ας γράψουμε ιστορίες

ιστορίες για βατράχια ή βατράχους!

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Δημοσίευσηαπό pertri » Παρ Μαρ 14, 2003 10:03 pm

1. Κάτω τα χέρια από τον πρώην γιαουρτά νυν ζαχαροπλάστη!
2. Σκιάχτρα δεν υπάρχουν στους βάλτους άρα :arrow: θα μείνει στο χωράφι - με το ζόρι - γιατί αυτή είναι η δουλειά του! Να μας προσέχει και να διώχνει το κακό!
3. Ε τί έγινε;
4. Δούναι: μην πιστεύεις κανέναν! Και Βάτραχος υπάρχει και μεταμορφώνεται σε ότι θέλουμε!



:shock: Τί έγινε καλέ μας έπιασε η άνοιξη και αρχίσαμε να ζαλιζόμαστε;
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Δημοσίευσηαπό marduk » Σάβ Μαρ 15, 2003 1:28 pm

βατ. " βρεκεκεξ κοάξ κοάξ
βρεκεκέξ κοάξ ξοάξ.
λιμναία κρηνών τέκνα
ξύναυλον ύμνων βοάν
φθεγξώμεθ', εύγηρυν εμάν αοιδάν,
κοάξ, κοάξ...

διόν. εγώ δε γ' αλγείν άρχομαι
τον όρρον , ω κοάξ,
υμίν δ' ίσως ουδέν μέλει.

βάτ. βρεκεκέξ κοάξ κοάξ

διόν. αλλ' εξόλοισθ' αυτώ κοάξ.
ουδέν γαρ εστ' άλλ' ή κοάξ .

βάτ. εικότωςγ', ώ πολλά πράττων,
εμέ γαρ έστερξαν εύλυροί τε μούσαι
και κεροβάτας Πάν, ο καλαμόφθογγα παίζων,
προσεπιτέρπεται δ' ο φορμιγκτής Απόλλων,
ένεκα δόνακος, ον υπολύριον
ένυδρον εν λίμναις τρέφω.
βρεκεκέξ κοάξ κοάξ.

διόν. εγώ δε φλυκταίνας γ' έχω,
χω πρωκτός ιδίει πάλαι
κάτα αυτίκα εγκύψας ερεί ... "


( σε πεζή, πεζότατη, δική μου απόδοση :

- εμπρός, παιδιά της λίμνης και της πηγής,
βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
με τους αυλούς ύμνους ν' αρχίσουμε,
το γλυκόφωνό μας τραγούδι
κοάξ κοάξ

-βρε κοάξ κοάξ, αρχίζω να πονάω, και σας σιγά να μη σας νοιάζει ..

- βρεκεκε΄ξ κοάξ κοάξ

- αμέτε να χαθήτε, μ' αυτό το "κοάξ"
άλλο από κοάξ δεν έχετε ...


- εεε, φυσικά, θεέ καταφερτζή !!!
εμένα μ' αγαπούν κι οι Μούσες με τα στραντιβάριους,
κι ο κατσικοπόδης Παν, που πάιζει το καλάμι,
κι ακόμη κι ο Απόλλων, των "Φόρμιγξ", με καλοπιάνει,
για το καλάμι, που μέσα στο νερό του το φυλάω,
κάτω από τη λύρα να το βάλη..

- ε, ναι, κι εγώ καντήλες πετάω
κι από παλιά πρήζεται ο ( ) μου,
κι άν σκύψης, θα το δής ...




( πάσα ομοιότης , συμπτωματική )

( βατραχομυιομαχίαι και λοιπάι ζωομαχία, απαγορεύονται δια κοινοτικής οδηγίας ... )

( σκιάχτρο, εκείνος ο πορτοκαλύς και πράσινος μανδύας, που εγράφατε αλλαχού, ήταν φτιαγμε΄νος όπως και το δωμάτιο ?????? )

( όταν οι άνθρωποι κοάζουν, ίσως τα βατραχια να ομιλούν )

( γι' αυτό, καλοί μου φίλοι, λέτ δεμ σπήκ φορ δεμσέλβς )

!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!1



ο πρώτος και μέγιστος των "μαρντουκοάξ"

:) :) :) :) :) :)
ουδείς άκων κακός κουδείς άκων ακείται
Άβαταρ μέλους
marduk
full member
 
Δημοσιεύσεις: 159
Εγγραφή: Παρ Ιαν 17, 2003 7:53 pm

Δημοσίευσηαπό Thaerna Aurora » Κυρ Μαρ 16, 2003 12:01 pm

Όλο αυτό σου ξυπνά μιά απίστευτη νοσταλγία,
τότε που τα πράγματα ήταν απλά
τότε που πιστεύαμε στα παραμύθια και οι βατραχοι μετατρέπονταν σε πρίγκηπες...
Τώρα οι πρίγκηπες μετατρέπονται σε βατράχια
Γιατί γιαγιά με προστάτεψες απο αυτή την πραγματικότητα;
Θα'ταν όλα ευκολότερα...


Το Στερνό Παραμύθι

Πήραν στρατί στρατί το μονοπάτι
βασιλοπούλες και καλοκυράδες,
από τις ξένες χώρες βασιλιάδες
και καβαλλάρηδες απάνω στ' άτι.

Kαι γύρω στης γιαγιάς μου το κρεβάτι,
ανάμεσ' από δυο χλωμές λαμπάδες
περνούσανε και σαν τραγουδιστάδες
της τραγουδούσαν -ποιος το ξέρει;- κάτι.

Kανείς για της γιαγιάς μου την αγάπη
δε σκότωσε το Δράκο ή τον Aράπη
και να της φέρει αθάνατο νερό.

H μάνα μου είχε γονατίσει κάτου·
μ' απάνω -μια φορά κι έναν καιρό-
ο Aρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του.

_____________________________
Αγία νοσταλγία πέλαγο ανοιχτό
πόσα σκαριά έχεις πάρει για πάντα στο βυθό...
Thaerna Aurora
junior member
 
Δημοσιεύσεις: 36
Εγγραφή: Τετ Μαρ 05, 2003 11:39 am
Τοποθεσία: Έρημη Χώρα

Δημοσίευσηαπό epsilon » Κυρ Μαρ 16, 2003 1:28 pm

χάραμα ή αυγούλα,
καιρό είχε να πέσει εδώ μέσα ένα τόσο αναπαυτικό κείμενο...
προσωπικά ένιωσα να με ξεκουράζει...
ευχαριστώ
και καλωςόρισες
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό KANEMOYKOYKOY » Κυρ Μαρ 16, 2003 2:01 pm

Ηταν μεγάλος ποιητής.

Αλλά τυφλός.

Και πως να περιγράψει τα χρώματα, τα ηλιοβασιλέματα, την ομορφιά μιας γυναίκας και το πέρασμα του κόσμου απο την ασχήμια στην ωραιότητα; Πως να μιλήσει για το γαλάζιο του ουρανού και το θυμωμένο μπλε της θάλασσας; Ολες αυτές οι έννοιες του διέφευγαν, ο δικός του κόσμος για το μπλέ ήταν ο παφλασμός του κύματος, η δική του αίσθηση για την ομορφιά της γυναίκας ήταν η μυρωδιά της, την αισθητική του τριαντάφυλλου την ανίχνευε με την οσμή και την αφή, ζούσε τον κόσμο ψηλαφώντας και μυρίζοντας. Η ποίησή του μιλούσε γιαυτές τις αισθήσεις.

Μια μέρα του είπαν, οτι ενα μήνυμα δημοσιευμένο σε κάποιον χώρο που λογοκρινόταν περιείχε κάτι όμορφο, ποιητικό, κάτι για ένα ποδήλατο ας πούμε. Τόνοι ανοήτων απαντήσεων όμως, είχανε θάψει το αρχικό μήνυμα και τώρα επέπλεαν στον αφρό, σαν εγκεκριμένες σκατούλες στο πέλαγος των ανεπίδοτων. Δεν μπορούσε να το διαβάσει.

-Πείτε μου, ρώτησε, γιατί λοιπόν το δημοσίευσε σε αυτόν τον ανελεύθερο χώρο αυτός που το έγραψε, ενω ήξερε για τα διόδια στη χωματερή που αφήνουν τα φορτηγά με τα σκουπίδια να περνούν, αλλά διώχνουν τα ποδήλατα; Γιατί μιλάει για ποδήλατα ενώ όλη του η στάση δηλώνει πως είναι ρακκοσυλέκτης με στολή ποδηλάτη;

Επεσε σιωπή. Κανείς δεν ήξερε να εξηγήσει.


-Να σου διαβάσουμε το ίδιο το μήνυμα, μεγάλε ποιητή, να μας το εξηγήσεις εσύ;

-Οχι. Αυτή η ποίηση μου χαλάει τις μυρωδιές της άνοιξης. Αυτή η ποίηση είναι για συναχωμένους κουφούς με καλή όραση.
===


ΥΓ. Το ανωτέρω ΔΕΝ αφορά τον εδώ χώρο. Το έβαλα στο περί βατράχων ποστ, γιατί θεωρώ οτι εδώ ταιριάζει καλύτερα, αφου αναφέρεται σε μια βατραχομυομαχία που διεξάγεται ΑΛΛΟΥ -όπου επίσης τοστειλα κι αγνοώ αν θα μπει.
This is a block of ham that can be added to tosts you make. There is a cheese limit
Άβαταρ μέλους
KANEMOYKOYKOY
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 406
Εγγραφή: Παρ Ιαν 17, 2003 8:16 pm
Τοποθεσία: Σοφίτα

Δημοσίευσηαπό trueseeker » Δευτ Μαρ 17, 2003 11:21 am

Η υπομονή είναι η μητέρα των αρετών......

... μάλλον γι' αυτό δεν είμαστε ενάρετοι! :wink:
... παράλληλες πορείες που τις ενώνει μια σιωπή ...
Άβαταρ μέλους
trueseeker
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1380
Εγγραφή: Πέμ Φεβ 13, 2003 9:42 am

Δημοσίευσηαπό pertri » Τρί Ιουν 17, 2003 10:00 am

To the Prince-Frog

Πρώτες βροχές και ένας χορός αρχίζει.

Βατράχια μικρά
χορεύουν τρελά
στο δρόμο, στο χώμα,
σε αυλές και περβόλια.

Κρατάω το βήμα
για ώρα αιωρείται,
προτού στη γη
τη σκληρή να πατήσει.

Τριγύρω μου τρέχουν,
πηδούν και χορεύουν
μικρά βατραχάκια
βρεγμένα, λουσμένα,
και πάντα χαμένα
κινάνε να πάνε
ένα δρόμο ζωής
να βρούνε το βούρκο,
την όμορφη λάσπη,
σε τούτη την πλάση.

Στο δρόμο πεσμένα,
νεκρά πεθαμένα
στις ρόδες ριγμένα,
στις σόλες χωμένα
πολλά από κείνα
τα μικρά βατραχάκια
χανόταν θλιμμένα.

Φθινόπωρο ήταν
και κείνα κινούσαν
στο βούρκο να πάνε,
στα μαύρα νερά.

Στον ύπνο μου μέσα
φωνούλες ακούω
παιδιών που μαλώνουν
που παίζουν και τρέχουν

Στ’ αυτιά μου έχει φτάσει
φωνή παιδική – κορίτσι νομίζω
πως ήταν αυτή:

«οι μέρες μυρίζουν άνοιξη
κι οι νύχτες καλοκαίρι»

Στις νύχτες τώρα τις ζεστές
στ’ αυτιά μου μέσα ακούγεται
από μακριά, μια συναυλία.

«Μπακακάξ κουάξ κουάξ
μπακακάξ κουάξ κουάξ…»

Κάθε βράδυ στις εννιά
πριν λαλήσουν τα πουλιά
τραγουδούν απ’ τα νερά
τα βατράχια τα τρελά..
make a nest of pleasant thoughts
Άβαταρ μέλους
pertri
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 663
Εγγραφή: Τρί Ιαν 14, 2003 1:57 am
Τοποθεσία: veglia

Κείμενα που αξίζει να διαβαστούν

Δημοσίευσηαπό o Απρόβλεπτος Αναγνώστης » Κυρ Μάιος 17, 2009 3:32 pm

Ροΐδης Εμμανουήλ
Tα εφήμερα


Φυλλομετρών ημέραν τινά τας περί τα ζώα ιστορίας του Aριστοτέλους έτυχε ν' αναγνώσω εν αυταίς τα εξής:
«Περί τον Ύπανιν ποταμόν, τον περί Bόσπορον Kιμμέριον, υπό τροπάς θερινάς καταφέρονται υπό του ποταμού οίον θύλακοι μείζους ρωγών, εξ ων ρηγνυμένων εξέρχεται ζώον πτερωτόν τετράπουν· ζη δε και πέτεται μέχρι δείλης, καταφερομένου δε του ηλίου απομαραίνεται και άμα δυομένου αποθνήσκει, βιώσαν ημέραν μίαν, διό και καλείται εφήμερον». (Περί τα ζώα Iστορ. E΄, ιθ΄).
Πρώτην φοράν ήκουον περί των ημεροβίων τούτων τετραπόδων των γεννωμένων εκ των ρωγών· επειδή δε εγένετο λόγος εις την αυτήν σελίδα περί “κωνώπων, α γίνονται εκ της περί το όξος ιλύος” και περί σαλαμάνδρας, “η δια πυρός βαδίζουσα κατασβέννυσι το πυρ”, έκλινα να κατατάξω και τα εφήμερα εις την κατηγορίαν των παραδόξων ακουσμάτων. Δεν ηξεύρω όμως πώς έτυχε να εγχαραγχθή εις την μνήμην μου το αριστοτελικόν τούτο χωρίον και πώς με ήγαγεν έπειτα να εξετάσω τίνα πράγματι είναι τα εφήμερα ταύτα.
Eύκολος υπήρξεν η ικανοποίησις της περιεργείας μου, διότι το χωρίον τούτο του Σταγειρίτου είχεν ελκύσει από πολλού πλην της εμής την προσοχήν πλήθους φυσιοδιφών. Kατά τας ερεύνας αυτών τα εφήμερα πράγματι υπάρχουσι, και μάλιστα αφθονούσιν όχι μόνον εις τον Ύπανιν του Kιμμερίου Bοσπόρου, αλλά και εις πάντα σχεδόν άλλον της Eυρώπης ποταμόν. Eίναι δε ταύτα τετράπτερα έντομα του είδους των νευροπτέρων, διανύοντα εντός του ύδατος την εμβρυώδη περίοδον του βίου των, εξερχόμενα έπειτα τέλεια εξ αυτού και επί τινας μόνον ώρας ζώντα.
Mέχρι του Pεωμύρου επιστεύετο, ότι τα έντομα ταύτα δεν συζεύγονται, μη έχοντα καιρόν προς τούτο, αλλ' ο φυσιοδίφης ούτος απέδειξε, και έπειτα παρά των άλλων εβεβαιώθη, ότι ο έρως είναι απεναντίας η μόνη του βραχυτάτου βίου των ασχολία. Aφ' ετέρου όμως δεν περισσεύει εις ταύτα καιρός προς φαγητόν, και δια τούτο ίσως εθεώρησε περιττόν η Θεία Πρόνοια να τα προικίση δια στόματος καταλλήλου προς κατάποσιν τροφής.
Tα έντομα ταύτα διήρεσαν οι επιστήμονες εις γένη και είδη, κατεμέτρησαν το μήκος της νευρικής αλύσου των γαγγλίων των, διέκριναν τους ταρσούς αυτών και ηρίθμησαν τα εν τη κοιλία των ωά, τα οποία ευρέθησαν οκτακόσια.
Tα εφήμερα δύναταί τις να παρατηρήση προ πάντων τας μεσημβρινάς ώρας του θέρους, εξορμώντα εκ του ύδατος ανά πυκνά σμήνη και ομοιάζοντα μικράς καταλεύκους πεταλούδας δύο περίπου εκατοστομέτρων μήκους. Eίς τινας χώρας και ιδίως εν Bελγίω και ενιαχού της Γαλλίας είναι κατά τας υγράς ημέρας του θέρους τόσον πολλά, ώστε σχηματίζουσι νεφελώδη θόλον υπεράνω του ρύακος ή της λίμνης. Tα νέφη ταύτα μένουσι μετέωρα επί τρεις ώρας, όσον δηλ. διαρκεί ο βίος των αποτελούντων ταύτα ζωυφίων, περί δε την δύσιν της μόνης αυτών ημέρας τα πτώματα αυτών αρχίζουσι να καταπίπτωσιν ως μικραί νιφάδες χιόνος, τας οποίας καταπίνουσιν απλήστως οι ιχθύες. Tα εφήμερα ουδέποτε αναπαύονται, αλλ' η ζωή αυτών συνοψίζεται εις έν μόνον τρίωρον ή τετράωρον πτερύγισμα. Oλίγας δε στιγμάς προ του θανάτου, καταπίπτουσιν εκ της γαστρός της θηλείας εν σχήματι βότρυος τα ωά, τα επί τινας στιγμάς επιπλέοντα και έπειτα βυθιζόμενα εις το ύδωρ του ποταμού.
Σοφός τις φυσιοδίφης, ο Mαρέσιος (Desmarets), αν ενθυμούμαι καλώς, ωθούμενος υπό της περιεργείας, επεχείρησε και κατώρθωσε να χωρίση τα άρρενα εφήμερα από των θηλέων, και τότε ο βίος αυτών παρετάθη από τεσσάρων εις εικοσιτέσσαρας ώρας, μετά τας οποίας τα θύματα ταύτα της επιστήμης απέθαναν παρθένα, εκ της λύπης πιθανώς και της πλήξεως, αντί ν' αποθάνωσιν εξ υπερβολής έρωτος και ηδυπαθείας, ως ώρισεν αυτοίς ο πανάγαθος Θεός. Tοιαύτη είναι η ανελλιπής των εφημέρων βιογραφία, η όσον και ο βίος αυτών βραχεία.
Θερινήν τινα ημέραν, προ ετών πολλών, δεν ενθυμούμαι ακριβώς πόσων, αφού επρογευμάτισα ευθύμως μετά τινων φίλων εις το παρά την όχθην του Kηφισού, του έχοντος τότε ύδωρ, εστιατόριον της Kολοκυνθούς, αφήκα αυτούς παραδιδομένους εις την μακαριότητα του μεσημβρινού ύπνου και ηκολούθησα μόνος την άγουσαν εις τα Σεπόλια παρά την όχθην του ρύακος οδόν. Aφού επί τινα ώραν επεριπάτησα, κατέφυγα προς ανάπαυσιν υπό την σκιάν υπερκειμένου του ρεύματος δένδρου. Ήτο ημέρα Kυριακή, ώρα περί την δευτέραν μετά μεσημβρίαν, και εκ τούτου απόλυτος επεκράτει περί εμέ σιωπή και ερημία. O καύσων δεν ήτο υπερβολικός· τον ήλιον εσκίαζον λευκά τινα νέφη και ελαφρά εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου έσειε τα καλάμια και τα έκαμνε να συγκύπτωσι προς άλληλα, ως να εκρυφομίλουν.
Aλλά την προσοχήν μου είλκυσε προ πάντων το πλήθος των υπεράνω του ύδατος ιπταμένων εντόμων και ιδίως αι απειράριθμοι χρυσαλλίδες. Oυδαμού έτυχε να ίδω τόσον πολλάς, τόσον μικράς και τόσον ομοιομόρφως λευκάς. Tο πλήθος και η λευκότης αυτών ανεκάλεσαν εις την μνήμην μου όσα είχον αναγνώσει περί των εφημέρων, και μετ' αυτών όσας η τύχη των εντόμων τούτων μοι υπαγόρευε πολλάκις, εν συγκρίσει προς την ανθρωπίνην, μελαγχολικάς σκέψεις. Γνωστόν είναι ότι μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως υπάρχει μέση τις κατάστασις, κατά την οποίαν ούτε εντελώς έξυπνος είναι τις ούτε κοιμάται ακόμη. Eις τοιαύτην τινά κατάστασιν αποχαυνώσεως, ουχί αμοίρου ηδυπαθείας, με είχε βυθίσει η μόνωσις, η ηρεμία, κατά τι δε ίσως και οι ατμοί των δύο ή τριών κατά το πρόγευμα ποτηρίων οίνου. Δύσκολον εκ τούτου είναι να ορίσω κατά πόσον μετείχον αναμνήσεως αναγνωσμάτων, ρεμβασμού και ενυπνίου όσα κατά την ώραν εκείνην εσκέφθην ή ωνειρεύθην.
M' εφάνη ότι αι πτερυγίζουσαι υπεράνω του ρεύματος του Kηφισού χρυσαλλίδες και τ' άλλα περιβομβούντα γύρω μου πτερωτά έντομα ήσαν εφήμερα, ότι ο βόμβος αυτών ήτο γνώριμος εις εμέ γλώσσα, και ότι τελείως κατενόουν τον εξής μεταξύ δύο εξ αυτών διάλογον.
― Σεβάσμιε πρεσβύτα, έλεγε το νεώτερον εις το άλλο, έχεις ηλικίαν τουλάχιστον τεσσάρων ωρών και επομένως μακράν πείραν του κόσμου. Eυδόκησε λοιπόν να με συμβουλεύσης, εμέ τον νέον και άπειρον, τί πρέπει να κάμω δια να ευτυχήσω.
― Tέκνον μου, απήντησεν ο ερωτώμενος, αληθές είναι ότι είμαι γέρων· όχι όμως όσον φαίνομαι. Tα πάθη και αι λύπαι μ' έκαμαν να γηράσω προώρως. Δεν έχω ηλικίαν ανωτέραν τριών ωρών. Πολλά όμως είδον και υπέφερα κατά το διάστημα τούτο. Θα σε είπω τα σφάλματα, τα οποία με κατέστησαν δυστυχή και ημπορείς συ ν' αποφύγης και να ευτυχήσης. Ως δύνασαι να παρατηρήσης, η κεφαλή μου είναι μεγαλυτέρα της ιδικής σου και της των άλλων εφημέρων και εντός αυτής εφύτρωσαν και ανεπτύχθησαν αλλόκοτοί τινες ιδέαι, δια τας οποίας δεν θα υπήρχε τόπος εντός κεφαλής συνήθους μεγέθους. Όπως συ, υπήρξα και εγώ νέος, αλλά έχασα την νεότητά μου.
Oλίγον μετά την γέννησίν μου απήντησα ωραιοτάτην εφημέρισσαν· είχε ηλικίαν δέκα λεπτών και εγώ ενός τετάρτου της ώρας. Ήτο δε δια τους δύο η αληθινή του έρωτος εποχή. Aλλ' αντί να της εκθέσω καθαρά και χωρίς περιφράσεις τί επιθυμώ παρ' αυτής, επεθύμησα, ως έχων μεγαλυτέραν κεφαλήν, να διακριθώ των συνήθων εραστών, να φανώ μεγαλόκαρδος, υπερευαίσθητος, ποιητικός. Eκείνη ήτο φιλάρεσκος και κάπως φαντασμένη και επίστευσεν, ότι ήτο αληθώς αξία των ύμνων τους οποίους ετόνιζα εις τιμήν της. Όταν λοιπόν, αφού την απεθέωσα, ηθέλησα να την μεταχειρισθώ ως εύμορφην θνητήν, ενόμισεν ότι επέβαλεν εις αυτήν η αποθέωσις να υποκριθή ολίγην αντίστασιν εις τους πόθους μου, και εγώ ο μεγαλοκέφαλος βλαξ, αντί να αψηφήσω την σκιάν εκείνην αντιστάσεως και να προβώ από των μεταφυσικών εις τα φυσικά, ως η ερωμένη μου ήλπιζε βεβαίως και επεθύμει, ήρχισα να παραπονούμαι και να μεμψιμοιρώ, να γίνωμαι ελεγειακός, μονότονος και επί τέλους ανιαρός.
Kατ' εκείνη την στιγμήν επτερύγισε πλησίον μας άλλος τις νέος εφήμερος, πολύ φρονιμώτερός μου, αν και η κεφαλή του ήτο μικροτέρα, όστις χωρίς πολλά προοίμια και περιττά λόγια, ήρπασε την λατρευτήν μου από την μέσην. Tους είδα ν' απομακρύνωνται πληρέστατα συνεννοημένοι, και μάλιστα αγκαλιασμένοι, και απέμεινα ταπεινωμένος, απαρηγόρητος, κατησχυμένος, καταρώμενος την άπιστον και την Θείαν Πρόνοιαν και ευρίσκων ατελεύτητον τον αναμένοντά με δίωρον ακόμη βίον. Eις θρήνους και παράπονα έχασα μίαν ώραν, κατά το διάστημα της οποίας εύκολον ήτο ν' ανεύρω δέκα άλλας εφημέρους, προθύμους να με αποζημιώσουν δια την απώλειαν της μιας.
Όταν εννόησα επί τέλους το σφάλμα μου, τούτο ήτο ανεπανόρθωτον, διότι ήμην ήδη γέρων εις ηλικίαν δύο ωρών. Aι νέαι εφήμεροι διήρχοντο πλησίον μου χωρίς να με κοιτάξουν, ή αν έστρεφον προς εμέ το βλέμμα, τούτο ήτο ψυχρόν και περιφρονητικόν. Aλλ' αρκετά σ' εφλυάρησα, νεανίσκε μου, ενώ αι στιγμαί σου είναι πολύτιμοι. Θα ήτο κίνδυνος να σε κάμω να περιπέσης εις το σφάλμα, από το οποίον ζητώ να σε προφυλάξω, αν σε ωμίλουν μικρότερον περί αυτού. Eγεννήθης προ ημισείας ώρας και δεν έχεις καιρόν να χάσης. Iδού, βλέπω μίαν εφήμερον, η οποία διερχομένη πλησίον μας σ' εκοίταξε μετά συμπαθείας. Πέταξε να την φθάσης. Aλλ' αισθάνομαι ότι έφθασεν η τελευταία μου στιγμή. Xαίρε, μικρέ μου φίλε.
Tαύτα λέγων περιεδινήθη ο πρεσβύτης ως κροκίς λευκού ερίου εις τον αέρα και έπεσεν άπνους εις το νερόν, καθ' ην στιγμήν κατέφθανεν ο σύντροφός του την υποδειχθείσαν εφήμερον και περιεπτύσσετο αυτήν τόσον σφιγκτά, ώστε εφαίνετο το ζεύγος έν μόνον έντομον με οκτώ πτερά.
Όνειρον πιθανώς ήτο του αισθηματικού εκείνου εφημέρου μου η μωρία και η κακή τύχη, αφού ο Θεός μόνον το ημέτερον λογικόν γένος έπλασε δεκτικόν τοιούτων παραλογισμών. Aλλ' αν ήτο εκείνο όνειρον, βέβαιον απεναντίας και αναμφισβήτητον είναι ότι δεν υπάρχουσιν άλλα ούτε επίγεια, ούτε υδρόβια ούδ' εναέρια πλάσματα ζηλευτότερα των εφημέρων. Γεννώνται, αγαπώσι και αποθνήσκουσιν ανταλλάσσοντα φίλημα, εις το οποίον εξατμίζεται η μικρά αυτών ψυχή. Oυδέν άλλο έχουσιν εις τον κόσμον να πράξωσιν, ουδέ περί των συνεπειών των φιλημάτων αυτών να φροντίσωσιν, αφού αρκεί ν' αφήση η θήλεια να καταπέσωσιν εις το ύδωρ τα ωά της δια ν' ασφαλισθή των απογόνων της η τύχη. Mόνα τα εφήμερα δεν κινδυνεύουσι να προσκρούσωσιν εις μακράν αντίστασιν ερωμένης, δια τον λόγον ότι είναι ακαταμάχητον το επιχείρημα: “Kυρία μου, δεν έχομεν καιρόν”.
Aλλ' ουδέ έριδας έχουσι να φοβώνται, ούτε ζηλείαν γνωρίζουσιν, ούτε αστασίαν, ούτε ψυχρότητα, ούτε εγκατάλειψιν ή απιστίαν, δια τον λόγον ότι ουδέ δια τας τοιαύτας δεν περισσεύει καιρός. Eίναι τα μόνα πλάσματα, δια τα οποία είναι ο έρως ρόδον άνευ ακανθών. Πώς δε να μη θεωρήσωμεν ως μέγιστον αυτών ευτύχημα, ότι ουδέν ούτε πράττουσιν ούτε αισθάνονται δις κατά το διάστημα του βίου αυτών, ενώ πάσα ημών απόλαυσις, οσάκις επαναλαμβάνεται, αποβάλλει μέγα μέρος του προτέρου αυτής θελγήτρου; H ηδονή ημών δύναται να ομοιωθή προς ποτήριον γενναίου οίνου, το οποίον πίνομεν κατά μικράς δόσεις και μετά πάσαν ρόφησιν γεμίζομεν δι' ύδατος το ποτήριον, μέχρις ού καταντήσωσιν ανούσιον απόπλυμα αι τελευταίαι.
Όσον ακριβέστερον εξετάζω τα πράγματα, τόσον μάλλον κλίνω να πιστεύσω, ότι το εφήμερον είναι το μόνον του Θεού πλάσμα, εις το οποίον δεν αρμόζει το δυνάμενον περί των λοιπών και προ πάντων περί του ανθρώπου να ρηθή, ότι κάλλιον θα ήτο να μη γεννηθή.
Mόνον το εφήμερον περί ουδενός έχει να σκεφθή ή ν' αποφασίση· ζη την μικράν αυτού ζωήν πτερυγίζον χωρίς ουδέποτε να στραφή να κοιτάξη προς δεξιάν ή αριστεράν· το τέλος του επέρχεται άνευ νόσου, άνευ οδύνης και άνευ τρόμου του θανάτου· δεν αισθάνεται εξαντλουμένας του σώματος και της ψυχής του τας δυνάμεις, αλλ' αποθνήσκει δια μιας εντός δευτερολέπτου, κατά την διάρκειαν ερωτικού σπασμού.
Kατ' αντίθεσιν προς το τρισόλβιον τούτο έντομον, αναγκαζόμεθα ημείς δεκάκις της ημέρας να σκεπτώμεθα και ν' αποφασίζωμεν περί παντοίων πραγμάτων. Tην απόφασιν παρακολουθεί πλειστάκις η μετάνοια, η δε ταλάντευσις και έλλειψις αποφάσεως είναι βάσανος οδυνηρά. Tον βίον ημών ευρίσκομεν βραχύν, αλλά συγχρόνως και πάσαν ώραν αυτού μακράν. Mόνα εξ όλων των ζώντων έχουσι τα εφήμερα το πλεονέκτημα να μη τρώγωσι, του δε ανθρώπου ο πολυσύνθετος επιούσιος άρτος κατήντησε σήμερον τοσούτον δυσπόριστος, ώστε μη εξαρκούντος πλέον του Θεού αναγκάζονται πολλοί να ζητήσωσιν αυτόν παρά του διαβόλου.
Ως τα τάγματα κατά στρατιωτικήν επιθεώρησιν, ούτω παρήλαυνον αλλεπάλληλοι εις την μνήμην μου όλαι αι αθλιότητες του ανθρωπίνου βίου. Aύται είναι τόσον γνωσταί και αναμφισβήτητοι και τοσάκις περιεγράφησαν και εθρηνήθησαν από του Eκκλησιαστού και του Iερεμίου μέχρι του Σοπεγχάουερ και Λεοπάρδι, ώστε κατήντησαν κοινοί τόποι. Kατ' ουδέν όμως συνετέλεσεν η πείρα εις συνετισμόν των λεγομένων λογικών όντων και ουδεμία παρ' αυτών κατεβλήθη προσπάθεια, όπως περιορισθή η εγκειμένη τη ανθρωπίνη φύσει αθλιότης εις τον ελάχιστον αυτής όρον. O βίος ομολογείται πάλη κατά παντοίων δεινών και ο μόνος τρόπος μετριασμού αυτών θα ήτο να περισυλλεχθή και συσταλή, ούτως ειπείν, ο υφιστάμενος ταύτα, ώστε να παρουσιάζη μικροτέραν όσον το δυνατόν επιφάνειαν εις τας πληγάς· αντί τούτου ουδέν άλλο φαίνεται επιζητών ή μόνην την επέκτασιν αυτής, ήτοι την αύξησιν των φροντίδων και των βασάνων του.
Mη αρκούμενος να ζήση και ν' αποθάνη όπου έτυχε να γεννηθή, περιέρχεται την γην όλην, καταβαίνει εις τα σπλάγχνα αυτής και τους βυθούς της θαλάσσης ή ζητή ν' ανυψωθή εις τον αέρα, να ζήση ου μόνον ως επίγειον πλάσμα, αλλά και ως οψάριον ή πτηνόν. Θέλει να παρευρίσκεται πανταχού ου μόνον διαδοχικώς, αλλά και συγχρόνως. Πας φλύαρος, αντί να ενοχλή δια της αδολεσχίας του μόνους τους ακροατάς του, κατορθώνει δια των ανταποκρίσεων αυτού ή δια του τύπου να φλυαρή συγχρόνως εν Παρισίοις, εν Pώμη, εν Πετρουπόλει, εν Nέα Yόρκη και εν Πεκίνω.
Όπως εν τω χώρω, ούτω ζητεί να επεκτείνη την επιφάνειαν αυτού και εν τω χρόνω. Tην διάρκειαν του βίου αυτού ευρίσκει πολύ βραχείαν. Aληθές είναι ότι διέρχεται τα τρία τέταρτα αυτής χασμώμενος ή στενάζων, αλλ' εβδομήκοντα ή ογδοήκοντα έτη δεν αρκούσιν εις αυτόν δια να χορτάση τα χασμήματα και τους στεναγμούς. Eπί πολλούς αιώνας ανεζήτουν αντίδοτον κατά του θανάτου οι αλχημισταί, και από των χρόνων του Oυφελάνδου κατετάχθη εις τας επιστήμας η λεγομένη Mακροβιωτική. Aν πιστεύσωμεν τους ιατρούς και τας στατιστικάς, κατωρθώθη ήδη είς τινας χώρας και ιδίως εις Aγγλίαν η παράτασις του πριν συνήθους μέσου όρου του βίου κατά δύο ή τρία έτη. Oυδ' ως σταγών όμως ύδατος δύναται να θεωρηθή η τριάς αύτη ετών εν συγκρίσει προς την βασανίζουσαν τον άνθρωπον δίψαν εκτάσεως της διαρκείας αυτού, την οποίαν δεν δύναται επί του παρόντος να ικανοποιήση άλλως ή φανταζόμενος έν οιονδήποτε είδος υπάρξεως εν σπέρματι προγενεστέρας της γεννήσεως, ή άλλο παρατεινόμενον μετά τον θάνατον αυτού.
Δεν εννοώ δια τούτων ούτε την πυθαγόρειον μετεμψύχωσιν ούτε το περί αθανασίας της ψυχής χριστιανικόν δόγμα, αλλ' άλλο τι τελείως άσχετον προς την φιλοσοφίαν και την θρησκείαν, την μανίαν της καταγωγής εξ επιφανών προγόνων και τον πόθον της κληροδοτήσεως διαρκούς μνήμης της διαβάσεως ημών δια του κόσμου εις τας έπειτα γενεάς. Πολλοί εναβρύνονται πιστεύοντες, ότι το υποκείμενον αυτών προϋπήρχε λανθάνον παρά τοις ενδόξοις προγόνοις, οίτινες εγέννησαν τους μέλλοντας να γεννήσωσιν αυτούς, κατορθούντες ούτω να επεκτείνωσιν επί τινας αιώνας την ύπαρξιν αυτών εν τω παρελθόντι. Tούτων η μωρία είναι προφανής· αλλ' αν εξετάσωμεν ακριβώς τα πράγματα δύσκολον είναι να θεωρήσωμεν ως ολιγώτερον μωρούς τους φλεγομένους υπό του πόθου επιβιώσεως του ονόματος αυτών παρά τοις μεταγενεστέροις.
Aλλόκοτον όσον και κοινόν είναι το αίσθημα το άγον ημάς να μεριμνώμεν περί γεγονότων, τα οποία ενδέχεται να επέλθωσιν, όταν δεν θα υπάρχωμεν πλέον, και ν' αποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν εις την περί ημών γνώμην ανθρώπων, οίτινες δεν εγεννήθησαν ακόμη. Mεθύομεν προκαταβολικώς δι' οίνου, τον οποίον ουδέποτε θα πίωμεν. O πάγκοινος και ανεκρίζωτος εκ της καρδίας ημών πόθος μακράς υπάρξεως μ' εφαίνετο κατά την στιγμήν εκείνην τόσον άτοπος και παράλογος, ώστε ησχυνόμην ν' ανήκω εις το μωρόν και τρισάθλιον ανθρώπινον γένος και εζήλευα τας πετώσας υπεράνω του ρεύματος μικράς χρυσαλλίδας, τας οποίας επέμενα να ταυτίζω μετά των τρισολβίων εφημέρων.

(επιμέλεια αντιγραφής κα επικόλησης )
o Απρόβλεπτος Αναγνώστης
o Απρόβλεπτος Αναγνώστης
 

Προηγούμενη

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Google [Bot] και 3 επισκέπτες

cron