ας γράψουμε ιστορίες

Τα σκαμνάκια.

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Τα σκαμνάκια.

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Δευτ Νοέμ 07, 2005 4:51 pm

Στις γειτονιές τα παλιά χρόνια, το σούρουπο, την ώρα που γράφω αυτό το κείμενο, οι παλιοί άνθρωποι έβγαζαν τα σκαμνάκια τους στο ρείθρο του δρόμου. Έστρωναν καμιά κουρελού , κανένα πρόχειρο πανί, κανένα στρογγυλό μαξιλαράκι χειροποίητο και τα έλεγαν. Ήταν καμιά γριά με πατημένες παντόφλες, καμιά μεσόκοπη με στοχαστικό χαμόγελο, καμιά νια που έτρωγε όρθια βανίλια κτυπώντας το κουταλάκι της στο ποτήρι από ανία, κανένα κοριτσάκι που τρίβονταν στη ποδιά της μάνας του, κανένα μωρό που το ταχτιντήριζε καμιά πεθερά και κανένας γάτος παρά κει που παρατηρούσε με απορία ανοιγοκλείνοντας με μέθοδο τα μάτια του.

Και στα καφενεία παρά κάτω, μετά τη μεγάλη κατηφοριά τα ίδια γίνονταν. Ήταν τίποτα γέροι που στύλωναν τις χούφτες πάνω στη μαγκούρα τους, τίποτα μεσόκοποι αγρότες με το απογευματινό πουκάμισο που συζήταγαν τη τιμή του φασολιού, τίποτα αργόσχολοι ολημερίς με το κομπολόι, τίποτα νεαρά παιδιά αμούστακα που πηγαινόφερναν τους καφέδες και τα διπλά κονιάκ και πάνω απ όλα ήταν ο καφετζής με τη κοντή ποδιά που γυρόφερνε σκουπίζοντας τα τραπέζια με το πανί το βρόμικο, έριχνε κανένα κούτσουρο στη σόμπα, έσερνε τις καρέκλες στη θέση τους, έφερνε τη τράπουλα, το τάβλι και έδινε τα ρέστα.

Μετά το χωριό βυθιζόταν στη σιωπή, αμέσως μετά που έκλειναν τα φώτα στο καφενείο δηλαδή, λίγο πριν μαζέψουν τα σκαμνάκια τους οι γυναίκες, ένας- ένας σκόρπιζαν τις καληνύχτες τους στον αέρα και τράβαγαν για τα σπίτια τους, σκοτεινές σιλουέτες μέσα στη νύχτα.

Αυτά χάθηκαν πια.
Τα σκαμνάκια τραβήχτηκαν μέσα, τα καφενεία ερήμωσαν και στις γειτονιές έμεινε μόνο ο γάτος να κοιτά με απορία το δρόμο.


Προχθές σε μια συζήτηση κάποιος είπε ότι καπιταλισμός θέλει τον άνθρωπο μόνο του. Σωστό είναι.
Η αυλή.
Η αλάνα.
Το καφενείο.
Χάθηκαν.

Ωστόσο σε αυτές τις αυλές, πάνω στα σκαμνάκια, κάτι ξύλινα,χαμηλά που καθόσουν διπλωμένος στα δυο οι γυναίκες έλεγαν ιστορίες μέχρι αργά το βράδυ. Συχνά κρύωναν λίγο και δίπλωναν τα πόδια μέσα στη φούστα, τυλίγονταν μέσα στις μπελερίνες τους, κοκάλωναν τα δάκτυλα και παρατούσαν το βελονάκι να τα χουχουλιάσουν στις μασχάλες μα εκείνες εκεί ...τις τραβούσε ιστορία και όλο έλεγαν " και μετά και μετά;" κοιτάζοντας ανήσυχες το δρόμο μπας και φαίνονταν στο δρόμο να ανεβαίνουν οι άνδρες και έμενε ιστορία στη μέση αλλά όχι αργούσαν ακόμη και ρουφούσαν τις λέξεις για λίγο ακόμα, τις έπιαναν στον αέρα πριν ακόμα τις πει ολόκληρες αυτή που μιλούσε, κουνώντας το σώμα πίσω- μπροστά, πίσω- μπροστά - έρχονται; όχι, όχι..αργούσαν....
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Τρί Νοέμ 08, 2005 9:01 pm

Αυτή είναι μια πολύ παλιά ιστορία που η γριά η Σουρεκλεμέ είπε στη δισέγγονή της ένα απόβραδο δίπλα στη στόφα. Η μικρή γκρίνιαζε από νωρίς γιατί η μάνα της είχε αποκάμει από τις δουλειές στο Βάλτο. Ωρες για ιστορίες δεν είχε, είπε και χάθηκε στους σταύλους με μια τριχιά στο χέρι να δέσει τη Καφετιά Γελάδα, την ετοιμόγεννη. Η γριά πήρε τότε τη δισεγγόνα της στην αγκαλιά, έσυρε το σκαμνί και άρχισε:





«Στο ζωικό βασίλειο τσούπρα μου όλα τα ζωντανά είχαν μια συγκεκριμένη φωνή.
Έτσι, οι γάιδαροι έκαναν γκάου, οι αγελάδες μουουου, οι κότες κακα-κοκο, οι κόκορες κικιρικικι, οι παπαγάλοι παγκλ- πακγλ, οι πάπιες παπα, οι γάτες νιαου νιαου, οι σκύλοι γαβ γαβ και τα πουλάκια τσιουτσιου. Έτσι όταν ακουγόταν ξάφνου ένα γκάου όλα τα υπόλοιπα τα ζωντανά κατοικίδια, του δάσους, της ζούγκλας ή ό,τι άλλο, ήξεραν ότι μιλούσε ένας γάιδαρος, όταν ακουγόταν κακακα ήξεραν ότι μιλούσε κότα, όταν έλεε παπαπα, πάπια και ούτω καθ εξής.

Το πρόβλημα είναι όμως ότι μια μέρα ξάφνου παρουσιαστηκε κάποιο ζώο που έκαμε όλες τις φωνές μαζί. Η λαλιά του ήταν θαρρώ κάπως έτσι: γκαουμουουκακακοκοκικιρικικι; Παγκλ! Παγκλ! Παπαπα! Νιαουουου.....Γαβ-γαβ! Τσίου!

Τότε όλα τα άλλα τα ζωντανά έμειναν άλαλα και κοιτάχτηκαν με απορία γιατί δεν νοούσαν ποιος μιλούσε.

Ωστόσο κάτι έπρεπε να απαντήσουν.

Αποκλείεται όμως να μπορούσαν να αποκριθούν όλο αυτό το γκαουμουουκακακοκοκικιρικικιπαγκλ παγκλπαπαπανιαουουουγαβγαβτσίου γιατί δεν ήταν η λαλιά τους.

Οι γάιδαροι τότε σήκωσαν προσεχτικοί τα αυτιά τους, γιατί νόμισαν ότι άκουσαν κάπου μέσα σε αυτή την άγνωστη λαλιά ένα γκαου, όπως και οι αγελάδες σταμάτησαν προς στιγμή να μασουλάνε τη χλόη γιατί το αυτί τους έπιασε ένα μουουου, οι κόκορες το ίδιο, κάτι σαν κιρικικι άκουσαν και οι κότες κακακα και οι πάπιες τίναξαν τα φτερά τους, σίγουρα αυτό ήταν παπαπα σκέφτηκαν και οι παπαγάλοι το ίδιο παγκλ παγκλ άκουσαν και οι σκύλοι κούνησαν μουδιασμένοι την ουρά τους- πώς; γαβ δεν ήταν αυτό; Νιάου είπε και η γάτα εκνευρισμένη κάτω από το δένδρο που τσιου πέταξε το πουλί.

Κι έτσι με όλες αυτές τις λαλιές που αποκρίθηκαν τα ζωντανά νομίζοντας ότι άκουσαν μέσα στη άγνωστη λαλιά και τη δική τους, αναπαράχθηκε άθελά τους πάλι η λαλιά του περίεργου ζώου που λαλούσε μόνο του από μακριά : γκαουμουουκακακοκοκικιρικικιπαγκλ παγκλπαπαπανιαουουουγαβγαβτσίου!.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, τη περίεργη αυτή λαλιά τη πήρε η Ηχώ και τη κτύπησε με δύναμη στα βουνά και μετά τη γύρισε πίσω στα αυτιά των ζωντανών, ακόμα πιο απαίσια: γκαουουου μουουουουου κακαααααα κοκοοοοοοοο κκκκκκκκικιρικικιιιιιιιι παγκλλλλλλλ παγκλ παπαπααααααααααα νιαουουουουουουου γαβγαβββββββββββ τσίου ιου ιου ιου ιου ιου...............


Τότε τα ζωντανά νόμισαν με το δίκιο τους, ότι τους μιλούσε και δεύτερο ζώο, από την άλλη μεριά αυτή τη φορά. Αρχισαν να γυρίζουν τη μουσούδα τους έκπληκτα μια από δω και μια από κει ακούγοντας την ίδια περίεργη λαλιά νομίζοντας ότι η φύση γέννησε ένα καινούργιο ζώο που συνέθετε όλες τις λαλιές τους.

Πώς γίνεται αυτό αναρρωτήθηκαν; Γιατί η φύση μάς έστειλε τέτοια συμφορά; Πώς θα συνεννοούμαστε τώρα; Πώς θα βρίσκουμε τους ομοίους μας, οι γάιδαροι τους γαιδάρους, οι αγελάδες τις αγελάδες, οι κότες τις κότες, οι κόκορες τους κοκόρους, οι παπαγάλοι τους παπαγάλους, οι πάπιες τις πάπιες, οι σκύλοι τους σκύλους, οι γάτες τις γάτες και τα πουλιά τα πουλιά;

Πώς θα μιλάμε;
Πώς θα καλούμε το ταίρι μας;
Πώς θα ζευγαρώνουμε;
Πώς θα βόσκουμε μαζί στο λιβάδι παρέα με τον κολλητό μας;
Πώς θα αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον αφού κάποιος μας έκλεψε τη λαλιά;

Πώς θα κρατήσουμε τον εαυτό μας και τη λαλιά του;


Αυτό λοιπόν το φοβερό πράγμα συνέβηκε τα πολύ παλιά χρόνια στα ζωντανά της Γης.

Τα ζωντάνά ωστόσο ήταν έξυπνα, δεν ήταν χαζά ούτε τίποτα τρομαγμένα ζωντανά, άπειρα. Ωστόσο απάντηση δε μπορούσαν να δώσουν στο τελευταίο ερώτημα που πρόβαλε μπροστά τους και κοίταζαν το ένα το άλλο αμήχανα.

Στη πεδιάδα απλώθηκε τότε σιωπή και ακουγόταν μόνο η ανατριχιαστική λαλιά του άγνωστου ζώου από μακριά, παραμορφωμένη από την Ηχώ:
γκαουουου μουουουουου κακαααααα κοκοοοοοοοο κκκκκκκκικιρικικιιιιιιιι παγκλλλλλλλ παγκλ παπαπααααααααααα νιαουουουουουουου γαβγαβββββββββββ τσίου ιου ιου ιου ιου ιου...............

Τα ζωντανά σάστισαν. Τέτοιο πράγμα δε είχαν ξαναμετακούσει. Μερικά άρχισαν να τρέχουν πάνω κάτω τρομαγμένα, άλλα μάζεψαν τα μικρά τους κι έφυγαν, άλλα πάλι αποτραβήχτηκαν στη φωλιά τους και το έριξαν στον ύπνο, ανοίγοντας πού και πού το μάτι τους να δουν τι γίνεται. Η πεδιάδα ερήμωσε και στις άλλοτε εύφορες περιοχές, τριγυρνούσε τώρα μόνο το καινούργιο ζώο, λαλούσε τη λαλιά του ανενόχλητο, μοναδικός κυρίαρχος έσκαβε με τα νύχια του, έτρωγε τη χλόη, τους σπόρους, τα σανά στους στάβλους, μέχρι που η γης αποψιλώθηκε τελείως, οπότε άρχισε να ξεθάβει και τα κόκαλα που είχαν κρύψει οι σκύλοι και να χώνει τη μουσούδα του μέσα στους κάδους να φάει τα σκουπίδια που είχαν πετάξει ανέμελα τα ζωντανά στο δάσος παλαιότερα .

Και οι μέρες περνούσαν.

Μέχρι που ήλθε ο χειμώνας και άρχισε η βαρυχειμωνιά.

Τα ζωντανά τραβήχτηκαν πιο μέσα στις φωλιές να ζεσταθούν, πού και πού έβγαζαν μόνο τις μουσούδες τους έξω να οσφρηστούν αν πέρναγε κανένα άλλο πλάσμα ζωντανό από κει, να μάθουν τι γινόταν κάτω στην εγκαταλελειμμένη κοιλάδα μα ψυχή πουθενά! Μόνο τα κοράκια πέταγαν ψηλά, κάνοντας διαρκώς κύκλους να αρπάξουν κανένα σκαντζόχοιρο, κανένα κουνέλι, κανένα ποντικό που απελπισμένο για τροφή θα ξεμύτιζε. Γιατί οι προμήθειες όλες είχαν τελειώσει από νωρίς, μιας και το καλοκαίρι δεν είχαν προλάβει να μαζέψουν μπόλικη τροφή.

Στη μέση του χειμώνα ήλθε και το χιόνι.
Το τοπίο κατάλευκο.
Ίδιο σάβανο του Θανάτου!
Τα ζωντανά μέσα έμεναν από την έγνοια των ιχνών που θα άφηναν αν περπατούσαν πάνω στο άσπρο σεντόνι. Αν τα ακολουθούσε το τέρας με τη περίεργη λαλιά μέχρι τη φωλιά; Αν ήταν κανένα τεράστιο ζώο; Κανένας δεινόσαυρος που με την ουρά του θα σάρωνε όλη τη φωλιά να τραβήξει έξω τα μικρά τους; Τι άλλο, σκέφτονταν άξιζε να περισώσουν εκτός από τα μικρά;. Και τα έτρεφαν με ό,τι έβρισκαν ένα γύρω από τη φωλιά, δίνοντάς τους ακόμα και το μερτικό τους από τη φτωχή συγκομιδή της γυροβολιάς.

Όλα ήταν εναντίον τους λοιπόν, αναρωτιόνταν. Ακόμα και ο Χειμώνας και το Χιόνι και η Βροχή και ο ʼνεμος και ο Κεραυνός. Όλα!

Τότε όμως, μέσα στη γενική παραλυσία έγινε κάτι ανέλπιστο.

Ένα από τα ζωντανά – θαρρώ το πιο απαρατήρητο που τα υπόλοιπα ζωντανά δε μετρούσαν για φίλο αλλά για εχθρό, επειδή μαζί με τα κοράκια αποτελείωνε τα ζώα που έπεφταν στις παρατημένες παγίδες των κυνηγών, έσυρε το κορμί του έξω από τη τρύπα του, σήκωσε το γλοιώδες σώμα του και μίλησε.

-Ε! Συντρόφοι είπε. Μη φοβούστε απορπισμένοι. Είμαστε και μεις εδώ. Δυάρα τσακιστή δε δίνουμε για το ζωντανό στη πεδιάδα. Τα πόστα μας εμάς των σκουληκιών είναι μέσα στο χώμα, εκεί που μένει ο Θάνατος. Που δε χτυπιέται από κανέναν γιατί είναι αήττητος. Κι όλοι το ξέρουνε και κρύβουνται από δαύτον μέχρι που τονε μεγαλώσανε και τον αψηλώσανε με το φόβο τους, ενώ εμείς πιο ταπεινά πλάσματα, ζωύφια της Γης συνεργαζόμαστε μαζί του και παίρνουμε μερίδιο από το φαγί του.

-Πώς; Έκαναν τα ζώα εμβρόντητα. Τι λαλιά είναι πάλι αυτή; Είχε πει « φαγί»;

Ναι, έτσι είπε «φαγί» θέλοντας να πει «φαΐ» και ήταν περίεργη η λαλιά του, προσωπική. Στραμπούλαγε τις λέξεις, έκοβε σύμφωνα, παραμόρφωνε τα φωνήεντα και είχε η ομιλία του μιαν όμορφη μελωδικότητα έτσι όπως έλεγε τις λέξεις παχιές και χορταστικές.

- Δεν είμαστε δα και πολλοί, συνέχισε το σκουλήκι να μιλά στα ζωντανά που είχαν βγάλει τις μουσούδες τους καλά- καλά έξω από τη φωλιά Μια χούφτα είμαστε αλλά έτσι είναι η φτιαξιά μας και το έργο μας που ό,τι παίρνουμε από τη ζωή να το ξαναγυρνούμε στη ζωή.

Τα ζωντανά σκέφτηκαν τούτα τα λόγια και το πλησίασαν πιο πολύ και είδαν ότι τα μάτια του ήταν απόγλυκα και ησυχασμένα σαν η ψυχούλα του να είχε μιαν ελαφράδα.

-Στη ζωή, επανέλαβε το σκουλήκι σαν ηχώ.

-Αλλά! Γιατί θαρρείτε βγαίνει ο ήλιος κάθε μέρα, έκανε ύστερα από λίγο. Κι αυτή είναι η δική μας η δουλειά, να στεκόμαστε αντίβαρο στο Θάνατο. Για να μην έλθει τούμπα αυτός ο έρμος κόσμος.

- Διότι, συνέχισε σκαλίζοντας με τα πόδια του το χώμα, ο καθείς στο κόσμο τούτο έχει το έργο του. Και από το έργο του αποκτά και τη λαλιά του. Ο ʼνεμος έχει άλλη φωνή από της Βροχής και του Κεραυνού, το ζώο από τον άνθρωπο, το πουλί από το ερπετό και το ψάρι του γιαλού.

Τα ζωντανά βρήκαν ότι πράγματι έτσι ήταν. Θυμήθηκαν τόσο καιρό μέσα στις φωλιές που άκουγαν τον ʼνεμο. Είχε πάντα την ίδια φωνή. Ουουουου έκανε περνώντας μέσα από τις σπηλιές. Ουουου και μέσα από τα κοιλώματα. Ουουου και μέσα από τις καμινάδες των σπιτιών και ήταν αδύνατο τη λαλιά του να την μπερδέψεις με της Βροχής που χτύπαγε ντιγκ-ντιγκ πάνω στους τσίγκους ή του Κεραυνού μπουμμμμμμμμ- μπουμμμμ πάνω από τις βουνοκορφές.

- Μιλάνε το καθένα ξεχωριστά με τη δική του τη λαλιά, είπε τότε ο γάιδαρος αφήνοντας ένα μακρόσυρτο γκααααααααααα στον αέρα. Και όλα τα ζώα τον κοίταξαν έκπληκτα.

Πώς δε το είχαν σκεφτεί;
Τι είχε κάνει το περίεργο ζώο κάτω στη πεδιάδα, άλλο εκτός από το να ανακατέψει τις φωνές τους;
Μα τίποτα.
Κι ωστόσο το αποτέλεσμα ήταν τερατώδες. Απεχθές. Τρομαχτικό. Παρανοϊκό.


-Μουουυυ, έκανε η αγελάδα ξεθαρρεύοντας, μού φαίνεται ότι ο σκώληξ ομιλεί ορθώς αν και καθήμενος!

-Γρρρρρρρρρρρρ γρύλισε ο σκύλος προσπαθώντας να ξεκολλήσει ένα τσιμπούρι από το αυτί του.

-Αυτό είναι, ναι, όλο το πρόβλημα ! είπαν όλα μαζί τα ζώα που είχαν βγει πια κανονικά πάνω στο χιόνι κάνοντας κύκλους, προβάροντας τις φωνές τους .


-Θα μιλάμε ένας – ένας, επανέλαβε ευτυχισμένος ο παπαγάλος.

-Ωστόσο σιγανά, ώστε να μη παίρνει η Ηχώ τη φωνή μας, πρόσθεσε η αγελάδα ψιθυριστά.

-Ουουουυου σαν τον Ανεμο αλύχτησε ο σκύλος δείχνοντας τους κυνόδοντες και τους κοπτήρες.

Σωστα είπε η γάτα με νόημα αφήνοντας ένα ανατριχιαστικό νιαούρισμα μέσα στο παγωμένο τοπίο.

-Σαν τη Βροχή, είπε η κότα ευτυχισμένη που είχε ξεθάψει ένα σπόρο με το νύχι της.

-Σα το Κεραυνό, τόλμησε και η πάπια βηματίζοντας πάνω κάτω στο χιόνι παρατηρώντας τα ίχνη της.

- Τσίου, είπε το πουλί στο κόκορα, εμείς οι δυο είμαστε πτην, πρέπει να ξεκαθαρίσουν καλά οι λαλιές μας.


Ο σκώληκας άρχισε τότε να σέρνεται κατά τη κοιλάδα αφήνοντας πίσω του ένα γυαλιστερό ίχνος.

Γενική ευδαιμονία άρχισε να απλώνεται πέρα ως πέρα καθώς τα ζώα λαλούσαν με τη σειρά, το καθένα ξανά τη δική του λαλιά, δηλώνοντας τη δική του ταυτότητα. Η Ηχώ προσπαθούσε να τις μπερδέψει αλλά εκείνα πονηρά άφηναν ανάμεσα διαστήματα.. Έτσι, κάθε λαλιά γύριζε πίσω παραμορφωμένη λίγο αλλά ξεχωριστή, σαν του Ανέμου και της Βροχής και του Κεραυνού. Καθάριες. Αδύνατον να τις μπερδέψεις πια.


Είχαν φτάσει στον όχτο του γκρεμού τώρα, πίσω από το σκουλήκι, να παρατηρήσουν τι γινόταν κάτω στη πεδιάδα.

Το ζώο ήταν ακόμη εκεί λαλώντας τις λαλιές τους. Το αφουγκράστηκαν προσεχτικά.
Η φωνή του είχε αδυνατίσει να προσπαθεί να αρθρώσει ξένες λαλιές. Τις δικές τους.

-Δεν έχει δική του λαλιά, φώναξαν τα ζώα πανηγυρίζοντας. Εκλεψε τις δικές μας. Παρατάχθηκαν τότε ήσυχα απέναντι και άρχισα ένα- ένα κάθε φορά, να του αποκρίνονται Το ζώο απάντησε ερεθισμένο με ομοβροντία:
γκαουμουουκακακοκοκικιρικικιπαγκλπαγκλπαπαπανιαουουουγαβγαβτσίο


Τα ζωντανά όμως, κάλυψαν με τα χέρια τα τύμπανά τους και επανέλαβαν το καθένα αργά – αργά και σταθερά :
γκαου
μου
κα
κο
παγκλ
πα
γαβ
νιαου
τσιου.

Το ζώο στη κοιλάδα ξαφνιάστηκε.
Γκαουμουουκακακοκοκικιρικικιπαγκλπαγκλπαπαπανιαουουουγαβγαβτσίου, επανέλαβε πιο δυνατά.

Μα τα ζωντανά πάλι αποκρίθηκαν με τη σειρά το καθένα τη δική του τη λαλιά.
Και συνέχισαν έτσι για πολλή ώρα να απαντούν, μέχρι που ο ήλιος έγειρε και οι φωνητικές χορδές του ζώου κάτω στη κοιλάδα κάμφθηκαν.

Τούτα τα ζωντανά του έπαιρναν πάλι πίσω μια- μια, όσες λαλιές τους είχε κλέψει.!
Γύρισε τότε κι έφυγε προς το ποτάμι ήσυχα.

Δεν ήξερε πού πήγαινε.
Τούτες ήταν ξένες φωνές, σκέφτηκε. Που άκουγε να σχίζουν τον αέρα.

Τα ζωντανά το ελυπήθηκαν».



-Σουρεκλεμέ, ξαφνιάστηκε η δισεγγόνα, η αγελάδα η Καφετιά, δεν είναι που μουγκανίζει έτσι;
Ναι, είπε η γριά . Αναγνώρισες τη φωνή της.. Φαίνεται θα γεννήσει.!

Κάτω από το μουστάκι της ήταν μια υποψία χαμόγελου ικανοποίησης.
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό fbl » Τετ Νοέμ 09, 2005 2:43 am

Ανανεωση.....


Ανανεωση ντιανα....


να ανανεωνεις ειναι αναγκη .......
Απολυτη αναγκη... κ αυτο ειναι το εργο της νεοτητας.....


Αλλα εξισου μεγαλη αναγκη ειναι οσα με την ανανεωση εχεις κερδισει να τα σταθεροποιεις , να τα τακτοποιεις , και να τα παραδινεις στις επομενες γενιες .... Αυτο ειναι το μεγα χρεος....


Κριμα στο νεο που δεν υπηρξε καινοτομος , καταλυτης των φθαρμενων απο τη πολυχρησια τυπων ' και ντροπη στο γερο που εξακολουθει να αρνιεται τα παραδομενα.

Καθε ηλικια ( και καθε γενια ) εχει το δικο της ρολο να παιξει , και αστοχει
οταν παιρνει το ρολο της αλλης . Αξιοπαρατηρητο μαλιστα ειναι τουτο : Οτι οσο πιο επαναστατης ειναι κανεις στα νιατα του , τοσο καταλαβαινει στα γεραματα του την αξια του αποκτημενου . Και οσο συντηρητικος ειναι στα νιατα του , τοσο λιγοτερο εκτιμα τη παραδοση στα γεραματα του .
Επειτα λοιπον απο την επιμονη δραση των πρωτων ηλικιων , τα γεραματα ως αποληξη και στεφανωμα του βιου ειναι η αναπαυτικη θεωρηση των σκληρων αγωνων της ζωης ......


Εμεις και οσοι απο εμας εχουν δει τα σκηνικα που περιγραφεις .... το κοσμο στα πεζοδρομια μεχρι αργα... τις σκηνες των ''μεγαλων'' στα καφενεια... τον εαυτο μας καπου εκει μεσα στις γειτονιες να παιζει με τα φυσοκαλαμα , με την αμπαριζα και ενα σωρο αλλα δημιουργικα παιχνιδια ισως μας δοθηκε και ενα χρεος να θυμομαστε και αν μπορουμε ισως και να προστατεψουμε η και στη καλυτερη περιπτωση να μεταδοσουμε οτι γνωρισαμε...






Οταν βλεπεις απο πολυ μακρια μπορει να χανεις τις λεπτομερειες , αλλα εχεις μια αδροτερη στις κυριες γραμμες , αλλα καθαροτερη εικονα ..........






Μικρη μικρη υποσημειωση.....


Ισως επειδη σημερα ζουμε μεσα σε λαους που ο καθενας εχει τη δικη του
φυσιογνωμια , το δικο του πολιτισμο , τη δικη του ιστορια νομιζουμε οτι το καθεστως αυτο υπαρχει ανεκαθεν και θα δια-τηρηθει αιωνιως , ως συμφωνο με τη <<φυση>> του ανθρωπου .
Δυστυχως ομως αντιθετα προς οτι υποθετει ο κοινος νους , το σημερινο
συστημα ζωης του πολιτισμενου ανθρωπου ειναι μια κατασταση ιστορικη σχετικα προσφατη που κανεις δε μπορει να προβλεψει , εαν και ποσο θα διατηρηθει .

Τοσο αναλλοιωτη , οσο κολακευομαστε να πιστευουμε η` οσο με απελπισια παραδεχομαστε , δε φαινεται να ειναι η << φυση >> του ανθρωπου .....
press alt + f4 after read..
Άβαταρ μέλους
fbl
super member
 
Δημοσιεύσεις: 224
Εγγραφή: Τρί Φεβ 15, 2005 1:47 am

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Τετ Νοέμ 09, 2005 9:19 pm

Συμφωνώ γενικά με όσα λες με μια μικρή επιφύλαξη όσον αφορά τη διάκριση που κάνεις μεταξύ συντηρητικού και επαναστάτη.

Λες ότι οσο πιο επαναστατης ειναι κανεις στα νιατα του , τοσο καταλαβαινει στα γεραματα του την αξια του αποκτημενου . Και οσο συντηρητικος ειναι στα νιατα του , τοσο λιγοτερο εκτιμα τη παραδοση στα γεραματα του .

Νομίζω ότι η βασική διαφορά μεταξύ συντηρητικού και επαναστάτη είναι ότι ο συντηρητικός παρά τα φαινόμενα δε γνωρίζει τι είναι παράδοση ενώ ο επαναστάτης τη γνωρίζει και την απορρίπτει ή αντίθετα την υιοθετεί.

Με τον όρο «συντηρητικός» εννοούμε εκείνον που δεν αποκλίνει από τη νόρμα, δηλαδή από αυτό που είθισται . Ως εκ τούτου, ο συντηρητικός εκτιμά τη παράδοση όσο αυτή υιοθετείται από το ρεύμα.. Δεν είναι συνειδητή του επιλογή αλλά ένα κεκτημένο που ακολουθεί τυφλά χωρίς ερωτηματικό και επομένως οποιοδήποτε στροφή του ρεύματος προς άλλη κατεύθυνση θα τον βρει σύμφωνο.

Αυτή είναι η συνηθισμένη αντιμετώπιση ζωής των περισσοτέρων νεοελλήνων που χωρίς να αναλύσουν το γιατί, το πώς και το αν είναι κάτι παράδοση, το αναμειγνύουν με οτιδήποτε του ρεύματος, έτσι ώστε να δημιουργείται τελικά το λεγόμενο κιτς. Και λίγο παράδοση δηλαδή και λίγο μοντέρνο, λίγο από δω, λίγο από την Ευρώπη, λίγο και από το χωριό, λίγο και από αυτό που είδαμε στη τηλεόραση, το « όνειρο» που θα θέλαμε να φτάσουμε αλλά τα στενά όρια της καθημερινής πραγματικότητάς μας δε το επιτρέπουν.

Με άλλα λόγια ο συντηρητικός όλη του τη ζωή θα τη περάσει με το ρεύμα και στα γηρατειά που δε θα μπορεί πλέον να το ακολουθήσει, θα γίνει σκηροπυρηνικός.. Θα παλινδρομήσει σε αξίες και τρόπους ζωής που θα απέχουν τόσο από το γίγνεσθαι της εποχής, όσο και από τη παράδοση ή από αυτό που εκείνος θα θεωρεί παράδοση. Θα παραδώσει επομένως τη δική του διαστρεβλωμένη αλήθεια και όχι τη παράδοση.

Ο συντηρητισμός σε αυτή τη περίπτωση ταυτίζεται με τον μικροαστισμό και αυτό που θα παραδοθεί τελικά στη νέα γενιά δε θα είναι η παράδοση αλλά μια μασκαράτα.


Ο επαναστάτης αντίθετα γνωρίζει πολύ καλά τι είναι παράδοση και επιδίδεται στην αφαίρεση. Για αυτό και επαναστατεί. Επειδή κρατά το ωφέλιμο βάρος και αποβάλει το περιττό και το φτιασιδωμένο. Δεν είναι τυχαίο ότι η στροφή προς τους παραδοσιακούς τρόπους διατροφής, διασκέδασης, κοινωνικοποίησης κλπ κλπ υιοθετείται από επαναστάτες, δηλαδή από σκεπτόμενους ανθρώπους. Το να χορέψεις καλαματιανό αποτελεί πλέον μια πράξη επαναστατική που ανήκει όχι στους συντηρητικούς αλλά στα « ψώνια» που κατά σχήμα παράδοξο στρέφονται προς το παρελθόν.

Ετσι ο επαναστάτης θα παραδώσει το ατόφιο, όχι το ψέμα.

Ομως όλη αυτός ο θόρυβος γύρω από τη παράδοση είναι και αυτός ένα κατασκεύασμα. Κάτι κάλπικο.

Κάθε προσέγγιση της « παράδοσης», η διατήρησή της, το χρέος όπως λες είναι κάλπικο.

Ο αγρότης του 60 δεν ήξερε τι είναι παράδοση. Ζούσε λιτά σε ένα λιτό δωμάτιο.
Χόρευε τους κυκλικούς χορούς γιατί ήταν οι χοροί του. Τραγούδαγε τα δημοτικά του γιατί ήταν η μουσική του. Φορούσε την τοπική ενδυμασία γιατί ήταν το ρούχο του. Ελεγε τις προσευχές του γιατί πίστευε στο θεό του.

Ο αστός ήταν εκείνος που έθεσε θέμα παράδοσης.
Αυτός εφηύρε τη διακόσμηση. Τη Μόδα . Το δήθεν δηλαδή.

Και βέβαια αυτόν μόνο απασχολεί η παράδοση και το « χρέος» να την διατηρήσει και να την παραδώσει στη νέα γενιά.

Με αυτό το σκεπτικό κάνω σαφή διαχωρισμό μεταξύ της εγκεφαλικότητας και του συναισθήματος όσον αφορά τη παράδοση, την οποία απορρίπτω σαν έννοια και εγκεφαλικά και συναισθηματικά. Ολα όσα γράφω κατά καιρούς τα εντάσσω απλά στο Παρελθόν και τη νοσταλγία του.
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό atomant » Παρ Νοέμ 11, 2005 5:37 pm

Πεφρυγμένα Γεώμηλα

Και τώρα εδώ ψηλά από την Ελάτη Βυτίνας άλλαξε ο (μικρό)κόσμος μου όταν, κάτω από τον τεράστιο πλάτανο , ο Βρόντακας ή κύριος Μπούμης εθεάθη να πίνει πορτοκαλάδα!

Μείναμε άφωνοι, άπαντες!
Ο Μπούμης πορτοκαλάδα;
Ο Βρόντακας που έχει καταπιεί θάλασσες αλκοόλ;
Ο εβδομηκοντούτης αιώνιος, αμετανόητος νεανίας που έχει ξεχάσει πώς είναι το νεράκι του Θεού;

Και όμως. Το είδα και η ζωή μου άλλαξε.
Τι θα λέω τώρα στα παιδιά μου ;


Πάει... θ' αναγκαστώ να (ξανά)ανοίξω την τηλεόραση και τα ραδιόφωνα, να (ξανά)διαβάσω εφημερίδες μασώντας Πεφρυγμένα Γεώμηλα

Τσικ,Τσικ,
























ΥΓ. Μοσχομύριζει το χωριό από τις πίτες της Ευδοκίας (αυτή η γυναίκα δεν κουράζεται ποτέ...).
Γεύσεις λεπτές, βαθύτατα πολιτισμικές, ομίχλη και οίνος (άκρατός τε και εγκρατής) άφθονος.
Βουνά, ποτάμια, λίμνες, πηγές, κάμποι.
Όχι.

Ο κόσμος δεν άλλαξε, παρά την προδοσία του κυρίου Μπούμη.
Άβαταρ μέλους
atomant
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 698
Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2004 4:39 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Πέμ Νοέμ 17, 2005 8:24 pm

-Βρέχει βροχή μεγάλη, είπε η γρια η Σουρεκλεμέ και κίνησε κατά το παράθυρο σούρνοντας ελαφρά τις παντούφλες της.
Ήταν μια μεγάλη τζαμαρία που είχε αντικαταστήσει τα δυο μικρά παράθυρα από κυπαρίσσι για να βλέπουσι καλύτερα τις σκοτεινές μέρες σαν τούτη εδώ. Τα παραθύρια είχαν ξηλωθεί συμπούμπουλα από κει που στέκονταν επί 150 χρόνια ανελλιπώς και είχαν ριχτεί στη στόφα διαμαρτυρόμενα, απλώνοντας αναλαμπή στη κάμαρα ,σκιές και τριξίματα μιας άλλης εποχής που παρήρχετο ανεπιστρεπτί, σκορπίζοντας γλυκύτατη θερμότητα.

-Τι είπες γιαγιά, αλαφιάστηκε η εγγόνα της στο παραγώνι όπου την είχε αρπάξει στιγμιαίως ο ύπνος.
-Βρέχει, επανέλαβε η Σουρεκλεμέ και εις τον νου της ήλθε η εικόνα της μικρής να τη τραβά από τη ποδιά και να επαναλαμβάνει μονότονα:
-Νόνα, νόνα έχω μεγάλη φωνή...
Το επεισόδιο είχε συμβεί χρόνια πίσω μια μέρα σαν και τούτη που έβρεχε με το τουλούμι. Οι άνθρωποι του σπιτιού είχαν τρέξει σαν σήμερις να διαφεντέψουν τη βροχή, ήγουν να σιγουρέψουν τα ζωντανά, να κόψουν ξύλο μικρό, τόσο ώστε να χωρεί από το πορτάκι της σόμπας, σκόρπιοι όλοι δεξιά και αριστερά, μικροί και μεγάλοι, ο καθένας με τη δική του δουλειά εν όψει του επικείμενου χειμώνος. Στο σπίτι είχαν απομείνει οι δυο τους, αυτή, η Σουρεκλεμέ η πιο μεγάλη και η πιο μικρή της φαμελιάς, η εγγόνα της, η τελευταία Σουρεκλεμέ που έφερε και το όνομά της, αν και έτσι όπως πάγαιναν τα πράγματα η Σουρεκλεμέ ήταν σίγουρη πως ο κόσμος θα τελείωνε από ημέρα εις ημέρα και το όνομα θα σταματούσε εκεί.

Και απόδειξη σε τούτο είχε, καθότι η μικρή μέρες τώρα γυρόφερνε τις κάμαρες τραβώντας τις φούστες των γυναικών λέοντας και ξαναλέοντας « έχω φωνή μεγάλη» και κλαψούριζε μπερδεύοντας τα ποδαράκια της ανάμεσα στα σκαμνάκια, τα εργαλεία της ραπτικής, τις σκάφες και τα στρωσίδια χωρίς να ικανοποιείται από τις απαντήσεις που ελάμβανε.

Γιατρός στο χωριό δεν υπήρχε. Δις το μήνα ανέβαινε μόνο ο αγροτικός από το Κάτω Χωριό να κάνει το ιατρείο του στη κοινότητα, μικρό κτίριο δωρεά Αλέξανδρου Στίγγκου, παλινοστούντος εξ Αμερικής και η μαία κατά παράδοση δεύτερη στη σειρά γνωρίζουσα τα μυστήρια της ιατρικής, αφού εφήρμοσε όλα τα γιατροσόφια της είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά με απόγνωση.

Όπου η Σουρεκλεμέ θα ήταν τότε καμιά σαρανταριά χρονώ, πρόσεξε ότι η μικρή έφερνε τα χεράκια της στα αυτιά και αίφνης ο νους της φωτίσθηκε και κατάλαβε μονομιάς ότι η εγγόνα της άκουε την ίδια της τη φωνή και τρόμαζε.

-Ολίγο κερί παραπάνω εις τα αυτιά, μονολόγησε σιγανά η Σουρεκλεμέ κάνει τον άνθρωπο σοφότερο. Τόσο που να ακούει τη φωνή του και να τρομάζει...

-Τι λες εκεί Σουρεκλεμέ, επανέλαβε πιο δυνατά η εγγόνα της.
-Αλίμονο σε μένα που ακούω ακόμη η καψερή σα λύκος, πρόσθεσε η γρια απορροφημένη στους συλλογισμούς της.

-Ναι, Σουρεκλεμέ, τη καθησύχασε από τη γωνιά η εγγόνα της. Μη σκιάζεσαι, ακούς σα λύκος και κουκουλώθηκε ξανά στη χόβολη με τη μπατανία της. Η γιαγιά φοβάται μη χάσει την ακοή της, σκέφτηκε και χαμογέλασε τρυφερά..
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Παρ Νοέμ 25, 2005 12:38 am

Τη γριά την Σουρεκλεμέ δε πρέπει να τη ζορίζεις πολύ να σου πει ιστορίες γιατί με το ζόρι στέκει. Είναι φέτο κοντά τα εκατό και οι ιστορίες χάνονται . Δε θυμάται ούτε τι έφαε το μεσημέρι. Η καλύτερη ώρα να πας όμως να τη βρεις είναι το απόβραδο μόλις ανάψει το καντήλι και πάρει το χτένι για να χτενιστεί. Λύνει το μαντήλι να φτιάξει κοτσίδα και συγχρόνως λέει τη βραδινή της προσευχή. Το κεφάλι της γυρίζει τότε. Το μάγουλο κοιτά το σανίδι, το σαγόνι προβάλλει μυτερό τη σκιά του πάνω στο φύλλο του ντουλαπιού και λέει λέει. Αν εκείνη την ώρα πεις μαζί της ένα κύριε ελέησον, τότε θα σου πει κι αυτή άλλο ένα και σιγά σιγά το μυαλό της θα φύει από τις προσευχές, θα πάει στο ποτάμι εκεί που γύριζε η κωφάλαλη με το καλάμι να πιάσει το ψάρι να το πάει στη παπαδιά να το μαγειρέψει.

Η παπαδιά ήταν τσιγκούνα πολύ. Τον καφέ τον μέτραγε μαζί με τον μουσαφίρη. Ηξερε πόσους καφέδες έψησε στον καθένα. Τόσοι μουσαίρηδες τόσοι καφέδες. Τους έγραφε όλους πίσω από τη πόρτα με το παρατσούκλι. Γράμματα δεν ήξερε, γραμμές τραβούσε, μια δίπλα την άλλη, άλλοτε όρθιες άλλοτε λίγο γυρτές και τρεμάμενες ανάλογα τη βιασύνη της στιγμής και την αντίσταση της σκλήθρας πάνω στο σανίδι της πόρτας. Τρεις ο σουλεϊμές, 5 ο ντρίγκας, 6 ο γκιντώνης και πάει λέγοντας. Τα πρόσφορα τα μετρούσε κι αυτά. Τα καταχώνιαζε τυλιγμένα με τη κουβέρτα στη κασέλα με το λουκέτο και τα έβγαζε στο τραπέζι με τη σειρά. Ο παπάς ποτέ δε έφαγε πρόσφορο αυτής της ημέρας αλλά της χθεσινής και της προχθεσινής. Σκληρά ήντουσαν αλλά η παπαδιά είχε ακόμα όλα τα δόντια της. Ο παπάς τα βουτούσε στο κρασί.

Την κωφάλαλη ο παπάς τη πήρε από το Πάνω Χωριό, από τον Βοσκό τον Σούρτη που είχε εφτά παιδιά, όλα νηστικά και ξυπόλητα μεγαλωμένα με το ξεροκόμματο, κανένα κομμάτι τυρί πολύ σπάνια, γύρω στις γιορτάδες. Την πήρε, δεν είναι το σωστό αλλά ας το λέμε τώρα έτσι για να μη χαθεί η σειρά. Αλλιώς γίνηκε αλλά τα πράγματα για να κατανοηθούν θέλουν και να τ αλλάζεις λίγο, ειδεμή σκουντουφλάς στον τύπο και το νήμα μπερδεύεται.

Ο βοσκός ο Σούρτης λοιπόν, την είχε πάρει πάλι από το Κάτω χωριό, από το Γύφτο τον καρβουνιάρη. Ο Γύφτος την φόρτωνε στο κάρβουνο και γυρίζανε μαζί τα χωριά να τον βοηθάει με τα σακιά και το φτυάρι. Πού την είχε βρει τούτος, η Σουρεκλεμέ δεν ήξερε. Ο Γύφτος έλεγε ότι βρέθηκε καταμεσής στο δρόμο του όταν ήταν ίσαμε 15 χρονών κοπελούδα και άλλη εξήγηση δεν έδινε. Οταν έκλεισε το καρβουνιάρικο την έδωσε στον Βοσκό του Σούρτη που την είχε να φυλά τα πρόβατα μαζί με το σκυλί από το λύκο. Τα δικά του δε τα στελνε γιατί ήταν όλα μικρά , καμωμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Οταν έπεσε ο πυρετός στο κοπάδι, ο Βοσκός ο Σούρτης δεν είχε το γάλα και το τυρί για πούλημα, πέρναγε είπε με τριφτάδες – και την αμόλησε να γυρίζει ολούθε να του φέρνει κανένα χόρτο αλλά το κορίτσι αυτομόλησε και πήγε στην εκκλησιά και έβγαλε στη λειτουργιά κραυγή μεγάλη. Αρχισε να ανάβει τα καντήλια και να ξύνει το κερί από τα μανουάλια και το δάπεδο, γονατιστή, κατακόκκινη κι όταν γύρισε ο Βοσκός να τη γυρέψει πίσω, ο παπάς δεν του την έδωκε γιατί είπε πλάσμα του θεού που ζήτησε καταφύγιο στην εκκλησιά ανήκε στο ναό κι εκεί θα την κρατούσε δικαιωματικά και σύμφωνα με τη παράδοση και τον άγραφο νόμο. Και έτσι έκαμε.

Η κωφάλαλη όνομα δεν είχε -μη και δεν ήταν βαπτισμένη κιόλα- αλλά όλοι τη φώναξαν από τη πρώτη φορά που την αντίκρισαν να ξύνει το κερί, το Μανουάλι. Με το καιρό το έκοψαν και αυτό και την προσφωνάγανε, Μανού.
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Τρί Νοέμ 29, 2005 11:19 pm

Η Μανού την αλαλία και τη κουφαμάρα της την είχε εξ αιτίας των καλικαντζαραίων.
Μάτιαξαν τα κεντίδια την ώρα που την ετύλιξαν οι γυναίκες που προστρέξανε ξαφνιασμένες.
Γιατί η γέννα δεν προειδοποιάει και ο πόνος την έσφαξε τη γυναίκα το δωδεκαήμερο, πρόωρα πάνω στους 7 μήνες.
Πώς να το ξέρει από πριν να τα δώκει του παπά, να τα βάλει τούτος κάτω από την Αγια Τράπεζα, να φύγουν τα κακά τα πνεύματα;
Πάει μείνανε αλειτούργητα. Και επήραν την ακοή και τη λαλιά από το παιδί της καψερής και την εδώκαν στα δικά τους τα κερατούκλικα, να έχουν να λαλούν το δωδεκαήμερο και να ακούν καλά – καλά το θυμιατήρι του παπά, να φεύγουν απ αεί, να αδειάζει ο τόπος πάνω ακριβώς στα Θεοφάνια και μετά πάλι του χρόνου κάποια δόλια γυναίκα θα βρήσκαν να κάμουνε καμώματα ίδια.

Ετσι το εξήγησε η παπαδιά που ήξερε τη φύση κάθε αρρώστιας.
Και ας μην έλεγε τίποτα ο Γύφτος ο καρβουνιάρης, αφού το είχε πει εκείνη, το δίχως άλλο έτσι ήτανε. Γιατί εκείνη γνώριζε σα γυναίκα παπά τα κρυφά πράγματα, χώρια που η Σουρεκλεμές το πονιάστηκε ότι για να τα ξέρει όλα τούτα, κάτι τις θα έπιανε το αυτί της από το μονόλογο του ιερέα, καθότι άμα το τσουζε λιγάκι ο παπάς μετά που ξομολογούσε τους χριστιανούς, ρχότανε η παπαδιά στα πόδια του κι αφουγκραζότανε και τον εξομολογούσε κι αυτή με το σειρά της το παπά, σα τίμια γυναίκα που ήτανε κι έπρεπε να ξέρει τι γινόταν στο χωριό και όλη την επικράτεια.

Παρ όλα αυτά οι γυναίκες της δυσπιστούσαν της Μανούς , την κρατούσαν την απόσταση και την παρακολουθούσαν με την άκρη του ματιού τους που γύριζε μέσα στην εκκλησιά άλλοτε καντηλανάφτρα και άλλοτε ταπεινή δούλα του ιερού, όπου συγύριζε τα ιερά , ευαγγέλια, θαυματουργές εικόνες και τα τοιαύτα. Βιαστικά της έδιναν το νάμα και το λάδι από το πορτάκι του ιερού, προσέχοντας να μην την αγγίξουν στα δάκτυλα και να μη παραμείνει το βλέμμα τους μέσα στα μάτια της, που είπε μια τους ήταν λαδιά με το χρώμα της ελιάς όταν στέκει πάνω στο κλαρί ακόμα πικρή, άγουρη.

Κι αν δεν μίλαγε κι αν δεν ήκουε η Μανού, ήξερε όμως νοηματική. Δική της και αυτοσχέδια. Ολα όσα της έκαμαν εντύπωση, ό, τι εισέβαλλε βίαια και παράνομα μέσα στο τρυφερό της εσωτερικό κόσμο, το ξεφορτωνότανε με ένα είδος νοηματικής καταγγελίας που έφτανε τον παροξυσμό και σε αυτό συντελούσαν και γκριμάτσες τις οποίες εκτελούσε επί τόπου τραβώντας σε επίμονα από το μανίκι.

Κι οι χωριανοί την εφοβούντο από τούτο της το κουσούρι. Το ότι δηλαδή ενώ δε διέθετε λαλιά, ήταν ολόκληρη λαλιά, αλώβητη μη γνωρίζουσα αναπαμό, σε διαρκή πόλεμο με τα παράξενα των ανθρώπων ή όσα η ίδια αντιλαμβανόταν παράξενα.

Τούτα τα δυο τελευταία τα πε ο δάσκαλος .

Αβατη περιοχή δεν γνώριζε. Στεκόταν στη σειρά της, στο τελευταίο σκαλί της μικρής κοινωνίας και από κει εξαπέλυε τη νοηματική της, η οποία με το καιρό την τοποθέτησε στη θέση του άμβωνα και οι χωριανοί την παρακολουθούσαν με πιότερο δέος από κείνο που όφειλαν στον παπά, διότι το κήρυγμα εκεινού αφορούσε την άλλη ζωή, την ανώτερη, ενώ εκεινής γύριζε γύρω από τα χαμηλά και τα ανθρώπινα που τους βούρλιζαν σε τούτη δω τη ζωή.

Ετσι είπε ο παπάς και μετά πήγε στο καφενείο του Φώτη και ήπιε μονορούφι μια τσικουδιά διπλή.

Μερικοί δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτις και φρόντιζαν να μην την συναπαντούν στο δρόμο τους, μη και μάθουν από δαύτην καμιά κρυμμένη ντροπή του σπιτιού τους, καμιά ντροπή του γείτονα που θα τους έμπλεκε και θα τους έφερνε σε δυσκολίες. Δεν ήθελαν να ξέρουν και αν έμαθαιναν δεν ήθελαν να τους νοιάζει αλλά ο τόπος μικρός, συνήθως όλοι έπαιρναν αργά- γρήγορα το μερδικό τους.

Αυτό το είπε η Σουρεκλεμέ.






β


Λίγο παραέξω από το χωριό, όχι παραπάνω από 10 λεπτά με το μουλάρι, ήταν ένα χάλασμα. Στεκόταν εκεί με τα παράθυρά του να χάσκουν, τον ένα τοίχο ανοιχτό και τη σκεπή άφαντη. Περικοκλάδες και αναρριχητικά φυτά - κισσοί, αγριοτριαντάφυλλα και τέτοια- σκαρφάλωναν στα γκωνάρια του, λαξεμένα τετράγωνα που το εστήριζαν ακόμα στο καιρό της Μανούς ή χώνονταν μέσα στις κουφάλες της πέτρας μαζί με τα σκορπίδια και τα άλλα ζωύφια της φύσης. Κει μέσα έβρισκαν καταφύγιο μόνο λιγοστά περιστέρια, κουρούνες που παραφυλάγανε τα σπαρτά , ποντικοί αρουραίοι και φίδια . Σπάνια τολμούσαν τίποτα χελιδόνια τον απρίλη που άνοιγε ο καιρός να στήσουν φωλιά αλλά κι αυτά την εγκατέλειπαν γρήγορα, πριν κάνουν αυγά τρομαγμένα από την ερημιά και την αγριάδα του τόπου.

Το χάλασμα αυτό οι χωριανοί δεν το πλησίαζαν. Κι ας είχε δίπλα πηγή που έδινε μπόλικο νερό, εκείνοι προτιμούσαν να κάνουν άλλο τόσο δρόμο και να πάνε να ποτίσουν τα ζωντανά από το αυλάκι της Αγιας- Παρασκευής, παρά να σταθούν εκεί δίπλα στις ετοιμόρροπες πέτρες, στα βρύα που σχημάτιζαν πάνω τους δράκους, χέρια , κέρατα κι άλλα τερατώδη πλάσματα της ονειροφαντασίας. Τα ζωντανά ρουθούνιζαν σαν περνούσαν μυρίζοντας το νερό και ο λαιμός τους ανατρίχιαζε από τη προσμονή του καθώς πλησίαζαν μα εκείνοι ξεπέζευαν και τραβώντας τα από το καπίστρι τα γύριζαν κατά το ξωκλήσσι και μόνο όταν απομακρύνονταν αρκετά ξανακαβαλίκευαν.

Ο θρύλος που πέρναγε από γενιά σε γενιά ήταν ότι κει μέσα είχε γίνει φονικό για την αγάπη της γυναίκας. Τέτοιαν αγάπη μολεμένη όμως που μόνο οι κουρούνες, τα όρνια του ουρανού, τα φίδια και οι αρουραίοι της γης μπορούσαν να αντικρίσουν κατάματα, καθότι ο γιος είχε αφανίσει πατέρα που σήκωσε τα μάτια του πάνω στη νύφη του και τη λάγνεψε σαν δική του ξεχνώντας το αίμα. Κι ήτανε γυναίκα όμορφη σαν την ξάστερη μέρα, φερμένη από διπλανό χωριό με γερό βιος και τίμια φαμελιά που την αγάπησε ο νέος και τη πήρε τίμια και ολαφάνερα με μάρτυρες και συγκατάθεση του πατέρα, όπως κρατούσε το έθιμο εκείνα τα χρόνια. Το μόνο που απέλειπε ήταν ότι κι εκείνη σαν τη δική μας τη Μανού, δεν είχε λαλιά κατά τα άλλα σε όλα ήταν ακέραια .

Ο νέος κρατούσε στο κάμπο, μακριά από το χωριό για τη μυρωδιά του χοίρου, χοιρινά, ίσαμε καμιά διακοσαριά, έλλειπε τη μέρα, καμιά φορά και τη νύχτα όπου τον εκρατούσαν οι ανάγκες της δουλειάς του ή ο καιρός σαν τον έκλεινε, θύελλα, λάσπη χιονιάς και κούραση καμιά φορά. Ο γέρος ήταν χήρος χρόνια και η ανάγκη της γυναίκας ήταν δυνατή παρόλα τα χρόνια ούτε είχε άλλη συντροφιά, καθότι η καρδιά είχε βαρύνει από τα χρόνια, κλεισμένος στον εαυτό του ζούσε ούτε εγγόνι είχε ακόμα ρθει να τραβηχτεί ο νους από τα ταπεινά και να περάσει αλλού σε πιο γλυκά πράγματα του αναπαμού και της λύτρωσης από το τέρας που χαρχάλευε μέσα του. Οπου το έκανε μια μέρα το αμάρτημα και η κοπέλα λαλιά δεν είχε να το πει και σε ποιον εξ άλλου, μάνα αδέλφια όλοι τους μακριά. Πήρε το σχοινί κι εκκρεμάσθη κι ο γέρος απέμεινε μέχρι το βράδυ κει να παρατηρεί το σώμα της άλαλος κι ετούτος, μη πιστεύοντας το κρίμα της στιγμής που σπίλωνε τη ψυχή του ανά τους αιώνας.

Γύρισε ο γιος το βράδυ αργά , είδε το σώμα της γυναίκας του να σαλεύει στον αέρα, είδε τα σημάδια της πάλης στη κάμαρα, τα βέβηλα σημάδια στους τρυφερούς γλουτούς, το βλέμμα του φταίχτη άδειο κατά που είχε μολέψει το κορμί. Κατάλαβε. Του σάλεψε. Εγινε το φονικό. Πέρασαν οι σφαίρες από άκρης ακρης το γέρικο πατρικό κούτελο, τινάχτηκε το μυαλό σα λάβα στους τοίχους, ανέβλυσε το αίμα σα πίδακας από το άσπρο τσερβέλο, σα κόκκινοι πανσέδες τόπους- τόπους οι αμαρτωλές σκέψεις, τα αγγίγματα σα φίδια , πετάχτηκαν κι αγκάλιασαν το γιο, άδειασαν τα μάτια του, έγιναν βαθιά ξεροπήγαδα και τον κατάπιαν, τον έστειλαν κι αυτόν στον κάτω κόσμο, κει που όλα τα αγαπημένα πρόσωπα το ένα πλάι στο άλλο, ζούνε μέσα στη λήθη, δεν κατέχουν τι έκαναν μεταξύ τους στο πάνω κόσμο, δεν έχουν μνήμη, δε ζητάνε συγχώρεση, δεν αγαπούν, δε μισούν, ζούνε βίο αναπαμένο.



Σ αυτόν τον τόπο λοιπόν τον καταραμένο, η Μανού πήγαινε μόνη από το χωριό. Δεν μιλούσε, δεν ήκουε, δεν ήξευρε, άρα το βήμα της ήταν ελεύθερο να το ορίζει ο σιωπηλός κόσμος της που δε νογούσε ούτε από τρόμους ούτε από οράματα που έφραζαν το δρόμο των άλλων ανθρώπων. Εστηνε τις πέτρες που έπεφταν με το καιρό, έβγανε με τα χέρια τους κισσούς που έκλειναν το τόπο, ξερίζωνε τα αγριόχορτα από τη γης σαν να ήταν στον οίκο της, κι οι χωρικοί βλέποντάς την άλαλη να τριγυρνά μέσα στο χάλασμα, έκαναν τον συνειρμό και την μπέρδευαν αίφνης με την πεθαμένη και σαν το έκαναν αυτό αλαφιάζονταν, δεν τους άρεσε που η κωφάλαλη προφύλαγε το χάλασμα από την αρπάγη του χρόνου, διατηρούσε τη μνήμη, φοβούνταν πολύ μην η ομοιότητα των πραγμάτων γεννήσει κανένα γιο πατροκτόνο, κανένα πατέρα αιμομίχτη και γυρίσουν πάλι οι παλιές ιστορίες και αναστατώσουν τις ψυχές, μαγαρίσουν το τόπο, πάρουν την αμαρτία να την κουβαλούν πια στους ώμους οι γιοι τους και τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους ωσάν να ήταν δικιά τους. Γιατί δεν είναι μόνο ο άρρωστος νους, ή η ανάγκη που κάνει το μυαλό του ανθρώπου να ξεστρατίζει από το λογικό και να παραλογίζεται, είναι και θύμησες που βρίσκονται μπροστά σου, ρίχνονται πάνω σου σα λάμιες από τη μεγάλη θύμηση, όλων των ανθρώπων, που καταγράφει το κακό κι απ όπου δε σβήνεται μήτε με προσευχή, μήτε με εγκράτεια, μήτε νηστεία, μήτε μετάληψη, μήτε ευχή γονέα παρά μόνο με τη θύμηση του ίδιου του κακού, το κρίμα του διπλανού σου που σε έβγαλε κοντολογίς από το βάρος του δικού σου κρίματος, από το δέος που ένιωσες όταν το έπραξε και τον λυτρωμό, όταν τον είδες να σέρνεται εκεί που θα σερνόσουν εσύ αν δε ήταν εκείνος. Κι έτσι τριγύριζε η Μανού, κωφή και άλαλη, χωρίς να το ξέρει μοναδική ιέρεια του κακού μέσα στο χάλασμα όταν τέλειωνε τα καθήκοντά της στην εκκλησιά , δίπλα στον ιερέα του καλού και των ανθρώπων.

Πολέμαγαν κι οι δυο τον ίδιο εχθρό, ο καθένας με το δικό του τρόπο.
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Πέμ Δεκ 08, 2005 11:49 pm

Το καιρό που γινόντουσαν αυτά, το χωριό δεν είχε ηλεκτρικό. Οι άνθρωποι σαν έγερνε η μέρα, κυκλοφορούσαν με το φανάρι του λαδιού πάνω στους κακοτράχαλους δρόμους σπαρμένους με τη καβαλίνα του αλόγου, τη κακαρέντζα του πρόβατου, όλοι ζώα και άνθρωποι τον ίδιο δρόμο πήγαιναν αδιάκριτα, ένα σανίδι χώριζε τις ζωές τους, πάνω οι ανθρώποι κι από κάτω μέσα στο σταύλο τα ζωντανά.

Η Σουρεκλεμέ, σοφή που είναι, ακόμα λέει ότι της έτυχε πολλές φορές να δει αυτό το σανίδι να το αφαιρεί ο διάβολος και άνθρωποι και ζώα τότε να ενώνονται σε ένα είδος μπάσταρδο, όπως ακριβώς όταν ενώνεται η φοράδα με τον γάιδαρο να βγάλει το μουλάρι.

Τέτοιο πλάσμα που έσερνε το κουτσό του πόδι στους μαχαλάδες του χωριού, ήταν ο Κoλοβός, ξώγαμο παιδί, κρυφά καμωμένο από τσιγγάνα και τον διάβολο τον ίδιο. Ο διάβολος είχε τη μορφή ανθρώπου που γύριζε τα βράδια στα παραθύρια των γυναικών που είχαν παραμείνει ανέραστα κορίτσια πατημένα τα 25-27, επειδή ο κύρης τους δεν είχε να τους δώσει βιος. Επειδή ξεγελάστηκαν κι αγάπησαν άνδρα πάνω από τη σειρά τους. Επειδή περίμεναν να τις καλέσει έξω ο αγαπημένος τους που είχε πάει να φτιάξει κομπόδεμα αλλά πάει ξεχάστηκε κει πέρα χωρίς γράμμα, είδηση καμιά, μαντάτο έστω πικρό ότι πέθανε, ότι νυμφεύτηκε άλλη γυναίκα. Και επειδή ήσαν δέκατες και δωδέκατες στη σειρά, τις είχαν πάρει τα χρόνια μέχρι να βρει γαμπρό η πρώτη και η δεύτερη κι είχαν μείνει πια με τους γέρους να τους γηροκομούν, να μεγαλώνουν τα παιδιά των άλλων αδελφάδων που είχαν προλάβει να παντρευτούν.

Και ήταν αυτές οι γυναίκες μέσα στη μελαγχολία και στένευε μέρα τη μέρα η καρδιά τους, γίνονταν στρυφνές, απότομες, υποχόνδριες με τα καθημερινά πράγματα του σπιτιού, τις μεγάλες εκρήξεις του γέλιου, τη χαρά, τη γιορτή όπου φύγει- φύγει ήντουσαν και ο κόσμος γι αυτό τις απέφευγε, τις είχε βάλει σε άλλη κατηγορία, τις μεγαλοκοπέλες όπως τις έλεγε, δρομολογημένες πια για το θάνατο, να τον κόβουν και να τον μασουλούν κομμάτι- κομμάτι καθημερινά κι όχι μονοκόμματο όπως όλοι οι υπόλοιποι ανθρώποι.

Ο διάβολος όμως όλα αυτά τα πράγματα τα ανθρώπινα τα ήξερε.
Ειδεμή τι διάβολος θα ήταν, όπως λέει και η Σουρεκλεμέ, που να μη γνωρίζει στο βάθος τους κρυφούς πόθους των ανθρώπων, τα φτιασίδια που σκαρφίζονται για να τους κουκουλώνουν, να μη μυρίζονται οι άλλοι άνθρώποι τι κρύβει η καρδιά. Κι ήταν σαν διάβολος, επίμονος και στριφογύριζε στις γειτονιές των κοριτσιών αυτών με τα δώρα του. Οπου δεν έπιανε το λιβάνι απλώνονταν τα λημέρια του, ήγουν σε κανένα μποστάνι ανάμεσα από τα λάχανα, κανένα σταύλο ζεστό σα χόβολη, κανένα αλώνι φυλαγμένο από ματιά ανθρώπου και κει έκανε τις τελετουργίες του σαν έπιανε μπόσικα τα κορμιά των κοριτσιών αυτών που είχαν σκληρύνει στην ώρα τους και ζήταγαν λυτρωμό. Τι να πει κανείς; Τότες ήταν οι μέρες που η μαμή στο κάτω ποτάμι είχε φούριες κρυφές, με τα βοτάνια και τα φίλτρα μα και από τα κρυφά όσο να κάνεις ,ξεφεύγουν καμιά φορά τα πράγματα και τότες γεννιόταν κανένα παιδί σημαδεμένο, με καμιά περίεργη ουλή, κανένα πόδι πιο κοντό, μουγκό, κουφό ή με ουρά σαν εκείνη του πατέρα του.

Τέτοιο παιδί ήταν λοιπόν και ο κολοβός που η μαμή στο κάτω ποτάμι του έκοψε την ουρά άμα το είδε και βγήκε από τη κοιλιά της μάνας του, της τσιγγάνας της τυφλής αλλά τι να το κάνεις, του μεινε το ποδάρι το κοντό και το πράγμα μίλαγε μόνο του. Το μόνο που διέφερε σε τούτον το σπόρο, τον παράνομο, ήταν ότι ήταν θρέμμα τσιγγάνας και τους τσιγγάνους δε τους ένοιαζαν αυτά τα πράγματα. Ολοι μαζί ζούσαν έξω από το χωριό, τα παιδιά τους ούλοι μαζί τα μεγάλωναν και τις θυγατέρες τους τις ήθελαν καρπερές είτε με αγάπη νόμιμη είτε με διαβολίσια γι αυτό και τον κολοβό τον είχαν λεύτερο να μπαινοβγαίνει στον καταυλισμό, να παίζει ανάμεσα στα παλούκια που στερέωναν τα στρογγυλά τους αντίσκηνα, με τη σόμπα στη μέση και τη τρύπα στη κορυφή να φεύγει ο καπνός, τις μπουγάδες και τα βαρέλια με τις φωτιές που μαζεύονταν τα τσιγγανόπουλα τα βράδια, να παρατηρήσουν τους άνδρες που μοίραζαν τα χρήματα είτε από τη ζητιανιά των παιδιών είτε από το κάρβουνο που πούλαγαν είτε από καμιά γυροβολιά κλοπιμέικη που ήταν πιο τίμια από όλες τις υπόλοιπες δουλειές.

Αυτό το παιδί λοιπόν, το κολοβό, που η μαμή στο κάτω ποτάμι του είχε κόψει την ουρά, που η μάνα του, η τσιγγάνα είχε πλαγιάσει με το διάβολο, που δεν την ένοιαζε που ήταν ο διάβολος αλλά σκέτος διάβολος που την ήθελε, ανέβαινε κουτσά το δρόμο, περνώντας από το κοιμητήρι, άναβε το καντήλι της τσιγγάνας και μετά συνέχιζε κατά το χάλασμα να βρει τη Μανού.

Τα όμοια πλάσματα αποζητάνε το ένα το άλλο.Ο Κολοβός ή και λοβός που τον φώναζε η παπαδιά για συντομία, είχε όλο το χρόνο σα κουτσός που ήτανε, να αφουγκραστεί τη Μανού, το βήμα του ήταν αργό όπως και η γλώσσα του κοριτσιού που έβγαζε μόνο κραυγές, κρωξίματα, μα την αλήθεια ίδια με της κουρούνας. Στεκόταν με λίγο ανασηκωμένο το πόδι του, το κουτσό, ελαφρά προτεταμένο μπροστά, το κορμί από την άλλη πάντα να ισορροπεί και την άκουε παρατηρώντας σύγχρονα τις γκριμάτσες που έκανε για να συμπληρώσει τη νοηματική της. Και ήταν τόση η χαρά της επικοινωνίας, τόση λαχτάρα να του πει η έρμη αυτά που στοιβάζονταν κάτω από την αργοκίνητη γλώσσα, που καμιά φορά τα μάτια της κάψιαζαν κι έλαμπαν σα να είχανε μέσα δάκρυ. Ο λοβός πάλι μεταχειριζόταν ό,τι είχε. Το κουτσό του το πόδι, πολλές φορές σαν δεν καταλάβαινε, το τίναζε μπροστά με θυμό, σαν το άλογο που σηκώνει την οπλή και τη βροντά κάτω αν το ξεχάσεις πολλή ώρα δεμένο, κουνούσε τα χέρια του σαρδανάπαλα, επαναλάμβανε τις γκριμάτσες, μέχρι που τις έμαθε απ έξω κι απέκτησαν έτσι τα δυο παιδιά δικό τους γλωσσάρι, ακατανόητο από τους άλλους. Το κορίτσι συχνά έκρυβε κάτω από τη φούστα της κανένα παλιό παπούτσι της παπαδιάς και το φόραγε στο δεξί της πόδι για να είναι πιο ψηλό. Και τους έβλεπες τότες, και τους δυο να κατηφορίζουν πλάι-πλάι, κουτσαίνοντας από τα αριστερά, μα την αλήθεια ήταν το πιο φοβιστικό θέαμα που είχε δει ποτέ το χωριό.
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Παρ Δεκ 09, 2005 12:03 am

Αλλοτε πάλι, τον τράβαγε από τους ώμους για να ανεβούν μαζί στο χάλασμα. Αν τους έβλεπες από πίσω, έμοιαζαν με ξύλινες κούκλες στημένες πάνω στον τοίχο από κανένα γύφτο πλανόδιο, από κείνους που σκαλίζουν το ξύλο για να παίξουν το παραμύθι στα παιδιά. Τα ποδάρια τους κρέμονταν, τα μαλλιά τους ανέμιζαν ανάμεσα στα πουλιά που έσκιζαν βιαστικά τον αέρα μέσα στο σούρουπο. Κι έτσι απλά κάθονταν εκεί, χωρίς να κινούνται , ασάλευτα , μυρίζοντας την νύχτα που ερχόταν τρέχοντας με τα μαλλιά της ξέπλεκα κι αυτή, γοργοπόδαρη και αλαφιασμένη, να προλάβει να εξαφανίσει και τη τελευταία ακτίνα μέσα από τις φυλλωσιές, τις κουφάλες, τις πτυχές της γης, πριν απλωθεί απ άκρης σε άκρης, μέσα στη σιγαλιά του κάμπου, λίγο πριν ανάψουν οι λάμπες του λαδιού στο χωριό που πλάγιαζε πάνω στην ανηφοράδα του βουνού.



δ

Ενα από τα καθήκοντα της μανούς ήταν να σηκώνεται νωρίς τα πρωινά στις κυριακάδες και πριν ακόμη νιφτεί, να πάρει το σχοινί να κτυπήσει το πρώτο σήμαντρο για τη λειτουργιά . Αυτό το καθήκον τής το είχε ορίσει από μόνη της η παπαδιά, απορπισμένη από το παπά που ιδίως τα βαριά πρωινά του γενάρη και του φλεβάρη, χουχουλιασμένος δίπλα στη χόβολη, έδενε το σκοινί στο κάγκελο του κρεβατιού και το τραβούσε από κει. Το σπίτι του, δίπατο, με τη προτομή του παππούλη του στην αυλή, που κι αυτός ήταν ιερέας σαν και του λόγου του, ήταν ακριβώς απέναντι από το καμπαναριό, ένα ψηλό καμπαναριό λιθόκτιστο, κτισμένο από τους λαγκαδιώτες του χτίστες που ήταν οι καλύτεροι της περιοχής και που το είχαν στήσει ευθύκορμο και καθώς πρέπει στο πλάι ακριβώς του ιερού, με ένα κοκκόρι στη κορυφή να αποδιώχνει τους κεραυνούς και στριφογυριστή σκάλα στο εσωτερικό του. Τη πονηριά αυτή ο παπάς την είχε σοφιστεί για να δίνει παραπάνω αξία στα πράγματα του θεού και να τραβάει τα απλοϊκά μυαλά των χωριανών προς τα μυστήρια και τα ακατανόητα των γραφών, γιατί καθώς έλεγε, δεν ήταν αυτός που βάραγε το σήμαντρο αλλά το σήμαντρο που βαρούσε από μόνο του τις κυριακάδες, από τη θεία βούληση. Και το σκοινί το πέρναγε με τρόπο ανάμεσα από τα κλαδιά ενός μεγάλου προύνου εκατονταετούς και βάλε, φυτεμένο από τον πατέρα του που κι αυτός παπάς στη σειρά , είχε επινοήσει αυτό το κόλπο για να παραμένει λίγο τι παραπάνω στα στρωσίδια του, ιδίως όταν είχε παγωνιά. Τούτος ο παπάς, ο δικός μας, έτσι το είχε βρει κι έτσι το έκανε, συνδυάζοντας όμως τη χουζουράδα με το δέος των πιστών κι έτσι όλα ήταν καθώς έπρεπε. Η παπαδιά όμως φοβόταν, μη και η κωφάλαλη κάνει πάλι καμιά παραξενιά κι αρχίσει πάλι τα νοήματα και με που την είδε να τα σκαρφίζεται και να τα ζωγραφίζει έτσι καλά τα λόγια της στο αέρα, σαν αγνό πλάσμα που τανε δίχως πλοκή, το λυσε το σκοινί και το δωκε σε δαύτην να το κουνά, να κτυπά η καμπάνα κανονικά από ανθρώπινο χέρι και στις γυναίκες που ρώτηξαν σαν γιατί παπαδιά δε βαρά πια η καμπάνα μόνη τη λειτουργιά, απήντησε ότι το χωριό ήταν αμαρτωλό με τόσα πράγματα που γίνονταν πίσω από τη πλάτη του αγγέλου και των αγίων και ότι ο παντοδύναμος που τα έβλεπε όλα από το ψηλό τρούλο με το μάτι του το ζωγραφιστό, είχε αποπάρει τη χάρη του κι ότι γι αυτό η καμπάνα σίγασε και τούτες πια οι γυναίκες οι αγράμματες, βαριά το είχανε πάρει που ο χριστός τη πήρε την ευλογία από το τόπο τους και δώστου περισσότερα πρόσφορα , λάδια, κρασί, ευχέλαια να μην ακουμπήσει κανένα κακό το σπίτι τους, νάσου και αίφνης γεμάτες οι κασέλες της παπαδιάς κι έτσι τα πράγματα έβαιναν καλώς, σύμφωνα όπως τα είχε κανονίσει η πονήρω η παπαδιά βαθιά μέσα από τη κουζίνα της.

Κι ήταν η γωνιά ετούτη της παπαδιάς λέει η Σουρεκλεμέ, όχι μόνο το ιερό τέτοιων σκοτεινών πραγμάτων που ερμήνευαν τα θελήματα και τις κρυφές σκέψεις του παντοδύναμου αλλά και τόπος άλλων πιο σκοτεινών υποθέσεων, που είχαν να κάνουν με τις θελήσεις και τις κρυφές σκέψεις των ανθρώπων, ιδίως των γυναικών που συνεσταλμένες μπροστά στον παπά έρχονταν να βρουν καταφύγιο πρώτα στη παπαδιά, όπου σαν γυναίκα, είχαν το θάρρος περισσότερο να τις συμβουλεύσει πώς θα το φέρουν από δω και πώς θα το φέρουν από κει, να το μολογήσουν του παπά, ώστε να μη φτάσει η αμαρτία πολύ βαριά στο αυτί του μεγαλοδύναμου, ήθελαν μεν να πλερώσουν γι αυτήν αλλά τόσο μόνο ώστε να μπορούν να την επαναλάβουν, διότι άμα έλεγαν το πράγμα όπως είχε αληθινά συμβεί, η τιμωρία θα ήταν μεγάλη και ασήκωτη και αυτές καθώς ισχυρίζονταν στη παπαδιά, μια ζωή ολάκερη πλήρωναν πότε την αμαρτία του ενός και πότε του αλλουνού, αφού οι αμαρτίες αυτές είχαν να κάνουν πάντα με τους γιους που είχαν παντρευτεί γυναίκες ανάξιες, τις θυγατέρες που είχαν παντρευτεί χαραμοφάιδες και όλες τις άλλες αμαρτίες του κορμιού, σαν είχαν πάει στη μαμή στο κάτω ποτάμι να γυρέψουν κανένα βότανο ή είχαν πλαγιάσει με τον άνδρα μέρα απαγορευμένη που ήταν το μεγαλοβδόμαδο και οι μέρες των αγίων και ό,τι άλλο αμάρτημα είχε να κάνει με το κορμί και τον άνδρα, σε κείνην τα έλεγαν πρώτα και για το παπά κρατούσαν τα ανώδυνα που χαν να κάνουν με τα αμαρτήματα του λόγου, της άρτυσης, το χρήμα , τις συναναστροφές.

Ερχονταν λοιπόν, βάραγαν το πόδι δυο τρεις φορές στο χαγιάτι, να διώξουν τη λάσπη από το πόδεμά τους ή τίναζαν το πανωφόρι από τη βροχή λίγο νευρικά λίγο ανυπόμονα σα να ήθελαν να ρίξουν από πάνω τους μαζί με το νερό και την αμαρτία της ψυχής, καθώς νόμιζαν πολύ μεγάλη. Η παπαδιά τον γνώριζε αυτό το θόρυβο και τις καλούσε μέσα όλο φωνή, όλο αγανάχτηση τάχα που την βγάζαν από το ζύμωμα ή τη λάτρα των μπακιριών, λίγο λιβάνι της έλειπε, ζάχαρη, καφές, ωστόσο πάντα τους έκανε χώρο να καθίσουν ενώ τά ψαχνε μάταια μέσα στο ντουλάπι και οι γυναίκες την επόμενη φορά, της το φέρνανε, να την φχαριστήσουνε τη παπαδιά που τα παράταγε όλα να τις ακούσει κι έτσι όλα τα βερεσέδια και προς το μεγάλο κριτή και το παπά και τη παπαδιά και τις νύφες και τους γαμπρούς, κανονίζονταν μέσα στη μεγάλη κουζίνα της παπαδιάς, όλα για! μπακίρια, ψυχές, αμαρτίες γυαλίζονταν με λίγες πρέζες καφέ και μερικά σπυριά λιβάνι....
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Επόμενο

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 2 επισκέπτες

cron