέσως μόλις θυμηθείς ποιος είσαι
-μα ξέρω ποιος είμαι!!! Είμαι ο … οοοο …
Η κοπέλα τον κοίταξε δύσπιστα. Αυτός σιώπησε απογοητευμένος. Του χάιδεψε τα μαλλιά παρηγορητικά και βγήκε από το δωμάτιο.

-συνήλθε?
-όχι ακόμα. Αρνείται πεισματικά να δεχτεί την πραγματικότητα
-φαινόταν από την αρχή ότι ήταν δυνατός…
-ναι, χρειάστηκε να μπω στον κόσμο. Σπάνια συμβαίνει αυτό. Συνήθως οι δραπέτες αιχμαλωτίζονται άμεσα χωρίς υλικές εμφανίσεις
-συνήθως τους αιχμαλωτίζεις άμεσα, θέλεις να πεις. Όλοι γνωρίζουν ότι είσαι η καλύτερη κυνηγός.
-ίσως. Σίγουρα όμως δεν είμαι η καταλληλότερη για τη διαδικασία της αποκατάστασης … δεν κατάφερα να βρω κάτι πέρα από το σκηνικό του ψυχιατρείου.
-Δεν έχει σημασία, αρκεί να επανέλθει. Του μίλησες?
-μα τι να του πω? Πώς να με πιστέψει?
-δίκιο έχεις. Πέντε μέρες στον κόσμο είναι πολλές
-και μην ξεχνάς ότι από την πρώτη μέρα είχε υλική υπόσταση. Πέντε μέρες σαν άνθρωπος!… Πολύ φοβάμαι ότι ακόμα κι όταν επανέλθει, θα υπάρχουν στιγμές που θα αμφιβάλλει αν είναι πράγματι ένα απλό όνειρο …
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό pertri » Δευτ Φεβ 21, 2005 7:47 pm

πού πάν' τα όνειρα όταν γεράσουν;
:roll:
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Δευτ Μάιος 09, 2005 12:48 pm

Το κρύο είχε πάψει να τον ενοχλεί από ώρα. Τα πόδια του είχαν μουδιάσει τόσο πολύ που δεν ένιωθε τίποτα πια. Τώρα ο πόνος ερχόταν μέσα από το μυαλό του, από την επιμονή της σκέψης "από λεπτό σε λεπτό θα πεθάνω".

Ποτέ ως εκείνη την στιγμή δεν είχε περάσει από το μυαλό ο θάνατος. Ήταν νέος, δυνατός, υγιής. Η ζωή ανοιγόταν μπροστά του πολύχρωμη και έντονη χωρίς καμιά σκιά. Δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί ότι κάπου έκρυβε ένα τέλος … κι όμως είχε έρθει η ώρα που έβλεπε το τέλος ολοκάθαρα μπροστά του.

Ένιωσε δυστυχισμένος. Όχι γιατί χανόταν, αλλά γιατί αισθάνθηκε προδομένος από τον εαυτό του. Τόσα χρόνια ήταν τυφλός! Δεν μπορούσε να δει τίποτα πέρα από την εφήμερη ηδονή, που την κυνηγούσε με μανία. Η ματαιότητα της ζωής του έσφιγγε σα θηλιά το λαιμό του και τον έπνιγε. Δάκρυσε. Ήταν ανίκανος να κάνει οτιδήποτε κι όμως ήταν η πρώτη φορά που θα μπορούσε να κάνει πραγματικά κάτι. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε. Θυμήθηκε τη χαρά του όταν αγόρασε το πρώτο του μηχανάκι … κι ύστερα η απρόσμενη επιτυχία στη δουλειά … το γρήγορο αυτοκίνητο … οι γυναίκες ... Που ήταν τώρα αυτή η χαρά? Που είχε κρυφτεί η ζεστασιά των γυναικείων κορμιών που είχαν τυλιχτεί γύρω του? Πως μύριζαν? Ποια ήταν η γεύση του τσιγάρου? του αγαπημένου του φαγητού? … τίποτα! Σα να είχε αδειάσει από μνήμες. Σα να μην είχε ζήσει ποτέ.

Κοίταξε γύρω του. Παντού σκοτάδι. Η θάλασσα έσμιγε με τα σύννεφα του ουρανού πάνω στον αφαλό της νύχτας. Παντού σιωπή. Αυτό τον τρόμαζε πιο πολύ από όλα, η σιωπή. Ήταν ολομόναχος μέσα σε ένα απέραντο ήρεμο τίποτα. Τουλάχιστον όσο κρατούσε η καταιγίδα ήταν σε εγρήγορση. Η έντονη προσπάθεια να σώσει το σκάφος του κι ύστερα να κρατήσει το σώμα του πάνω από τα κύματα δεν του άφηνε περιθώρια να σκεφτεί τίποτα άλλο. Ήταν απόλυτα συγκεντρωμένος στον στόχο του. Όμως τώρα τα πάντα ήταν ήσυχα. Θα μπορούσε να είχε ήδη πεθάνει και να μην το έχει καταλάβει. Η σκέψη αυτή γλίστρησε στη ραχοκοκαλιά του κι τον έκανε να αναρριγήσει. Χαμογέλασε πικρά. "κι όμως! ζω ακόμα …", μονολόγησε.

Ο ήχος της φωνής του άναψε μέσα του μια σύντομη φωτοβολίδα. Ίσως και να μην είχαν τελειώσει όλα. Προσπάθησε να σκεφτεί λογικά. Που να βρισκόταν άραγε? Η καταιγίδα τον είχε βρει νότια του ʼθως. Πόσο είχε κρατήσει? Δυο ώρες? Τρεις? Πόσο τον είχε απομακρύνει από την ρότα του? Προς τα πού τον είχε οδηγήσει? Πόση ώρα ήταν μέσα στο νερό? Δεν μπορούσε να υπολογίσει τίποτα. Τα άστρα ήταν ακόμα κρυμμένα πίσω από σκούρα σύννεφα. Αλλά και να κατάφερνε να βρει που είναι τι θα κέρδιζε? Δεν είχε δυνάμεις να κολυμπήσει. Οπότε? Τι πιθανότητες είχε να τον βρει κάποιος? Μάλλον καμιά … ίσως μια ελάχιστη? Ίσως???? … ίσως …

Αν ήταν τυχερός θα είχε μια δεύτερη ευκαιρία. Ήταν όμως? Σε αυτά τα τριάντα οκτώ του χρόνια η τύχη ήταν πάντα με το μέρος του … τουλάχιστον αυτό έλεγαν όλοι γύρω του. Πόσοι όμως από αυτούς θα συνέχιζαν να πιστεύουν το ίδιο αν τον έβλεπαν σε αυτή την κατάσταση? Και ποια ήταν πραγματικά η τύχη που υποτίθεται ότι τον υποστήριζε? Εντάξει, είχε κάνει μια περιουσία από το τίποτα σε σύντομο χρονικό διάστημα και μάλιστα χωρίς ατιμίες. Είχε δουλέψει όμως πολύ σκληρά και μόλις τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να απολαμβάνει τους καρπούς σχεδόν είκοσι χρόνων δουλειάς. Μπορεί να είχε εκμεταλλευτεί τη συγκυρία που του παρουσιάστηκε, αλλά δεν ήταν ο μόνος που την είχε δει. Ίσως ήταν ο πιο τολμηρός. Είχε παρατήσει αμέσως την υπαλληλική δουλειά του, όπου θα είχε μια σίγουρη και σταθερή εξέλιξη, είχε χρεωθεί παντού για να μαζέψει το κεφάλαιό του και είχε ξεχάσει τι θα πει ξεκούραση και διακοπές για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Σπουδαία τύχη!

Το "ίσως" της σωτηρίας του είχε αρχίσει να ξεθωριάζει και όλες αυτές οι σκέψεις τον κούραζαν ακόμα πιο πολύ. Αυτό που πραγματικά επιθυμούσε ήταν να αφεθεί σε ένα γλυκό ύπνο … να πεθάνει ενώ θα ονειρευόταν, ήρεμα, χωρίς καμιά αγωνία. Αγωνία? Αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν ένιωθε την παραμικρή αγωνία για τον επερχόμενο θάνατό του. Το είχε αποδεχτεί ή δεν μπορούσε ακόμα να το πιστέψει? Δεν ήταν σίγουρος. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού προερχόταν αυτή η απάθεια που τον είχε κυριεύσει. Ήταν ενοχλητικό αλλά ήταν υποχρεωμένος να το δεχτεί : δεν έχανε τίποτα. Δυστυχώς δεν είχε τίποτα για να το χάσει. Τα χρήματα του ήταν εντελώς άχρηστα εκεί που βρισκόταν. Ούτε καν θυμόταν τις απολαύσεις που είχε γευτεί. Και το χειρότερο? ήταν μόνος. Ολομόναχος. Κανείς δεν τον περίμενε. Από κανένα δεν θα έλειπε. Κανείς δεν θα τον έψαχνε. Κανείς?

Ο νους του πήγε στην ʼννα. Ναι! Η ʼννα θα τον αναζητούσε κάποια στιγμή. Ήταν ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο είχε κρατήσει μια επικοινωνία, έστω και τυπική. Ξαφνικά ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η ʼννα! Μα πόσο ηλίθιος είχε σταθεί?!! Γιατί είχε χωρίσει με την ʼννα? Ήταν η μόνη που τον είχε αγαπήσει πραγματικά. Η μόνη, αλλά … αλλά ήταν ηλίθιος! Βλάκας! Βλάκας! Βλάκας! Την είχε αφήσει για τα κοριτσόπουλα με εμφάνιση μοντέλου, που πρόθυμα τον συντρόφευαν για λίγες μέρες, όταν καταλάβαιναν ότι είχε διάθεση να ξοδέψει πολλά για αυτές. Δώδεκα χρόνια είχε σταθεί δίπλα του η ʼννα, σε όλες τις δύσκολες στιγμές και τον είχε βοηθήσει ακόμα και στη δουλειά του κι αυτός … Ναι! Τελικά ήταν τυχερός! Αφού είχε συναντήσει την ʼννα ήταν σίγουρα τυχερός! Μπορεί να ήταν ηλίθιος, αλλά ήταν ένας τυχερός ηλίθιος!

Αναθάρρεψε. Πόσο θα ήθελε να τη δει! να μπορέσει να της ζητήσει συγνώμη, να την αγκαλιάσει! Ένα ζεστό κύμα αναδεύτηκε κάτω από το στέρνο του και άπλωσε ένα μακάριο χαμόγελο στα χείλια του. Η αγκαλιά της! Έκλεισε τα μάτια του κι απόλαυσε τη θύμησή της. Ήταν το απανέμι του. Όλες οι ηδονές ήταν εκεί, συγκεντρωμένες στην θαλπωρή μιας αγαπημένης αγκαλιάς. Η μυρωδιά του λαιμού της ήταν το σπίτι του. Γαλήνη! Θυμήθηκε το χάδι της στα μαλλιά του, τη γεύση του φιλιού της. Ένιωσε την παρουσία της παντού μέσα του και γύρω του. Η ʼννα ήταν η ζωή του. Η ʼννα ήταν αυτό που έχανε. Η ʼννα ήταν αυτό που τόσα χρόνια δεν μπορούσε να δει.

Μόλις είχε αποκτήσει ένα λόγο ύπαρξης. Ήθελε να ζήσει. Ήθελε την ʼννα. Προσπάθησε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του για να δοκιμάσει να κολυμπήσει. Ο πόνος στα πόδια του ήταν αφόρητος. Δεν μπορούσε όμως να αφεθεί τώρα. Όχι τώρα! Δεν ήθελε να πεθάνει. Κάτι έπρεπε να κάνει. Ξαναπροσπάθησε. Το σώμα του δεν τον υπάκουε. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και γρήγορα. Λαχταρούσε να ζήσει. Η αγωνία εμφανίστηκε με σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του. Η ταχυπαλμία αυξανόταν. Ο πόνος από τα πόδια απλώθηκε στο υπόλοιπο σώμα … του πίεζε τους πνεύμονες … δεν μπορούσε να ανασάνει! Με την τελευταία πνοή αέρα που του είχε απομείνει κραύγασε το όνομά της "ʼννααααααααααααααα" …

Το αλμυρό νερό κύλησε μέσα του. Σήκωσε το κεφάλι του σε μια ύστατη προσπάθεια να το αποφύγει. Όλος ο ουρανός ήταν τα μάτια της. Η θάλασσα έγινε η αγκαλιά της. Γαλήνη …
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Δευτ Αύγ 01, 2005 1:06 pm

Η καμπάνα χτυπάει. Είναι ώρα. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Ισιώνει την γραβάτα του. Παίρνει την ανθοδέσμη και ξεκινάει για την εκκλησία.
Σπιθίζουν τα μάτια του Διονύση. Στέκεται στα σκαλοπάτια και κοιτάζει γεμάτος λαχτάρα στη μεριά του δρόμου. Σε λίγο θα φανούν. Δεν έχει δει το νυφικό, όπως είναι το έθιμο, μα είναι σίγουρος πως θα 'ναι όμορφη, πολύ όμορφη. Τον πονάει η ομορφιά της.

Κάθε φορά που την έβλεπε ένιωθε να τρυπάνε το στομάχι του καυτές βελόνες. Βογκούσε από τον πόνο, μα τότε του χαμογελούσε και όλα περνούσαν. Έτρεμε ολόκληρος σε κάθε τους συνάντηση. Τον έκαιγε η λαχτάρα να την αγγίξει, να τη φιλήσει, να την σφίξει στην αγκαλιά του. Μα δεν τολμούσε να την εκθέσει. Το χωριό ήταν μικρό και τα μάτια διψασμένα για κουτσομπολιά. Της τα ψιθύριζε όλα αυτά καθώς περπατούσαν δίπλα δίπλα κι αυτή ακουμπούσε στα κλεφτά το χέρι της στο δικό του και τον κοίταζε με μια αγάπη γαλάζια σαν τον ανοιξιάτικο ουρανό.

Ένας χρόνος τυχαίων αγγιγμάτων και σιωπηλών υποσχέσεων έφερε εκείνη την Κυριακή που επιτέλους συναντήθηκαν μόνοι. Μετά την εκκλησία κι ενώ καθόταν με τους άντρες στο καφενείο, την είδε να περνά προς το αμπέλι του πατέρα της. Προφασίστηκε μια δουλειά κι έφυγε κατακόκκινος προς την αντίθετη κατεύθυνση για το σπίτι του. Βγήκε από το χωριό τρέχοντας κι έκανε κύκλο μέσα από τα χωράφια για να τη βρει. Έφτασε κοντά της γεμάτος ένταση. Κοιτάχτηκαν βαθιά μέσα στα μάτια κι αγκαλιάστηκαν σφιχτά μέχρι που τους κόπηκε η ανάσα. "Σ' αγαπώ", του είπε κι ένιωσε να χάνεται ο κόσμος γύρω του. "Απόψε κιόλας θα 'ρθω να σε ζητήσω από τον πατέρα σου!", της απάντησε και την ξανάσφιξε πάνω του. ʼκουσαν θόρυβο στο δρόμο. Έφυγε τρέχοντας και πάλι, κρατώντας στην καρδιά του ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο της και την φωνή της που του έλεγε "στις έξι …".

Στην αυλή της εκκλησίας έχει αρχίσει να μαζεύεται κόσμος. Βλέπει τα κεφάλια που γέρνουνε το ένα στο άλλο για να ακούσουν τα σιγοψιθυρίσματα. Έχει συνηθίσει τα κουτσομπολιά που σέρνει πίσω του σε κάθε βήμα του. Ένα ολόκληρο μήνα από εκείνη την Κυριακή είναι το μοναδικό θέμα συζήτησης σε κάθε παρέα. Δεν τον νοιάζει πια. Του αρκεί που σε λίγο η Αφροδίτη θα είναι δικιά του. Βουρκώνει και το νιώθει πως δεν είναι ο μόνος. Ο έρωτάς τους ο τόσο δυνατός και δύσκολος έχει συγκινήσει όλους στο χωριό.

Από το ίδιο βράδυ εκείνης της Κυριακής είχαν σταθεί στο πλευρό τους. Είχε φύγει άρον άρον από το σπίτι της Αφροδίτης μετά την άρνηση του πατέρα της και τα νέα πήγαιναν πιο γρήγορα από τα βήματά του. Μέχρι να φτάσει σπίτι του όλο το χωριό αναστέναζε καθώς μάθαινε τι είχε συμβεί. Στο δικό του μυαλό ήταν όλα συγκεχυμένα. Τα αδέρφια της που τον έσπρωχναν στην πόρτα, η Αφροδίτη σωριασμένη στο πάτωμα, ο ήχος του δίσκου που έπεσε από τα χέρια της στο άκουσμα του "όχι" του πατέρα της, το κάτασπρο πρόσωπό της … τυχαίες εικόνες και ήχοι χωρίς σειρά. Ένας ένας πέρασε το χωριό από το σπίτι της Αφροδίτης για να μεταπείσει τον πατέρα της. "Είναι νέος και άξιος", "καλύτερα ορφανός, δεν θα ταλαιπωρηθεί το κορίτσι με κακοπεθερικά", "το κτήμα του είναι μικρό, μα το φροντίζει", "αφού τον αγαπάει, ευτυχισμένη θα είναι". Μάταια. Κάθε βράδυ ακούγονταν και πιο έντονοι οι καυγάδες της οικογένειάς της. Κάθε μέρα φαινόταν και πιο σκοτεινό το βλέμμα της Αφροδίτης στα πρησμένα από τα κλάματα μάτια της. Ένας ολόκληρος μήνας απελπισίας χάθηκε σε μια στιγμή όταν ο μεγάλος αδερφός της χτύπησε την πόρτα του Διονύση ανάστατος "… ο πατέρας δεν ήθελε να ακούσει τίποτα … τον νίκησε όμως … δεν είχε άλλο τρόπο … καταλαβαίνεις?... αύριο στις πέντε θα την πάμε στην εκκλησία …"

Το σούσουρο στην αυλή γίνεται πιο έντονο μόλις μπαίνει η οικογένειά της. Την συνοδεύουν ο πατέρας και τα αδέρφια της σοβαροί και σκυθρωποί και λίγο πιο πίσω η μάνα της δακρυσμένη. Η Αφροδίτη μοιάζει με άγγελο μέσα στο λευκό της φόρεμα. Στις ξανθές τις μπούκλες τα διάσπαρτα κρινάκια κάνουν την εκκλησία να μυρίζει άνοιξη. Με την καρδιά του να χτυπάει σα τρελή ο Διονύσης την πλησιάζει και της δίνει την ανθοδέσμη. Στέκεται δίπλα της όσο ο παπάς ψέλνει. Χαμένος από την ταραχή τις ρίχνει κλεφτές ματιές και την καμαρώνει. Τα λίγα λεπτά ώσπου να χαιρετήσουν όλοι του φαίνονται αιώνας. Νιώθει πως θα σωριαστεί. Επιτέλους είναι δικιά του! Σκύβει και σπρώχνει μια μπούκλα από το πρόσωπό της. Ρουφά τα χείλια της με πάθος. Τυλίγει τα χέρια του γύρω της σε μια ασφυκτική αγκαλιά.

Νόμιζε πως θα τρελαθεί με τα λόγια του αδερφού της. Προσπάθησε να τακτοποιήσει τη σκέψη του. Είχε τόσα πολλά να ετοιμάσει! Έβγαλε το κουστούμι του και το άσπρο πουκάμισο από την ντουλάπα. Πήρε τις βέρες των γονιών του από το εικονοστάσι και τις έριξε στην τσέπη του σακακιού του. Μετρούσε τις ώρες μέχρι να ξημερώσει. Με την πρωινή δροσιά έκοψε τα πιο όμορφα μπουμπούκια από τις τριανταφυλλιές στον κήπο του. Τα έδεσε με μια κάτασπρη κορδέλα. Ξυρίστηκε και φόρεσε το κουστούμι του. Η αναμονή τον σκότωνε. Έπινε το φαρμάκι γουλιά γουλιά. ʼκουσε την καμπάνα. Ήταν ώρα.

Είναι τόσο όμορφη! Τόσο όμορφη! Ο γνώριμος πόνος στα σπλάχνα του επιστρέφει. Διπλώνεται στα δύο κάτωχρος. Ο πατέρας της Αφροδίτης τρέχει να τον πιάσει. "Τι έκανες?!!!", του φωνάζει, "όχι κι εσύ!". Ο Διονύσης ορθώνεται με δυσκολία . "Συγχώρα με" κραυγάζουν οι λυγμοί του πατέρα της, καθώς ο Διονύσης αφήνει την τελευταία του ανάσα πάνω στα παγωμένα χείλη της Αφροδίτης. Ένα ζευγάρι βέρες γλιστρούν πάνω στο άσπρο της φόρεμα και χάνονται μέσα στο φέρετρο …
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Παρ Οκτ 07, 2005 11:10 pm

Στάθηκε μπροστά στην πόρτα με χαμηλωμένο το κεφάλι. Ένιωσε την ανάγκη να τη χτυπήσει και να ζητήσει από τη Μαίρη να του ανοίξει. Δεν το έκανε. Ήξερε τις συνέπειες. Ο νόμος ήταν σαφής.

Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε στο σκάνερ. "Ταυτότητα ιδιοκτήτη επιβεβαιώθηκε" ακούστηκε η ηλεκτρονική θυρωρός και η πόρτα άνοιξε. Πέρασε μέσα άκεφος. Η Μαίρη το πρόσεξε.
-ʼργησες σήμερα. Συνέβη τίποτα?
-Όχι μην ανησυχείς, τίποτα. Απλά ήθελα να περπατήσω …
-Να περπατήσεις?! … Μα …

Δεν τελείωσε τη φράση της. Τον πλησίασε και πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του. Τον οδήγησε στον καναπέ. Κάθισε δίπλα του. Χάιδεψε τα μαλλιά του
-Θα μου πεις? …Ή προτιμάς να ακούσεις τα ευχάριστα πρώτα?
-Ευχάριστα?

Ναι, χρειαζόταν να ακούσει κάτι ευχάριστο. Την κοίταξε με προσμονή.
-Εγκρίθηκε η αίτησή μας!
-Ποια αίτηση?
-Μα τι έχεις σήμερα? Η αίτηση αναπαραγωγής! Μπορούμε να κάνουμε παιδί! Τ' ακούς? Παιδί!!!

Την αγκάλιασε σφιχτά. Ήθελε να ρουφήξει τη χαρά της, να τη νιώσει μέσα του κι αυτός. Δεν τα κατάφερε. Εκείνος ο άνθρωπος τριβέλιζε μέσα στο μυαλό του. Θυμόταν τη σπίθα στα μάτια του και κάτι τον ενοχλούσε αφόρητα. Κάτι … κάτι? Όχι, δεν ήταν κάτι αόριστο. Ήξερε πολύ καλά τι ήταν, μόνο που δεν μπορούσε να το παραδεχτεί. Ωραία, λοιπόν! Εντάξει. Τον ζήλεψε. Ναι! για μια στιγμή ζήλεψε εκείνη τη ζωντάνια που είδε να ξεπηδάει από τα μάτια του. Η Μαίρη ένιωσε την ταραχή του.

-Μήπως μετάνιωσες? Μήπως δεν θέλεις να …
-Όχι, αγάπη μου! Τι λες? Φυσικά και ΔΕΝ μετάνιωσα. Φυσικά και θέλω πάρα πολύ ένα παιδί! Εξάλλου, δεν είμαι χαζός. Ξέρω ότι ίσως είναι η μοναδική μας ευκαιρία. Είναι μάλλον απίθανο να μας ξαναδώσουν έγκριση. Δεν θα το ρισκάρουμε. Θα κάνουμε παιδί!
-Μα τότε τι συμβαίνει?
-Να … κάτι έγινε σήμερα στη δουλειά και …

Χαμήλωσε το κεφάλι. Δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Να της τα πει όλα? Ακόμη και …? Ναι! στο κάτω κάτω την αφορούσε κι αυτή αν … Αλλά αποκλειόταν κάτι τέτοιο. Αν ήταν έτσι, θα τον είχαν συλλάβει ήδη …
Αυτή η σκέψη του έδωσε θάρρος. Ναι! θα της τα έλεγε όλα!

-Ήταν λίγο πριν κλείσουμε. Το κατάστημα ήταν άδειο. Και τότε μπήκε. Πρέπει να ήταν πάνω κάτω στην ηλικία μας. 'Εριξε μια ματιά γύρω του και ήρθε στον δικό μου πάγκο. Δεν ξέρω γιατί σε μένα. Τώρα που το σκέφτομαι … ίσως επειδή τον κοίταζα από την ώρα που μπήκε. Ξέρεις … δεν ήταν διαφορετικός από τους υπόλοιπους, αλλά … νομίζω ήταν στα μάτια του κάτι … ένα φως, μια λάμψη, σα να ήταν πιο ζωντανός από τους υπόλοιπους. Με καταλαβαίνεις?

Η Μαίρη δεν καταλάβαινε, αλλά έγνεψε καταφατατικά.
-Ήταν ευγενικός. Με καλησπέρισε. Νομίζω είπε και κάτι σαν συγνώμη που ήρθε τελευταία στιγμή. Τον καθησύχασα και ρώτησα πως μπορώ να τον εξυπηρετήσω. Με είχε μαγνητίσει το βλέμμα του και δεν έδινα και μεγάλη σημασία στο τι ακριβώς έλεγε. Μιλούσε και μου εξηγούσε αλλά εγώ ήμουν αγκιστρωμένος στα μάτια του, εκείνη η λάμψη θαρρείς κι είχε κάτι απόκοσμο. Τώρα που το σκέφτομαι πρέπει να μου περιέγραφε μια γυναίκα. Οι εκφράσεις του ήταν παράξενες. Ένας χείμαρρος εικόνων. Σα να μιλούσε για ονειρικό τοπίο ήταν. Σα να μου διηγούταν ένα μακρινό ταξίδι … αλλά εγώ πάντα στα μάτια του. Ξέρεις? Νομίζω … εεε … τον ζήλεψα.

Γύρισε και κοίταξε τη Μαίρη ζητώντας απεγνωσμένα άφεση για το παράπτωμά του. Η Μαίρη τον κοίταζε με αγάπη … ίσως να μην τον πρόσεχε … ίσως το μυαλό της να ήταν πλημμυρισμένο με σχέδια για το παιδί. Όμως αυτό το βλέμμα της ήταν αρκετό. Τον παρηγορούσε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε

-Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος θα τον είχα σταματήσει. Φλυαρούσε. Αλλά εγώ δεν ήθελα να τελειώσει αυτή η συνάντηση. Χρειαζόμουν αυτό το φως των ματιών του. Όσο το κοίταζα νόμιζα ότι έπαιρνα κι εγώ ένα κομμάτι του ή μάλλον … αυτό, το φως, με έπαιρνε μαζί του σύντομα τελείωσε λέγοντας "καταλαβαίνετε λοιπόν ότι θέλω κάτι ξεχωριστό για αυτήν". Ήμουν αποσβολωμένος. Δεν μιλούσα. Τα μάτια του! Μόνο τα μάτια του με ενδιέφεραν! Μείναμε για λίγο σιωπηλοί. Διστακτικά με ρώτησε "σκέφτεστε τίποτα? γιατί εγώ κάτι έχω στο μυαλό μου …". Σε εκείνο το σημείο θα μπορούσα να του έχω κάνει μια πρόταση, να του πω οτιδήποτε, να τον σταματήσω από αυτό που θα μου έλεγε. Μα δεν μπορούσα να το φανταστώ! Δεν πήγε ο νους μου … Εκμεταλλεύτηκε τη σιωπή μου και το ξεστόμισε! Μου ζήτησε … εεε … μου ζήτησε το απαγορευμένο!

-Φαντάζομαι ότι χτύπησες συναγερμό ε? Λογικό, λοιπόν, να είσαι τόσο αναστατωμένος, του είπε η Μαίρη.
Τελικά τον παρακολουθούσε. Τα είχε ακούσει όλα κι όμως τον κοίταζε με αγάπη … ακόμα. Μήπως να σταματούσε εδώ? Μήπως να μην της έλεγε τίποτα άλλο? … όχι! Έπρεπε να συνεχίσει … το χρειαζόταν ο ίδιος και της χρωστούσε και τη συνέχεια …

-Όχι. Δεν χτύπησα συναγερμό. Του είπα ότι δεν μπορώ να τον εξυπηρετήσω και τον άφησα να φύγει.
-Τιιιιιιιιιι???? Καταλαβαίνεις τι έκανες??? Αν σε άκουγαν?
-Ναι, ΤΩΡΑ καταλαβαίνω, αλλά εκείνη τη στιγμή … Δεν μπορούσα να του το κάνω αυτό. Έπρεπε να δεις εκείνη τη λάμψη. Ήταν ζωντανός! Ευτυχισμένος! Ερωτευμένος! Δεν μπορούσα …
-Καλά, αγάπη μου. Ηρέμησε τώρα. Ξέχασέ τον. Έλα … έχουμε να ζήσουμε τη δική μας ευτυχία … ένα παιδί! Ε? τι λες? Ένα γλυκό μωρό δεν θα σου δώσει κι εσένα αυτή τη λάμψη που ζήλεψες?

Χαμογέλασε ανακουφισμένος. Ένα παιδί! Και μόνο στη σκέψη του άρχιζε ήδη να νιώθει τη ζωή να ανεβαίνει προς τα μάτια του … μόνο που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή η ανάβαση θα διαρκούσε τόσο λίγο …
Από εκείνο το βράδυ, κάθε μέρα γυρνούσε σπίτι του με την ίδια λαχτάρα : να του πει η Μαίρη ότι το τεστ γονιμοποίησης ήταν θετικό. Πέντε μέρες πέρασαν μέχρι να το ακούσει! Η Μαίρη τον αγκάλιασε και τον φίλησε!
-Είναι θετικό, αγάπη μου! Θα αποκτήσουμε παιδί! Είμαι πολύ χαρούμενη! Σ' ευχαριστώ!!!!! … και με συγχωρείς …
Με απορία είδε τη Μαίρη να χτυπάει το συναγερμό.

-… αλλά δεν είμαι χαζή να το ρισκάρω …

Οι δυο νομοεφαρμοστές εμφανίστηκαν αμέσως. "Συλλαμβάνεστε για συμμετοχή σε απόπειρα αγοραπωλησίας βιβλίων" είπε ο ένας, καθώς ο άλλος βύθιζε τη βελόνα της σύριγγας με το εμφύτευμα απώλειας ταυτότητας στο δεξί του χέρι.
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό Mythos » Σάβ Οκτ 08, 2005 1:16 pm

trueseeker έγραψε:...

-Είναι θετικό, αγάπη μου! Θα αποκτήσουμε παιδί! Είμαι πολύ χαρούμενη! Σ' ευχαριστώ!!!!! … και με συγχωρείς …
Με απορία είδε τη Μαίρη να χτυπάει το συναγερμό.

-… αλλά δεν είμαι χαζή να το ρισκάρω …

Οι δυο νομοεφαρμοστές εμφανίστηκαν αμέσως. "Συλλαμβάνεστε για συμμετοχή σε απόπειρα αγοραπωλησίας βιβλίων" είπε ο ένας, καθώς ο άλλος βύθιζε τη βελόνα της σύριγγας με το εμφύτευμα απώλειας ταυτότητας στο δεξί του χέρι.


Δεν ξερω αν ειναι εμπνευσμενο απο το Φαρενάιτ 451 του Ρέι Μπραντμπερυ, (αυτο το "Συλλαμβάνεστε για συμμετοχή σε απόπειρα αγοραπωλησίας βιβλίων", παραπέμπει αμεσως και σαφως εκει, κατα την γνωμη μου) παντως το διηγημα ειναι καλό και οπως συνηθως αποπνεει την αφοπλιστικη απλοτητα και την ελλειψη επιτηδευσης της Τρουσικερ που ειναι μια ευπροσδεκτη ανασα σε αντιδιαστολη με τα καθημερινα ανεκδιηγητα "σκρατσ" αλλοπροσαλλης και αβασταχτα "φο" γραφης που ανακατευει ενοχλητικα την ημερησια "λογοτεχνικη" μιζερια μας. Μπραβο Τρουσι. 8)
Μπραβο και στην "καπατσα" Μαιρη που αφου εκανε τη δουλεια της, αποσπωντας απο τον ρομαντικο (και ανωνυμο! γιατι?) συμβιο της ο,τι πολυτιμοτερο ειχε ο αφελης να της προσφερει, δηλαδη το σπερμα του, δεν δισταζει εντελει να τον "ανταμειψει", στελνοντας τον για εγγεφαλικη ανακυκλωση (αν ερμηνευω καλα αυτό το "εμφύτευμα απώλειας ταυτότητας"). Πολυ κουβεντα θα μπορουσε να γινει για μια σειρα θεματα σχεσεων των δυο φυλλων που υπαινικτικα αναφερονται σε αυτο το ενδιαφερον διηγημα με το ευρηματικο φιναλε που ακολουθει ικανοποιητικα την εξαιρετικα απολαυστικη παραδοση της λογοτεχνικης υποκατηγοριας των short-short stories.
_]\/[_
«..let us never regard a question as exhausted, and when we have used our last argument, let us begin again, if need be, with eloquence and irony.»
Άβαταρ μέλους
Mythos
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 485
Εγγραφή: Κυρ Νοέμ 21, 2004 7:17 pm

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Τετ Ιούλ 05, 2006 9:31 pm

Έβλεπε το χρονόμετρο να τρέχει. Οι αριθμοί κατηφόριζαν γρήγορα. Πόσος χρόνος έμενε?

Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί "αν κάποιος σου έλεγε ότι σε πέντε λεπτά πεθαίνεις τι θα ήθελες να κάνεις?". Τις περισσότερες φορές έπιανε τον εαυτό της να παζαρεύει τον χρόνο. "Μόνο πέντε? Δεν βάζεις κάτι παραπάνω? Δλδ ακόμα κι ένα τηλέφωνο για να χαιρετήσεις να πάρεις, μπορεί και να μιλάει … χρειάζομαι λίγο παραπάνω … γίνεται?". ʼλλοτε πάλι απαντούσε ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής "ένα τσιγάρο να κάνω κι έτοιμη", "τι θα έλεγες για ένα στα γρήγορα?", "ένα ποτηράκι νερό, έτσι δροσερό … μην πάω και διψασμένη!". Γελούσε με τον εαυτό της. Από όλα τα πράγματα που θα μπορούσε να σκεφτεί, αυτή ζητούσε τα πιο απλά.

Της έκανε εντύπωση όμως ότι ποτέ, ούτε μια φορά, δεν είχε θελήσει να μιλήσει σε κάποιον. Σκεφτόταν ότι θα ήθελε μια τελευταία αγκαλιά από κάποια άτομα, αλλά βουβή, χωρίς αποχαιρετιστήριους σπαραγμούς και κλάματα … ίσως με χαμόγελα και ελαφρά χτυπήματα στην πλάτη. Κάτι που να έμοιαζε περισσότερο με "εις το επανιδείν" παρά με αντίο. Δεν μπορούσε να δεχτεί το οριστικό … δεν ήθελε να το δεχτεί. Μα τώρα ήταν υποχρεωμένη να το κάνει. Το χρονόμετρο έτρεχε …

Όσο κι αν πίεζε τον εαυτό της δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν μπορούσε να δεχτεί τον θάνατο. Όχι δεν φοβόταν, της ήταν όμως αδιανόητο ότι θα ερχόταν εκείνη η στιγμή που όλα θα πάγωναν. Πως ήταν δυνατόν να πάψουν οι σκέψεις της, η ύπαρξή της? … δεν ήταν. Εκεί ήταν το πρόβλημα. Η φαντασία της ήταν πολύ περιορισμένη για να μπορέσει να χωρέσει το … τίποτα? Δεν ήξερε καν πώς να το περιγράψει. Δεν έμπαινε σε λέξεις, δεν χωρούσε σε καλοδιατυπωμένους ορισμούς. Ακόμα κι αυτοί που έλεγαν ότι έχουν συμβιβαστεί με την ιδέα του θανάτου, δεν ήξεραν με τι είχαν συμβιβαστεί. Το άγνωστο παρέμενε εκεί, ίσως ξεχασμένο σε μια γωνιά του μυαλού τους, ίσως απρόσιτο, αλλά εκεί. Ήθελε να μάθει την αλήθεια. Ναι, τελικά αυτό θα ήθελε αν είχε μόνο πέντε λεπτά ζωής. Να μάθει τι είναι ο θάνατος, πως είναι, και κυρίως … υπάρχει?

Είχε ακούσει διάφορα κατά καιρούς για ανθρώπους που γύρισαν από τον θάνατο. Είχε αναπαραγάγει στο νου της όλο το σκηνικό : το εκτυφλωτικό φως, το τούνελ, την αίσθηση γαλήνης κι ελευθερίας, όμως δεν της ήταν αρκετό. Όλα αυτά της φαίνονταν παραμυθάκια για μωρά παιδιά, όπως ακριβώς και τα των προηγούμενων ζωών. Μα σε τι μπορούσε να βοηθήσει κάποιον να ταλαιπωρείται ή να αμείβεται για λάθη και σωστά μιας προηγούμενης ζωής την οποία δεν θυμόταν? … αλλά βέβαια υπήρχαν και οι αναδρομές. Μια δική της αναδρομή θα ήταν σκέτη απογοήτευση! Ούτε κλεοπάτρα, ούτε βοναπάρτης, ούτε μέγας αλέξανδρος. Αυτά ήταν ήδη κατειλλημένα από πολλούς, από πάρα πολλούς! Γέλασε.

Έριξε μια ματιά στο χρονόμετρο. Αν προσπαθούσε να το σταματήσει? Ναι, αυτό θα ήταν κάτι … κάτι μεγάλο! Μπααα, απλώς θα ανέβαλλε μια δεδομένη κατάσταση. Δλδ θα αφηνόταν στο έλεος της αντίστροφης μέτρησης? Θα τα παρατούσε? Δεν θα αγωνιζόταν για τη ζωή της? … έστω! για την παράταση της ζωής της? Το πλησίασε και το περιεργάστηκε. Μια μικρή οθόνη ξεπρόβαλλε μέσα από τον τοίχο. Χρειαζόταν ένα αιχμηρό αντικείμενο, κάτι σαν κατσαβίδι ή μαχαίρι για να το τραβήξει έξω, αλλά δεν είχε. Κοίταξε τα νύχια της. Απελπισία! Ποτέ δεν άφηνε μακριά νύχια … όχι ότι δεν ήθελε, δεν μπορούσε. Προτιμούσε να τα κάνει πασατέμπο τις στιγμές άγχους και αμηχανίας. Αδιέξοδο. Οπισθοχώρησε μέχρι τον απέναντι τοίχο. Στήριξε την πλάτη της κι αφέθηκε να γλιστρήσει μέχρι να κάτσει κάτω στο πάτωμα. Έκλεισε τα μάτια κι ακούμπησε το κεφάλι της πίσω. Προσπάθησε να χαλαρώσει αλλά δεν τα κατάφερε, κάτι την ενοχλούσε. Το κοκαλάκι στα μαλλιά της. ʼπλωσε το χέρι της και το ξεκούμπωσε. Ξαναέριξε το κεφάλι πίσω, ενώ άρχισε να παίζει στα δάχτυλά της το μεταλλικό κοκαλάκι … Μεταλλικό! Το κοίταξε προσεκτικά. Το κούμπωμά του ήταν μια λεπτή λάμα. Ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόταν. Σηκώθηκε και ξαναπήγε στο χρονόμετρο. Έσπρωξε τη λάμα ανάμεσα στο πλαίσιο της οθόνης και στον τοίχο και … μπίνγκο! Η λάμα χωρούσε! Με υπομονή και επιμονή άρχισε το έργο της. Έσπρωχνε προσεκτικά το πλαίσιο πότε στα αριστερά, πότε στα δεξιά, πάνω, κάτω και σύντομα είδε αποτέλεσμα. Το πλαίσιο απείχε πια κάπου στο ένα εκατοστό από τον τοίχο. Το έπιασε με τα χέρια της και το τράβηξε προς τα έξω προσπαθώντας να το κρατήσει σε ευθεία. Τα κατάφερε. Κρατούσε ένα μικρό κουτί. Πίσω στον τοίχο έχασκε ένα μικρό παραλληλόγραμμο στόμα που ξερνούσε καλώδια … μα πάρα πολλά καλώδια! Και τώρα? Ποιο θα έπρεπε να κόψει?

Σε όλες τις ταινίες που είχε δει υπήρχαν το πολύ τρία καλώδια και συνήθως έκοβαν το κόκκινο. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στα παιχνίδια στον υπολογιστή, δύο τρία καλώδια και με τα κλους που είχε μαζέψει ήξερε και ποιο έπρεπε να κόψει. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Τα καλώδια ήταν καμιά εικοσαριά, δεν είχε καμιά ένδειξη από το περιβάλλον και δεν ήταν πρωταγωνιστής σε ταινία δράσης. Εν ολίγοις … φασκελοκουκούλωστα!

Κοίταξε την οθόνη. 2563 και κατέβαινε συνεχώς. Για πρώτη φορά έκανε ένα πρόχειρο υπολογισμό. Τέσσερις έξι είκοσι τέσσερις, άρα είχε κάτι παραπάνω από σαράντα λεπτά. Δύο λύσεις, λοιπόν : ή που θα περίμενε ώσπου να εξαντληθεί όλος ο χρόνος ελπίζοντας σε ένα θαύμα ή που θα έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια της … και βέβαια το ρίσκο να χάσει το επικείμενο θαύμα. Σαράντα λεπτά, μουρμούρισε. Το ζύγισε για λίγο στο μυαλό της. Σαράντα λεπτά ή τώρα? … Τώρα!, φώναξε και τράβηξε με ορμή κουτί. Ένιωσε για κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου την αντίσταση που πρόβαλαν τα καλώδια, κατόπιν την πλήρη παράδοση του κουτιού στα χέρια της και μετά … τίποτα!

Τίποτα απολύτως! καμιά αλλαγή! Οι κόκκινοι αριθμοί της οθόνης συνέχιζαν την καθοδική τους πορεία ατάραχοι. Τσατισμένη πέταξε το κουτί στο πάτωμα. Δεν είχε πια επιλογές. Ξάπλωσε κι έκλεισε τα μάτια της. Αναπόλησε για λίγο τη ζωή της. Τα χρόνια είχαν περάσει τόσο μα τόσο σύντομα που χωρούσαν όλα σε λίγα λεπτά. Σκέφτηκε ότι ήταν ευκαιρία να κάνει και μερικά όνειρα για το μέλλον. Ποτέ δεν είχε κάνει σχέδια, αλλά τώρα τίποτα δεν μπορούσε να τη σταματήσει από το να ονειρευτεί. Το μόνο που είχε μπροστά της ήταν λίγα λεπτά ονείρου κι αυτά δεν θα της τα στερούσε κανείς! Ούτε οι δυσκολίες που θα συναντούσε (εκεί δεν μπορούσε να τη βρει καμιά δυσκολία), ούτε οι διαφωνίες άλλων (ολομόναχη δεν ήταν σε αυτό το μικρό δωμάτιο?), ούτε η έλλειψη χρημάτων ή χρόνου. Είχε δικά της κάπου στα … (σηκώθηκε κι έπιασε το κουτί) δέκα λεπτά?! Μόνο?!

Δεν είναι η κατάλληλη ώρα για τέτοιες απορίες, μάλωσε τον εαυτό της και ξαναέκλεισε τα μάτια. Θάλασσα! Αχ ναι! ένα ταξίδι στη θάλασσα! Και κάπου να έβρισκε ένα βράχο ψηλό κι απόκρημνο να καθόταν εκεί και να χάζευε το πέλαγος! Μμμμ και να φυσούσε αέρας! Ένα ελαφρύ αεράκι που θα της έδινε την αίσθηση ότι πετούσε …

Τέλος χρόνου.
Το χρονόμετρο μηδένισε. Το θαύμα δεν ήρθε … αλλά ούτε κι ο θάνατος! Τι γινόταν? Ανασηκώθηκε και κοίταξε το χρονόμετρο. Στάθηκε για λίγο στο 0000 κι ύστερα 9999, 9998, … Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να βάλει τα κλάματα. Στριφογύρισε για λίγο το μικρό κουτί στα χέρια της ψάχνοντας. Σύντομα εντόπισε αυτό που έψαχνε. Μια μικρή επιγραφή Made in EU. Κι ύστερα λένε για τα κινέζικα!, σκέφτηκε και χαμογέλασε. Περπάτησε μέχρι την πόρτα. Έπεσε με δύναμη πάνω της, αλλά η πόρτα αντιστάθηκε. Πήρε φόρα και ξαναπροσπάθησε. Η πόρτα υποχώρησε … μαζί της και η αναζήτηση για τη φύση του θανάτου. Τελικά στα τελευταία της πέντε λεπτά ζωής θα προτιμούσε ένα τσιγάρο …
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Σάβ Μαρ 28, 2009 7:36 pm

ΤΑΦΟΣ ΠΟΛΕΜΙΣΤΟΥ



Αν κατεβείς από τις ρίζες του κυπαρισσιού ως τα γλαυκά
νέφη, εκεί που θεμελιώνεται ο τάφος,
θα δεις τον σκοτωμένο: Μαχαίρι από φωνής.
Παμπάλαια ξύλα
συμποσιάζουν τις κλειστές κλεψύδρες αρωμάτων
με γύρη κέδρου.

Υπάρχει λοιπόν ο λόγος των βλεφάρων σου
αθάνατος από τον όλον
έρωτα. Κι όσα δυνόντουσαν για τ' ακροδάχτυλά σου
όλα τα μελανώνει ο ρόμβος της απολλωσύνης.

Το καλοκαίρι τότε
είχες τα χείλη έτοιμα για τις αρβύλες των εχθρών σου,
εδώ αυγά και χρυσαλλίδες σωπασμένων φεγγαριών
σε λιγοστεύουν.
Όσο έκοβε τα στάχυα το σπαθί σου
αργούσε ο τόπος μέσα στην κάψα
και τόσο πάλι συμμεριζόταν ο καιρός το φύλλο σου,
που το αίμα σου ακόμα φωσφορίζει
θάνατος άσπρος πολύς τεσσάρων μεσημεριών,
θάνατος λιγυρός,
Αύγουστος να ξεσέρνει από την αρχαία του κοίτη.

Κι όπως ξέπλενα με κρασί τα οστά σου λαμπαδώθηκα
κι ακόμα καίομαι για το μνημόσυνό σου.



Σπύρος Καρυδάκης
Επισκέπτης
 

Προηγούμενη

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron