ας γράψουμε ιστορίες

Τα Ανεπίδοτα. (Παραλήπτης άγνωστος)

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Δημοσίευσηαπό Druuna (...ex Queen) » Πέμ Ιουν 26, 2003 8:08 pm

ΜΜΜΜΜΠΠΠΠΠΟΟΟΟΟΟΟΟΥΥΥΥΥΥΥΜΜΜΜΜ






















































(το μετά από το μετά, το ανάμεσα και το μετά από το ανάμεσα έκοψαν ρόδα μυρωμένα...)

(ποιός έζησε, ποιός πέρασε, ποιός αρίστευσε θα το γράψουν οι εφημερίδες...)

(σας χαρίζω δυό μου φωτογραφίες - αν-φάς και προ-φιλ - να έχετε να με θυμάστε και παίρνω σβάρνα τα όρη, τα νερά και τα κύματα...)

(βουτήχτεεεεεεεεεεε και αφήστε τους να να σας βουτήξουν...)

(από Σεπτέμβρη θα έρθω για τα δίδακτρα...)


8)





Εικόνα







Εικόνα




άντε γειααααααά μωρά μουυυυυυυ... άντε γειαααααά.... και για το καλό μου φεύγω μακρυααααααααααά
Όσο οι άνθρωποι θα συνεχίζουν να πίνουν, να πολεμούν, να στοιχηματίζουν και να καπνίζουν, τούτος ο κόσμος έχει μέλλον.
Άβαταρ μέλους
Druuna (...ex Queen)
super member
 
Δημοσιεύσεις: 244
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 20, 2003 1:39 am
Τοποθεσία: In your minds!

Έτσι γιά να πούμε κάτι...

Δημοσίευσηαπό ostreon » Παρ Ιουν 27, 2003 12:42 am

Από άντρα σε άντρα

(σιγά!!!.... μη μας ακούσει ο Λέφτ-εριά ή Θάνατος)


Μη περπατάς μαζί μου..


Μη περπατάς μαζί μου να μη σε γράψουνε
με ξέρουνε στη πιάτσα και θα σε κάψουνε

Περπάτα το κατόπιν πάνω στά βήματα
εγώ από σένα φώς μου δε θέλω χρήματα

Γυρνάω καί σε βλέπω κι αναστατώνομαι
αν είσαι όπως δείχνεις εγώ σκοτώνομαι

Δεν θέλω να μας δούναι, μισώ το μάτι τους
εγώ ποτέ δεν είπα γιά το κρεββάτι τους

Περπάτα κι ακολούθα μάθε το σπίτι μου
να έρχεσαι μονάχος αποσπερίτη μου

Κι όταν χτυπάς τη πόρτα μεσ' τα μεσάνυχτα
τα παραθύρια μου όλα θάναι ορθάνοιχτα..


(Του Γιώργου Ιωάννου/ μουσική Ν. Μαμαγκάκης)
(τραγούδι η Αρβανιτάκη..για να θολώσει τα νερά της ηθικής του κώλου)

Ευπρόσδεκτες και οι νοθείες..

Διότι αυτό που μετράει είναι το έργο κι όχι ο ...εργάτης.

Να μη μας λείψεις πολύ και να μας το τραγουδάς..
(αυτός ο πληθυντικός δεν έχει μεγαλοπρέπεια γμτ :!: )

Αν δε χόλιαζε ο Αχιλλέας μόνο Ηλιάδα θα είχαμε κατά την ορθογραφίαν των παρεπιδημούντων εις Ίλιον..

Κι αν δεν ξεχολιάσεις θα μετακομίσω στη κολλημένη βελόνα...

"της αγκαλιάς η ξενητειά είναι η πιό μεγάλη
βάλε στη στάχτη μου φωτιά κι αφάνισέ με πάλι..."

"της αγκαλιάς η ξενητειά είναι η πιό μεγάλη
βάλε στη στάχτη μου φωτιά κι αφάνισέ με πάλι..."

"της αγκαλιάς η ξενητειά είναι η πιό μεγάλη
βάλε στη στάχτη μου φωτιά κι αφάνισέ με πάλι..."

κ.ο.κ μέχρις ότου τελειώσουν όλοι οι παράγοντες...

Ετσι κι αλλοιώς ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
και
Καλές Διακοπές της Σκέψης
"Μόνο πού υπάρχει καί μιά διαφορετική εκδοχή:
Μη με πιστεύετε, όσο γερνώ τόσο λιγότερο καταλαβαίνω.
Η πείρα μού ξέμαθε τον κόσμο...
Άβαταρ μέλους
ostreon
super member
 
Δημοσιεύσεις: 193
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 20, 2003 2:49 am

Δημοσίευσηαπό epsilon » Παρ Ιουν 27, 2003 8:51 am

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΕΚ ΤΗΣ ΒΙΛΟΣ ΕΚΑΛΗΣ

η κυρία ε! ψηλέ! Ν0 πόπολο βρήκε απολαυστικά τα πρακτικά της προεορτίων του φορουμουσχολείου, και αποφάσισε ελέω θεού και θαν να προβιβάσει με άριστα όλους τους μαθητές του ασύλου - συγγνώμη-: ιδρύματος.
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό Πολύ μετά απ' το μετά... » Παρ Σεπ 12, 2003 4:44 pm

Είχε πάρει όρκο βαρύ η κυρία Εψιλενοπούλου.

«Έτσι και πει ΠΑΛΙ το ανέκδοτο με τον Τοτό, θα τον ευνουχίσω...»

«Το άλλο με τη Γιούρομπανκ, το ξέρετε..;;»

Τα πρωτάκια που δεν είχαν καταλάβει λέξη από τον αγιασμό, κοιτάχτηκαν με απορία. Η μόνη μεγαλόπρεπη φορουμική λέξη που ήξεραν ήταν το ήμαρτον...

«Μάλλον θα κάνουμε και ευχέλαιο...» ψιθύρισε ο Λάμπης στην Κικίτσα, η οποία τον κοίταξε με δέος.

Ο Λάμπης θα πήγαινε για δεύτερη χρονιά στην πρώτη. Όλη την προηγούμενη χρονιά καθόταν ήσυχος στο θρανίο του και παρακολουθούσε σιωπηλός. ʼχνα δεν έβγαλε. Ακόμη κι όταν του έριξαν σκόνη φτερνίσματος στην πορτοκαλάδα, πάλι δεν μίλησε. Από μέσα του φτερνιζόταν και από μέσα του αντάριαζε...

Τι με το καλό τον πήραν, τι με το άγριο... Μούγκα στη στρούγκα...

Ιδιαίτερα και κρύα μπάνια με νερό εμφιαλωμένο σύστησαν οι γιατροί. Όλα τα έκανε η μάνα του. Επί δύο μήνες τον έλουζε με νερό Μητσικέλι από το Καρφούρ.

«Είκοσι δύο λεπτά το μπουκάλι, χώρια το τι πληρώνω στη ΔΕΗ για το καινούργιο ψυγείο ελ τζι που είναι συνδεμένο με το ιντερνέτ...»

Έδωσε ο θεός και στο επτακοσιοστό τεσσαρακοστό τρίτο μπουκάλι, ο Λάμπης μίλησε και είπε ότι θέλει να πάει σχολείο...

Η κυρία Εψιλενοπούλου κρύβοντας πρόχειρα το μαχαίρι για την τελετουργία, ανάσανε βαθιά.

Ο παπα-Γιάννης συνέχισε απτόητος. «Λοιπόν το ξέρετε..;;;»

ʼκρα του τάφου σιωπή...

Τη στιγμή που άρχισε να γρυλίζει ο παπα-Γιάννης τα πρώτα φωνήεντα, όλοι γύρισαν και κοίταζαν τον Λάμπη.. Κρατούσε την κοιλιά του και γελούσε με όλη του τη δύναμη...

Ο παπα-Γιάννης κοκκίνισε από θυμό. «Ποιός τόλμησε να με διακόψει..;;»

Ο Λάμπης λούφαξε και κυρία Εψιλενοπούλου έσφιξε το μαχαίρι στη χούφτα της.

«Εφόσον το ξέρεις, έλα να μας το πεις εσύ..!», κραύγασε ο παπα-Γιάννης...

Ο Λάμπης ζύγισε για μια στιγμή την κατάσταση. «Βρε δεν πάει στο διάολο και ο παπάς και όλο του το σόι... εγώ δεν ξανακάθομαι να με λούσουν με μητσικέλι...»

Προχώρησε με σταθερά βήματα προς το τραπέζι με το ευαγγέλιο και τον αγιασμό.

«Λάμπεις Λάμπη μου... λάμπεις...» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος.

Με μια χαριτωμένη κίνηση, σχεδόν χορευτική, ανέβηκε στο βάθρο.

ʼρχισε να λέει το ανέκδοτο στεντορεία τη φωνή... Όταν τελείωσε υποκλίθηκε. Όλα τα παιδιά τον χειροκρότησαν γελώντας.

Ήταν ένα ωραίο ανέκδοτο, αλλά σε λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν το θυμόταν. Λες και κάποιος θέλησε εξεπιτούτου να μην περιληφθεί η Γιούρομπανκ στη μεγάλη αφήγηση της Φορουμοσχολής.

( σε λίγες μέρες κανείς δεν θυμόταν ούτε τον Λάμπη, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, μιας άλλης εποχής, ενός άλλου φορουμοχώραφου... )

Η κυρία Εψιλενοπούλου ξέσφιξε το μαχαίρι και κάθισε σε μια ξέμπαρκη καρέκλα κοντά στην αίθουσα της πρώτης της μικρής. «Φτου κι απ’ την αρχή...»

«Μπάμπη που πας..;;;»

«Όχι, αγόρι μου, ΟΧΙ..!!»

«Τέλος, δεν έχει σχολείο για σένα...!!!»

«Αποφοίτησες καμάρι μου δόξα και τιμή...!!!»

«Τέλος. Όσο μας έπρηξες, μας έπρηξες...»

«Ούτε ζακετάκια με ελαφάκια, ούτε βρισιματάκια με γλυψιματάκια, ούτε ξελογιασματάκια με γραμματάκια, ούτε λαχανάκια, ντοματάκια, χωραφάκια, ετσέτερα...»

«Στο καλό και να μην μας γράφεις..!»

«Να πας να ψήσεις άλλους...»

«ʼλλωστε βάλαμε μέσον και πέρασες στο ΤΕΙ Ξύλου και Επίπλου στη Λάρισα. Γλιτώσαμε από σένα τελεία και παύλα...»

«ʼσε τα μα και μου και τα μαμούνια με τις ρίγες στην πλάτη Μπάμπη... Πάει και τέλειωσε... Δεν υποχρεώθηκα ολόκληρη λυκειάρχης στον Δήμου και στον Ζουράρι τζάμπα...»

«Θυμάσαι τη βόμβα στις γυμναστικές επιδείξεις του Ιουνίου μπουμπούκι μου..;; Παρ’ ολίγο να μου τιναχθεί η φορουμοσχολή συμπούρμπουλη... Ποιός νομίζεις ότι έβαλε τη βόμβα..;; Τα παρακλάδια της 17 Νουνού νομίζεις ότι ήταν..;; Ο Νίκος Δήμου που παρεξηγήθηκε την έβαλε και κοντέψαμε να γίνουμε Κούγκι...»

«Απλά δεν υπολόγισε καλά ο μεσήλικας και αντί να την ενεργοποιήσει όταν κατούραγες, το έκανε μόλις την είχες τινάξει και είχες εξέλθει...»

«ʼει σιχτίρ Μπάμπη..!»

«Πρέπει επιτέλους να ρεύσει νέο αίμα στη Φορουμοσχολή. Το δικό σου σάπισε. Στέρεψες από ιδέες ρε μάτια μου...»

«Κοίτα τι ωραία και περιποιημένα είναι τα παιδάκια που ήρθαν φέτος... Με τα καθαρά τους τα γραπτά, με τις κασετίνες τους, με τις καινούργιες τους τις σάκες... χάρμα οφθαλμών...»

«Παξός και ξερός Μπάμπη αποξηραμένε...»

«ʼλλωστε και η φιλενάδα σου η Κουήν, η μόνη που σε ανεχόταν καθότι καθ-υστερημένη εκ φύσεως, πήγε εθελόντρια στην οργάνωση για τη σωτηρία των υπό πτώχευση βιομηχάνων...»

«Κουκούτσης, Στρεϊντζούλης και Αλέξης έκοψαν ρόδα μυρωμένα... Τι άλλο σου μένει..;;»

«ʼντε να φεύγεις και εσύ να ξεβρωμίσει ο τόπος... Σας ΒΑΡΕΘΗΚΑΜΕ σενιόρ Χαράλαμπε...»







































ΟΥΣΤΤττττ...
Πολύ μετά απ' το μετά...
 

Δημοσίευσηαπό aspic » Παρ Σεπ 12, 2003 11:39 pm

Μα μα μα μα μα................μα τι; τι δηλαδή;..................
......μα μα μα μα .... πώς;δηλαδή τι;.....τι συνέβη;....αφού....εγώ....δέν ....δηλαδή ναι,αλλά εγώ πώς; τι;...
...γιατί.....εγώ δέν αλλά αφού,επειδή όμως....μα τι κεραμίδα είναι αυτή;
Όλα τα παιδάκια τα γράφουνε και μενα με ξεγράφουνε;
μα πώς;...γιατί μου το κάνετε αυτό...δηλαδή τι,αφού εγώ,εσείς αυτοί,εμείς... και ο χατζηπετρής! να λολα ένα μήλο,λα λα λα λαλαλαλα,τραγουδάω χαρωπά...ναι μα...μα
δέν είναι το ψωμί
δέν είναι το τυρί
είναι το σαλαμάκι μου
που είναι υφαντής
υφαντής,υφαντής,υφαντής,υφαντής..λαλαλα λα λα λα.....μα τι μου συμβαίνει;
γιΑΤΙ μου ΦΕΡεστε έτσι;
Δέν θέλω να φύγω,ΔΕΝ ΘΕΛΩ,ΔΕΝ ΘΕΛΩ,ΔΕΝ ΘΕΕΕΕΛΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!
ουά!

Δέν πάω πουθενά.Δεν στέρεψα δέν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό.
Αφού έχω και άλλες ιδέες στο κεφάλι μου.Να,τις ακούω που ζουζουνίζουν!
Απλώς να τις κατεβάσω δέν μπορώ,αλλά ζουζουνίζουν.

ΔΕΝ ΦΕΥΓΩ.ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩΩΩΩΩΩΩ.ΔΕΝ ΦΕΥΓΩ,ΔΕΝ ΦΕΥΓΩ,ΔΕΝ ΦΕΥΓΩΩΩΩΩΩΩ!
ουά!

Που να πάω τώρα;ούτε κάν να χουφτώσω τις συμμαθητριές μου δέν πρόλαβα.
Καμμιά τους δέν μου κάθησε.

Δέν πάω πουθενά!

(άν λάδωνα την διευθύντρια;μα όλοι να λαδώνουν για να πάρουν το πτυχίο και εγώ να λαδώνω για να μήν το πάρω; )

Δέν φεύγω,εδώ θα μείνω.
Θα ξαναρχίσω από την αρχή το νηπιαγωγείο για να τα μάθω καλύτερα.
Όλοι μας πρέπει να περνάμε δυό και τρείς φορές από τα σχολεία για να τα εμπεδώνουμε καλά.

ΟΧΙ ΔΕΝ ΦΕΥΓΩ.ΘΑ ΜΕΙΝΩ.

--<Ε ΜΑΣ ΤΑ ΠΡΗΞΕΣ ΠΙΑ!ΜΕΙΝΕ ΝΑ ΔΟΎΜΕ ΤΙ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ >.

Να μείνω;

Όχι θα φύγω.
Μετά τον πανουργιά που τον πεθάναμε για τρίτη φορά στο άλλο μαγαζί,ένας εικονικός θάνατος θα είναι ότι πρέπει τώρα για εξιλέωση.
Λοιπόν φεύγω.

--<μα όχι μείνε δέν πειράζει>

Όχι θα φύγω.

--<μα μείνε,μήν κάνεις τον δύσκολο τώρα>

όχι θα φύγω.

--<καλά φύγε τότε>.

να φύγω;
όχι θα μείνω.

--<ε μείνε>

όχι δέν μένω.

--<ε φύγε>

όχι θα μείνω

--<μεινε>

όχι φεύγω

--<φυγε>

θα μεινω

--<ΡΕ ΔΕ ΠʼΣ ΝΑ ΚΌΨΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦʼΛΙ ΣΟΥ.ΌΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΚʼΝΕ>

Όχι δέν θα κάνω ότι θέλω

--<έ κάνε ότι σου λέμε εμείς>

όχι θα κάνω ότι θέλω

--<κάνε ότι θέλεις>

ότι θέλω δέν κάνω,να κάνω ότι θέλετε,ότι δέν θέλω να κάνω,ότι θελετε να κάνετε ότι θέλω να κάνω,μήν κάνεις ότι δέν θέλεις να σου κάνουν,ότι κάνω δέν ήθελα,και ότι δέν θέλω κάνω.Κάνω και δέν κάνω ότι θέλω κανω ότι έκανα θέλω.Κάνω!

--<ρε δέν σε αντέχουμε άλλο.Φύγε επιτέλους,άντε στο διάολο πιά!>

Όχι θα μείνω.

--<έ τότε θα φύγουμε εμείς>

Όχι δέν θα φύγετε.

--<όχι θα φύγουμε>

Ε φυγέτε.

--<όχι δέν φεύγουμε>

Ε μήν φεύγετε

--<όχι θα φύγουμε>

Φύγετε

--<θα μείνουμε>

Μείνετε

--<όχι δέν μένουμε>

Ε φύγετε τότε

--<όχι θα μείνουμε>

Τότε φεύγω εγώ.

--<να φύγεις>

Όχι δέν.....ΜΜΜΜΜΠΠΠΠΠΟΟΟΟΟΟΟΟΥΥΥΥΥΥΥΜΜΜΜΜ !!!!
































































(Πάλι ο παλιοπούστης ο δήμου θα ήτανε,όπως την πρώτη φορά που γκρέμισε τις τουαλέτες αφού τέλειωσα το κατούρημα και νόμιζα πώς ήταν από τη σκορδαλιά που είχα φάει)

Τώρα πάρτε το πούλο και μείνετε.
Να δούμε τι μάθημα θα κάνετε μέσα στα ερείπια.

--<όχι δέν είναι ερείπια>

Καλά δέν είναι ερείπια.

--<όχι,ερείπια είναι>.

Ε αυτό έλεγα και εγώ.


Και εγώ σε βαρέθηκα κουήν.Είμαστε κάτι αντίστοιχο σαν τα ζευγάρια,που ο έρωτάς τους,μετατρέπεται στο χρόνο,σε απλή ανεκτικότητα.
Ούστ και εσύ.
Μας αποξήρανες και τώρα μας βαρέθηκες.

ʼρπαξε και την τελευταία ιστορία να με θυμάσαι.

Ο νίκος προ πενταετίας,οδηγούσε στο σούνιο μεσάνυχτα χειμώνα,όταν βλέπει στην άκρη του δρόμου να του κάνει ωτοστόπ μιά τρελλαμένη με νυχτικό.
Την πήρε.Ήταν σχεδόν φτειαγμένη η τύπισα,σε άθλια κατάσταση και κουβαλούσε και μιά τσάντα με χάπια.
Και ο νίκος όμως δέν ήταν σε καλυτερη κατάσταση.
Στο δρόμο συζητάγανε και όντως και οι δυο άρχισαν να αισθάνονται καλύτερα.
Η γυναίκα του είπε ότι μένει στη πεύκη και προθυμοποιήθηκε ο νίκος να την πάει μέχρι το σπίτι της.
Φθάσανε λοιπόν έξω από το σπίτι.
Κατεβαίνει αυτή και του λέει:
--<άντε γειά μαλάκα>

Έκπληκτος ο νίκος την κοίταζε να απομακρύνεται,μήν μπορώντας να καταλάβει αυτή την αλλαγή στη συμπεριφορά της.
<έεε> της φώναξε <ξέχασες τη τσάντα με τα χάπια σου>.
Γύρισε πίσω αυτή να τα πάρει και τότε ο νίκος τη κλείδωσε στο αυτοκίνητο και την γύρισε πίσω στο σούνιο.
Την άφησε αργά ξημερώματα εκεί από όπου την πήρε και πήγε στο σπίτι να κοιμηθεί.
Αυτή επίσης πηγε στο εξοχικό της να κοιμηθεί και αυτή προφανώς.
Όλα ήταν όπως και πρίν και μιά καινούργια μέρα ξεκίναγε και πάλι.
Έτσι ήταν το σωστό.Ή να γυρίσουν και οι δύο στην αφετηρία ή κανένας,αφού έτσι το έθεσε το ζήτημα η γυναίκα με τα χάπια.
Ωραία δέν ήταν;
aspic
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1407
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 20, 2003 12:07 am

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Σάβ Σεπ 13, 2003 6:11 am

telika oti den anikei στο χρονο παραμένει ίδιο. μερικές φορές εμείς οι άνθρωποι δεν ανήκουμε στο χρόνο.
στην ίδια τάξη ανήκουμε, τη δική μας.
αλλά ο χρόνος έρχεται και προσβάλλει τη συνείδησή μας, κβαντική ή όχι. οι εμπειρίες αλλοιώνουν τις εμπειρίες, και η συν-ανα-στροφή μας κάνει δερβίσηδες: με τη συναναστροφή γυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας και νομίζουμε ότι είμαστε αστρικά σώματα και λάμπουμε. σημασία έχει ότι ο χρόνος της συναναντροφής, ή της διαδρομής με τον άλλον, ή της διαστροφής -όχι, αυτό είναι από το ανέκδοτο με τη γιούρ.- , ή της πορείας, ή όποιας άλλης επαφής, και της λεγόμενης συνεύρεσης αν θέλετε, αφήνει αποτυπώματα σε όλους: αυτός άκουσε το μαλάκα που του είπε η κυρία, αυτή πλήρωσε το μαλάκα με μια διαδρομή ακόμη, κοιμήθηκαν μετά. αλλά κουβάλησαν μια εμπειρία ακόμη πληρώνοντας αυτός βενζίνη κι αυτή τον ύπνο της.


γιατί απ' ότι φαίνεται και τα καρτούν έχουν μνήμη.
εγώ πάντως δε ξέρω για ντομάτες, μαρούλια και αυγά ξέρω!
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό epsilon » Δευτ Οκτ 20, 2003 9:26 am

άι ντοντ μπιλίβ!
ο σένιορ κούκου έβαλε τελεία και παύλα.


ΞΈΡΕΙ ΑΥΤΌΣ, ΞΈΡΕΙ ΠΟΛΛʼ, απ' ότι φαίνεται!
(και γι' αυτό βαστάει κι ένα ρόπαλο...)
.- (έτσι το 'κανες;)

φιλιά...
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό pertri » Τρί Μαρ 09, 2004 10:39 pm

Γράμμα δέκατο έκτο

Το ʼστρο (Απόσπασμα)

«Εσένα σου δίνω τη φτερούγα
του Αγγέλου και το φέγγος του»


Είχα διαβεί την έρημο.
Κάθε άνθρωπος θα διαβεί τη δική του έρημο.
….
Ένας άγγελος, που ήταν μικρό και τρυφερό παιδάκι, και που τώρα έχει όλη τη δύναμη της συμπαντικής γνώσης.
Κοιμάται τον ύπνο μας, και πλαταίνει τη ζωή μας μέσα στο άπειρο.
….
Πριν τελειώσω το Γράμμα, θέλω να σου πω δυο λόγια ακόμα για μένα.
Όταν το παιδάκι έφυγε, εγώ έμεινα, για πολύ καιρό, καταμεσίς, σ’ εκείνη την έρημο, να βαδίζω με την άβυσσο χαίνουσα κάτω απ’ τα πόδια μου.

Ήταν η πρώτη φορά που αναζήτησα το Πρόσωπο του Θεού.

Δεν δεχόμουν πια να είναι μόνο «Έννοια» ή «Νόηση». Ήταν η πρώτη φορά που αναζήτησα το Πρόσωπό του. Γι’ αυτό και έψαξα. Έπρεπε να μάθω. Είχα ανάγκη από μιαν απόκριση. Από ένα υπεύθυνο Θεό.

Λοιπόν, βάδισα ως την εσχατιά της σκέψης. Βυθίστηκα μέσα στη ρίζα της ύπαρξης. Σ΄ αυτή τη σκοτεινή περιοχή του Λογισμού, και είπα, πρέπει να δω, και πρέπει να μάθω.

Τούτοι οι κόσμοι του σύμπαντος, που καταυγάζουν, στη Νόηση, μικρές αστραπές της αλήθειας του, δεν ήταν πια άποροι και αναπόδεικτοι.

Περπάτησα μέσα στο κυλιόμενο έρεβος. Μέσα στην κυλιόμενη άβυσσο, και καμιά γνώση δεν είναι πιο πραγματική από τη βεβαιότητα τούτη.

Έτσι, μπορώ να σου πω, πως το παιδάκι εκείνο κοιμήθηκε μόνο. Κοιμήθηκε με τα χεράκια του απλωμένα πάνω απ’ τον κόσμο μας.

Μα εγώ, που έμαθα πια να περπατώ τον απάνω δρόμο, ξέρω πως μεγαλώνει μέσα στις μέρες μου.

Γι’ αυτό, αν κάποτε μείνεις με τα χέρια σου άδεια, μη λυπηθείς. ʼπλωσε τα μέσα στη νύχτα, κι ένα αστέρι θα πέσει στις χούφτες σου.

Τότε, θα νιώσεις πως δεν είσαι μόνος.
Τότε, θα καταλάβεις πως το κάθε τι, στον κόσμο τούτο, δεν είναι παρά ένα μήνυμα του άλλου, του αληθινού.

Και θα γίνεις άπειρα ευτυχισμένος, γιατί θα βρεις τον πιο βαθύ , τον πιο μυστικό προορισμό της ύπαρξής σου.
…




Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου
«Γράμμα στο γιο μου κι ένα άστρο» εκδόσεις «Ελληνική Λέσχη Βιβλίου»
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Ανεπίδοτη Επιστολή

Δημοσίευσηαπό skiaxtro » Παρ Μάιος 14, 2004 6:07 pm

Μαρία Πολυδούρη-Ανεπίδοτη Επιστολή.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αγαπητοί φίλοι!


Ίσως το γράμμα αυτό να μην διαβαστεί ποτέ, από κανέναν, αλλά στ’ αλήθεια δε με νοιάζει. Ίσως μέχρι να φτάσει στα χέρια σας νά χω πια ολότελα ξεχαστή απ’ όλους. Αλλά, ούτε δα κι’ αυτό το τελευταίο με νοιάζει. Εξάλλου, δεν έχω και πολλά να σας πω, θέλω μόνο να σας θυμίσω ότι κάποτε υπήρξα. Κάποτε υπήρξα κι’ ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί. Και ζωή και Χάρος ήμουν!

Έζησα, τ'ομολογώ, μια ζωή δηλητηριασμένη, γι’ αυτό θαρρώ αποφάσισα να την εγκαταλείψω. Εκείνο που για τους άλλους ήτανε ζωή, για μένα θάνατος ήταν. Γεννιόμουνα και πέθαινα κάθε μέρα, ώρα και στιγμή. Ζούσα με το θάνατο, ζούσα για να πεθάνω, μα τουλάχιστον δε ζούσα νεκρή όπως οι γύρω μου, τα μικρά αστεία ανθρωπάκια που λέγαν πως μ’ αγάπησαν, κι’ ας μην μπόρεσαν ποτέ, κι’ ας μην τόλμησαν ποτέ να διαβάσουν την ψυχή πούκρυβε περίσσιο φως και σκοτάδι μέσα της. Κατά βάθος με φοβόντουσαν και δεν αργούσαν να τραπούν εις άτακτον φυγήν. Δεν άντεχαν να με κοιτούν κατάμματα, μην τύχει και τους κλέψω την ψυχή τους.

Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου, κι’ όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε ότι αγαπούσα αληθινά. Δεν είνε στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν την γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς κείνοι που νοιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στο πόνο της;

Πολλοί λέγαν ότι ζούσα μεσ’ στο κεφάλι μου. Κάτι έπρεπε να πουν κι’ αυτοί… Πως άλλως θα με κατέτασσαν σε συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων; ʼνθρωποι, ανθρωπάκια! Η ζωή ένα τεράστιο ψέμα που άλλοι το αγαπάνε κι’ άλλοι - οι λίγοι - προσπαθούν να το κάνουν αληθινή ζωή. Εσείς, αγαπητοί άγνωστοί μου φίλοι, πως ζείτε; Ζείτε; Μια φάρσα, αυτό ήταν η δικιά μου ζωή. Κανείς δεν την κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρίς να το θέλω, έζησα στο περίπου, και σκηνοθέτησα το θάνατό μου. Κι’ όμως αγαπούσα τη ζωή, αλλά πάντα αυτή μούπαιρνε ό,τι άλλο αγαπούσα. Μου έλειπε πάντα μια καρδιά που να πονή για μένα. Κι ήταν δύσκολο, δύσκολο πολύ να ζω μονάχη μου μεσ’ σένα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στα μικρά της ζωής και στο τίποτα. Ήμουνα σαν παράσιτο, σαν μαύρο ξωτικό που έχασε το δρόμο κι’ αντί να ταξιδέψει στον ονειροκόσμο του, ξέπεσε σε τούτη δω τη γη. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος με ρώτησε κρυφά αν είμαι χήρα σαν φορούσα μαύρα βαρειά. Εγέλασα. Αλήθεια ήταν! αν μάντεψε την ψυχή μου, καλά την ωνόμασε χήρα…

Είνε που θα παρακαλούσαν να είχαν ζήσει στην εποχή μου. Εγώ, θάθελα να ζήσω σε κάποιαν άλλην εποχή. Έζησα ανάμεσα σε μια γενειά ηττημένη. Κάποιοι από μας κάναν τον πόνο στίχο, την οργή τραγούδι, αλλά κανείς δεν τόλμησε… - ούτ’ από μας ούτ’ απ’ τους άλλους - δεν τόλμησε να να ξεφύγει απ’ το χαραγμένο μονοπάτι, δεν τόλμησε να πει ό,τι στ’ αλήθεια σκεφτότανε, δεν τόλμησε να κάνει ό,τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει. Οι περισσότεροι ήταν - είμασταν - δειλοί που ’ψαχναν απλά ναύρουν την αυτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί κι’ ανάπηροι. Ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι… Απόκληροι της αντίληψης… Κι’ όμως ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο Κ., ο μόνος που θα μπορούσε ποτέ να με καταλάβει, αλλά ούτε και κείνος τόλμησε… Μούπε μάλιστα, πως με λυπόταν γιατί τον αγαπούσα… ότι ήμουνα γι’ αυτόν μια παρηγοριά. Τόχε η εποχή, κανείς δεν ήταν ο εαυτός του! Γι’ αυτό θαρρώ και έζησα τόσο μόνη, κι’ ας είχα πάντοτε κάποιους να με συντροφεύουν, αδέλφια μου σένα πόνο που δε θα μπορούσαν ποτέ να συλλάβουν. Έκαναν τα πάντα για με, αλλά η αγάπη τους ήταν μια θυσία που ποτέ δεν δέχτηκα με ευμένεια κι’ οι ανησυχίες τους χειροπέδες για μένα. “Πόσο είνε αστεία η ζωή μα και πόσο αστειότεροι είμαστε μεις που την ανεχόμαστε τέτοια”, έγραψα, θυμάμαι, κάποτε στο ημερολόγιό μου…

Μα, από τότε έχουν πεια περάσει χρόνια. Πόσα, δεν ξεύρω, αφού ο χρόνος δεν έχει πεια για με καμμία σημασία. Τώρα, είμαι κάπου αλλού και ζω - αν τούτη δω η κατάσταση θεωρείται ζωή - μέσ’ απ’ τις αναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τα τετραδία του μυαλού και κυττάζω πίσω. Όλα ζητάω τα χαμένα, τις μικρές στιγμές, τον αγαπημένο… Γυρνώ το βλέμμα και τον κυττάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως - θεέ συγχώρεσέ με - θα τον έπερνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια… Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σ’ εύρω μοναδική κι’ αξέχαστή μου αγάπη… Δε θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ… να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου εκείνο που μου ’ριχνες σαν έφτανα… τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου… να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν… να ιδώ… να νοιώσω το φίλημά σου… Είνε τόσο μεγάλος ο καϋμός και είμεθα τόσο μικροί ένας-ένας εμείς οι άνθρωποι που τον αποτελούμεν…

Τα λόγια αυτά ίσως νακούγονται σαν παραλήρημα ενός ετοιμοθανάτου, μα, αλοί, δεν μπορώ να πεθάνω αφού είμαι από χρόνια πια νεκρή. Όσο ζούσα, όσο έζησα, ήμουνα παιδί. Ήμουνα ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχωμαι αλλά και ποιο παιδί δεν είνε άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη… Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά, κι’ αν είνε δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική πούνε ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε απ’ τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε σας στιγμή τραγούδι, κι’ όταν έρθ’ η ώρα η στερνή να πεθάνετε όχι από πλήξι, αλλά από ειλικρίνεια όπως ο φίλος τζίτζικας, που τόσο ωραία τα έλεγε μα μεις τα παίρναμε για γκρίνια…

Τώρα, καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, κυττώ πίσω και αντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: έζησα ελεύθερη όσο καμμιά άλλη γυναίκα της εποχής μου, έκανα πράγματα που δεν έκανε καμμιά άλλη, κι’ αγαπήθηκα όσο λίγες. Και, δεν το ξεχνώ, καθώς το βλέμμα μου έσβηνε, εκείνη τη μελαγχολική αυγούλα τ’ Απρίλη, δεν ήμουν πεια μόνη. Νέοι που μ’ αγάπησαν ήρθαν να μ’ αποχαιρετήσουν και φίλες γκαρδιακές στο προσκεφάλι μου ένα τελευταίο τραγούδι να μου χαρίσουν…

Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα, όπως λέει κι’ η καλή μου φίλη.



Με αγάπη

Μαρίκα Πολυδούρη
"Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο"

C.B
Άβαταρ μέλους
skiaxtro
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1739
Εγγραφή: Τετ Ιαν 15, 2003 3:19 am
Τοποθεσία: χαραμάδες

Σιχαίνομαι σε σένα να μιλάω...

Δημοσίευσηαπό fiera » Σάβ Σεπ 04, 2004 12:43 pm


ΜΟΥ ΕΙΠΕΣ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ.


ΣΟΥ ΛΕΩ ΛΟΙΠΟΝ ΠΩΣ ΟΤΙ ΚΙ ΑΝ ΕΙΜΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙΕΓΩ. ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ.

ΟΤΙ ΑΓΑΠΩ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΙΜΑΙ ΚΙ ΕΣΕΝΑ ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΑ.... ΤΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ ΠΟΥ ΘΕΣ ΤΩΡΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ?

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ, ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ. ΠΩΣ ΝΑ ΦΥΓΩ? ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΚΑΝΩ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ?
ΘΑ ΦΩΝΑΞΩ ΜΟΝΟ ΕΓΩ. ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΜΙΛΙΑ ΑΠΟ ΚΑΝΕΝΑ.....

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΩ ΝΑ ΣΟΥ ΘΥΜΙΖΩ ΠΑΝΤΑ ΠΟΙΑ ΕΙΜΑΙ...
ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΓΩ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΟΥ.
ΙΣΩΣ Η ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΒΡΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ
fiera
 
Δημοσιεύσεις: 1
Εγγραφή: Σάβ Σεπ 04, 2004 11:23 am
Τοποθεσία: ΟΠΟΥ ΒΡΕΘΩ

ΠροηγούμενηΕπόμενο

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 4 επισκέπτες

cron