ας γράψουμε ιστορίες

Τα σκαμνάκια.

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Δευτ Δεκ 12, 2005 12:28 am

ε


Μόλις οι χτύποι της μεγάλης καμπάνας χύνονταν στα στενοσόκακα του χωριού, τρύπωναν μέσα από τις καμινάδες στα χνωτοβολιασμένα σκεπάσματα, τις ζεστές πατούσες και τα μαλακά κορμιά, όλα τα πλάσματα του ύπνου, όνειρα, στεναγμοί, ψαχουλέματα, πέταγαν θορυβημένα μακριά, φέρνοντας πίσω τους ανθρώπους, στη μικρή ζωή τους με τη γυναίκα, τον άνδρα, το παιδί βυζανιάρικο ακόμα κολλημένο όλη τη νυχτιά στη ρόγα της μάνας του. Τα κτήματα, τα ζωντανά, τις διχόνοιες, όλα τούτα τα καθημερινά, τα έφερνε μαζί με το πρώτο πρωινό φως, αυτή η μεγάλη καμπάνα που χτυπούσε το χέρι της κωφάλαλης. Κάθονταν στις κάμαρες για λίγο μέχρι να σηκωθούν τα βλέφαρα και μετά οι άνθρωποι σαν να θυμόνταν ξαφνικά το κυριακάτικο χρέος τους, σάλευαν να βρουν την καλή τους τη φορεσιά, να την βάλουν με αδέξιες κινήσεις, λίγο ξένη, λίγο απόμακρη, να κατηφορίσουν μαζί της το δρόμο για το κερί, τον ασπασμό, το σημείο του σταυρού, τ ακατανόητο εκείνο σημείο της ζωής τους που τους περίμενε πίσω από τη μεγάλη θύρα της εκκλησιάς στο τέλος του δρόμου, στο τέλος της ζωής τους, να πάρουν μια πρώτη γεύση, μια πρώτη μυρωδιά από το θυμιατήρι, μη φτάσουν μπροστά του απροετοίμαστοι, ξένοι, αμαρτωλοί.

Πρώτες έφταναν οι γυναίκες. Στριμώχνονταν τη μια μεριά, κουκουλωμένες κάτω από το μαντήλι της κεφαλής και περίμεναν εκεί να φανούν και οι άνδρες. Η πόρτα άνοιγε κι εμφανίζονταν ένας - ένας να πάρει θέση στη μακριά σειρά των ανδρών, όλοι μαζί από κει και αυτές όλες μαζί από δω, σαν μην είχαν μεσολαβήσει μεταξύ τους όλες οι προηγούμενες νύχτες, να μην είχαν αποθέσει μαζί στο κοιμητήρι τους πατεράδες τους. Σαν ξένοι, άγνωστοι άνδρες, άγνωστοι άνθρωποι, με καθαρό πουκάμισο, ξυρισμένο πρόσωπο και καθαρές παλάμες. Να τις δουν να κάθονται κι αυτές, τις άλλες γυναίκες, τις ξένες με το μαζεμένο κορμί πάνω σε καμιά εικόνα, σε κανένα στασίδι, πότε κρατώντας το κερί, πότε το μέτωπο μέσα στις ησυχασμένες χούφτες. Και ανάμεσά τους, τη μια πάντα οι άνδρες, την άλλη οι γυναίκες, ο παπάς. Η μυρωδιά του λιβανιού, ο απόκοσμος κόσμος της εκκλησιάς με την ακατανόητη γλώσσα, η ζάλη των κεριών. Η φευγαλέα παρουσία να αχνοφέγγει πάνω στις αγιογραφίες των τοίχων. Να μακραίνει και να ψηλώνει.

Η Σουρεκλεμέ πρώτη από τις γριές, καθόταν πάντα στο γυναικωνίτη. Δίπλα της, πίσω της και ακόμα πιο πίσω της μέχρι το στενό παραθύρι που σκόρπιζε ένα αδύναμο φως, ίσα να διαγράφει μέσα στο σύθαμπο τις σιλουέτες τους πάνω στον ασβέστη του τοίχου, στέκονταν άλλες γριές, όλες μαυροφορεμένες, σκυφτές ίσαμε να βλέπουν το δάπεδο, γυρτές από τα χρόνια, το δρεπάνι. Με τα πρόσωπα ρουφηγμένα από τους αέρηδες, τα μάτια φορές μισόκλειστα, το στόμα φαφούτικο και τη μύτη να προβάλει σαν ράμφος πουλιού. Εμοιαζαν όλες τους έτσι όπως γέμιζαν κυκλικά το γυναικωνίτη, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας που έμπαινε στα χορικά ανάμεσα στα διαλείμματα του ψάλτη, να πει τη δική του αλήθεια. Κανένα αδύναμο κύριε ελέησον ή τροπάρι της παναγιάς. Μετά, σιγούσε πάλι για να πάρουν το λόγο οι γυναίκες στο κάτω μέρος της εκκλησιάς, οι πιο νέες, οι χαμηλοβλεπούσες. Με τα σιγανά ψιθυρίσματα, τις παρακλήσεις, τους νιομαθημένους ψαλμούς να ξεφεύγουν διστακτικά μέσα από τα νηστικά χείλη συνοδεύοντας τα σταυροκοπήματα. Μέχρι να περάσει ο χρόνος, να μαυροφορεθούν και να ανέβουν κι αυτές με τη σειρά τους τη στριφογυριστή ετοιμόρροπη σκάλα. Να πάρουν τη θέση τους σα σκιές στον γυναικωνίτη.


Κι έτσι, από κείνη τη πρώτη σειρά που την είχαν βάλει τα χρόνια της, η σουρεκλεμέ μπορούσε να παρακολουθεί με μάτι άγρυπνο, σε σημείο που καμιά φορά αμελούσε να λάβει μέρος στο χορό των γυναικών, τη κωφάλαλη, τη Μανού να γυρίζει ανάμεσα στους πιστούς, αδιάκριτα άνδρες και γυναίκες. Πότε σβήνοντας τα κεριά, πότε βγάζοντας το καλάθι με τα αντίδωρα. Σαν πλάσμα χωρίς φύλο, ντυμένη όπως- όπως με απόρουχα από τα «πεθαμένα» τους. Εις τρόπον που να ξεχωρίζει μέσα από το εκκλησίασμα σαν αρνί που ξέφυγε από το κοπάδι. Τι να πεις; Σάμπως ήταν τούτη γυναίκα κανονική; Κι αν πήγαινε στο ποτάμι τη πλύση της παπαδιάς κι ας κοπανούσε κι εκείνη δίπλα-δίπλα με τις άλλες κοπελιές, κι ας φούρνιζε κι έγνεθε, η διαφορά ήταν ότι όλη της τη γυναικεία υπόσταση την άφηνε να κατρακυλά στο ποτάμι, σε σημείο που να παίρνει τούτο πολλές φορές χρώμα και να γίνεται κατακόκκινο. Δίχως ντροπή, δίχως καμία προφύλαξη, σάμπως να το είχε πάρει απόφαση από πρότερα ότι άδικος πήγαινε ο κόπος των σπλάχνων να προετοιμάζουν το πλάσμα τούτο για τη γυναικεία ζωή. Το σπίτι, τον άνδρα, το παιδί που θάσπερνε τούτος, γιατί ποιος θαρρείς θα την ξεχώριζε κωφή και άλαλη που ήταν να τη στεφανωθεί, να την ερίξει κατά κει; Οχι, ούτε άνδρας ούτε καν κορίτσι άλλο δεν την πλησίαζε. Στερημένη από λαλιά, τι να μάθεις από δαύτη; Ετσι λοιπόν απαλλαγμένη από γεννεσημιού της από κείνα που όριζαν τη πορεία των άλλων γυναικών, η μανού ήταν η μοναδική που είχε το ακαταλόγιστο. Μήτε από δω μήτε από κει ήταν η σειρά της στο ναό. Μήτε καν στο γυναικωνίτη δεν την προόριζε η τύχη κάποτε να ανεβεί. Καθότι χωρίς άνδρα μήτε τη παντρειά μήτε τη γέννα μήτε τη χηρεία θα γνώριζε ποτέ. Πράγμα που πάει να πει, ανήκε σε είδος ξεχωριστό, ουδέτερο. Εξαιρεμένο από κάθε χαρά απαλλαγμένο και από το θάνατο.
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Δευτ Δεκ 12, 2005 8:51 pm

στ

Ο Koλοβός δε πάταγε ποτέ στη λειτουργιά, σπόρος διαβόλου, τι δουλειά είχε με το λιβάνι; Καθόταν απ έξω να χαζεύει τη μανού σαν ανοιγόκλεινε η πόρτα, το αυτί του να πιάνει κάθε φορά σε ποιο τροπάρι είχε προχωρήσει ο παπάς, περιμένοντας να αμολύσει η εκκλησιά, να κατηφορίσουν μαζί κατά τα μνήματα της παπαδοσύνης όπου τους είχε αγγαρέψει η παπαδιά να γεμίζουν τα καντήλια με λάδι, να τα ανάβουν και να κρατούν όπως είχε πει «τους τάφους των προγόνων ημών λαμπερούς και καθαρούς από τις ακαθαρσίες των πετεινών, σαν τα μάρμαρα του ναού». Μετά έκλεινε πάλι η πόρτα παίρνοντας πίσω τις ψαλμωδίες και ο λοβός καθόταν πάλι ανακούκουρδα, συνήθως με κανένα κλαράκι στο στόμα, να το μασουλά και να σφυρίζει ανάμεσα από τα δόντια, καμιά γυροβολιά από κείνες που έβλεπε τα καλοκαίρια να σέρνουν οι τσιγγάνοι στους γάμους και στις κηδείες της φυλής του. Μπορούσε να κάθεται έτσι στα γόνατα, 5 πόντους από τη γη και συγχρόνως ο νους του να πετά πολύ μακριά, πέρα από τον δημόσιο δρόμο, τη μεγάλη στροφή, να ανεβαίνει στο διάσελο, να πέφτει από πίσω, να πιάνει το κάμπο και από κει να αντικρίζει στο βάθος τη πολιτεία σα να ήταν η πρώτη φορά, όλος όρεξη, όλος ζωντάνια, ντυμένος στη πένα, με τη φαβορίτα μακριά, το νύχι στο μικρό το δάκτυλο, το ρουμπίνι, ίσως και ένα χρυσό δόντι να αστράφτει στον ήλιο.

Ηταν και πάλι εκεί. Ανάμεσά τους! Τον ήθελαν. Τον αποζητούσαν. Ηξεραν τη δόξα της γενιάς του μα εκείνος τι γύρευε εκεί; Τι είδους εμπόριο θα μπορούσε να κάμει με αυτούς τους παρίες που τριγυρνούσαν στο παζάρι για μια κότα, καμιά ντουζίνα αυγά και λίγο καφέ ανακατεμένο κι αυτόν με κριθάρι; Ηντουσαν κοντοί και τριασάθλιοι που σέρνονταν με τα ζεμπίλια αλλάζοντας τους παράδες χέρι με χέρι, με ψιλές φωνές ποντικιών που ξύριζαν τα αυτιά του. Το παζάρι ολόκληρο έμοιαζε με υπόγεια πολιτεία, σκοτεινή τρύπα που χανόταν στα έγκατα της γης, αν έσκυβες και ακουμπούσες το αυτί, άκουες το ελαφρύ ποδοβολητό τους. Τα ποδαράκια τους πηγαινοέρχονταν αέρινα σαν φτερούγες εντόμου πάνω σε λεπτό χώμα. Συχνά είχε τη παρόρμηση να σύρει πάνω της ένα σύννεφο φρυγανισμένα φύλλα, να τη σκιάσει, να ακούσει τη στιγμιαία τρομοκρατημένη σιωπή τους, να τα δει να βγάζουν τα μουστάκια τους και τότε να ρίξει πάνω τους έναν περιποιημένο λοφίσκο χώμα, να τα θάψει από κάτω για πάντα ακούγοντας τις στριγκές πανικόβλητες φωνές για ένα, δυο, τρία, τέσσαρα δευτερόλεπτα, ένα λεπτό και μετά σιωπή, απόλυτη λυτρωτική ησυχία.

Αντί αυτού, γύρναγε ανάμεσα φυσώντας το καπνό του ενοχλητικά στα μούτρα τους, η μούρη τους θόλωνε λίγο, όσο απλωνόταν πάνω της ο καπνός, μετά διαλυόταν αργά μέσα στο λεπτό αέρα, έβλεπε ξανά τα χαρακτηριστικά τους να καθαρίζουν, να τον κοιτούν με κείνο το βλέμμα της χαμένης αγελάδας. Τους πλήρωνε τότε γι αυτή τη μικρή ανάπαυλα, έχωνε όπως- όπως τη πραμάτεια τους μέσα στο σακούλι του και πήγαινε στον επόμενο πάγκο να επαναλάβει το ίδιο, ξανά και ξανά ψάχνοντας μια τόση δα διαφορά αλλά ήσαν τόσο βαρετά ίδιοι, τόσο απελπιστικά στο παράλογο κόσμο τους που η ανάγκη του σκιζόταν κι έχασκε όλο και πιο μεγάλη, όλο και πιο κραυγαλέα, τρεμούλιαζε στον αέρα σαν ιστός αράχνης που τη τρύπησε ράμφος πουλιού.

Οσο περιόδευε τους πάγκους τους, τόσο οι τόνοι ανέβαιναν. Τώρα το παζάρι ήταν στο φόρτε του. Φωνές. Επαινοι κάθε λογής της πραμάτειας. Καλούδια απ όλη τη γη. Οι πάγκοι ξέχειλοι. Ο ένας οδηγούσε στον άλλο. Δίπλα- δίπλα. Όταν άδειαζαν, ξαναφόρτωναν, ήταν μια αφθονία που στόμωνε τα πάντα, όλα τα γούστα, τις ορέξεις, τις αποθυμιές. Τα χέρια διάλεγαν, ψαχούλευαν, έχωναν μέσα στα ζεμπίλια και έφευγαν τρέχοντας. Μετά έρχονταν άλλα χέρια και διάλεγαν κι άλλα κι άλλα, τα εμπορεύματα δεν τελείωναν ποτέ. Ποτέ δεν άδειαζε η αγορά. Σα νύχτωνε άναβαν τις λάμπες, σαν κρύωναν άναβαν φωτιές. Ερχόταν η αυγή, ο ήλιος σηκωνόταν ψηλά, έπεφτε πάλι και αυτοί δεν αποχωρούσαν ποτέ, συνέχιζαν, τον ακολουθούσαν οι φωνές τους παρακλητικές μέχρι πέρα τη μεγάλη μαρμάρινη πλατεία με τα καφενεία ένα γύρω, προφυλαγμένα καλά κάτω από τις αψίδες του πεζοδρομίου. Τους γύριζε τη πλάτη κι αυτές έπεφταν πάνω του, διαπερνούσαν το μελαψό δέρμα και μυρμήγκιαζαν στο κρανίο του σαν αδελφές φωνές κι ακόμα καλύτερα σαν πόρνες φωνές που του ζητούσαν την πληρωμή τους, να τους δώσει ένα μικρό μέρος από το κέρδος τους κι εκείνος τότε ίσιωνε τις πλάτες κι αυτές έπεφταν στα πόδια του, να τις κλωτσοβολά με τις μύτες των παπουτσιών του, να τις βλέπει να κτυπιούνται στις γωνίες, να ματώνουν, να γδέρνονται κι όμως πάλι να επιστρέφουν εκλιπαρώντας. Ηταν σκέτη ζάλη. Σκέτος μπελάς να τις βλέπεις όλες αυτές τις παλιές ερωμένες να τον ακολουθούν, να βλέπει τις μορφές τους να κυλούν σα σκιές πάνω στις τζαμαρίες των καφενείων και να μπερδεύονται με τις μορφές των ανθρώπων που κάθονταν από μέσα. Εδινε τότε μια με το χέρι του κι άνοιγε μια πόρτα στη τύχη, έμπαινε σε ένα οποιοδήποτε καφενείο αυτής της κυκλικής στοάς με τις αψίδες κλείνοντάς τις απ έξω. Στέκονταν εκεί τότε περίλυπες, απελπισμένες, πάμπτωχες, μη μπορώντας να τον ακολουθήσουν και μετά κατρακύλαγαν ήσυχα από τα τζάμια προς την άκρη του πεζοδρομίου, το ρείθρο, το νερό της βροχής, μέχρι που δεν τις διέκρινες πια, αν ήταν φωνές ή απλή λάσπη του δρόμου.

Τότε αφαιρούσε το καπέλο του και το απίθωνε προσεκτικά δίπλα στο φάκελο με το πέτσινο χερούλι. Καφές και κονιάκ! Η ανθρώπινη ζωή ήταν όμορφη τελικά!

Κοίταζε γύρω του και αγαλίαζε η καρδιά του. Θα έρχονταν και σήμερα. Θα άφηναν δίπλα στο φλιτζάνι του το μικρό οβολό τους μουδιασμένα και άβολα. Θα είχε την ευχαρίστηση να δεχτεί αυτή τη μικρή προκαταβολή μιας και δεν είχαν πάει καλά οι δουλειές και δεν μπορούσαν να ξοφλήσουν μονομιάς το χρέος τους, ίσως του χρόνου τα γεννήματα να ήταν πλουσιότερα, το πιθάρια γεματότερα, τα ζωντανά καρπερότερα...ίσως ...ίσως αν είχε η αφεντιά του την υπομονή να περιμένει λίγο, θα του επέστρεφαν το δάνειο με τόκο διπλάσιο. Και θα είχε, θα είχε βέβαια και αυτός την ευγενή καλοσύνη να περιμένει να πάρει φόρο βαρύτατο. Εκείνες τις ώρες θυμόταν τον εαυτό του μικρό παιδί, πόσες φορές είχε κολλήσει το μελαψό του μέτωπο πάνω σε αυτές τις θολές τζαμαρίες; Πόσες φορές είχε δει αυτούς τους ίδιους ανθρώπους να προφέρουν τις ίδιες δικαιολογίες ο ένας στον άλλον; Ηταν η ώρα που τα μηνίγγια του κτύπαγαν από την ζάλη της νίκης, ο μυς χόρευε στο δεξί μάγουλο ξέφρενα, ο παλμός της καρδιάς του έστελνε το αίμα ολοζώντανο μέσα στις αναστημένες του φλέβες. Η πολιτεία ολάκερη ήταν δική του. Θυμόταν τον εαυτό του μικρό να μαθαίνει τη τέχνη του δίπλα στο δάσκαλο, να χαράζει με χέρι ακόμα τρεμάμενο πάνω στη πλάκα του τα μικρό τους το όνομα. Τους ήξερε όλους!
Ηταν η λαμπρή πελατεία του. Κι αυτός ήταν ο μεγαλοδικηγόρους τους. Αναστημένος μέσα στο παζάρι, την αγορά, το απέραντο σινάφι τους. Τότε κατέβαζε με ορμή τους κοπτήρες του μέσα στη ψυχή τους και το κλαράκι σφηνωμένο καλά ανάμεσα στο άσπρο τους φίλντισι, έσπαζε στα δυο σκορπίζοντας μέσα στο στόμα ένα θλιβερό ήχο θρυμματισμένης ραχοκοκαλιάς. Σχεδόν σε κατάσταση μέθης πεταγόταν πάνω κι έφερνε ένα δυο γυροβολιές με τα χέρια στις τσέπες. Η πόρτα θα άνοιγε από στιγμή σε στιγμή, θα έβγαινε η μανού, θα του έδινε το αντίδωρο, θα το ριχνε στη τσέπη και θα ροβολάγανε μαζί σιγά-σιγά κάνοντας τα συνηθισμένα νοήματα κατά τα μνήματα, στο ένα χέρι το λάδι, στο άλλο κρυμμένο μέσα στην ιδρωμένη χούφτα, το κλειδί της μαύρης σιδερένιας καγκελόπορτας. Η θλιβερή πελατεία του θα σμιγε σήμερα μ ένα παλιό της γνώριμο, στο κυριακάτικο επισκεπτήριο.
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Τρί Δεκ 13, 2005 12:59 pm

Εικόνα
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό Tanton » Πέμ Ιαν 12, 2006 10:21 pm

Επιστημονική ανακοίνωση.
Σε πρόσφατες ανασκαφές σε γνωστό αρχαιολογικό χώρο που οι επιστήμονες ονομάζουν ΄Υπόστεγο-ε ΄ βρέθηκε το κάτωθι απόσπασμα επιγραφής.

....όμως τώρα σας αφήνω οριστικά...... δεν είναι και το κλίμα πολύ φιλόξενο εδώ.....με τόσους χαρακτηρισμούς στις τοποθετήσεις τρίτων ...... (βρόμικος!) συντηρητισμός, σκληρότητα, διπλωματία, σκοταδισμός , παιδική αφέλεια......ανακατεμένα με τσιτσιδώματα .....δεν προάγουν τον Λόγο .....

έγκυροι γλωσσολόγοι που μελέτησαν το σπάραγμα της επιγραφής διαπίστωσαν ότι έχει γράφει στην arial 8 γραμματοσειρά σε
( σχεδόν ) σωστά ελληνικά, ασύντακτα πάντως.
Οι ιστορικοί προσδιόρισαν με ασφάλεια τον χρόνο που γράφτηκε: το πρώτο 10ήμερο του Δεκεμβρίου 2005 ( με περισσότερες πιθανότητες προς το τέλος του ).
Όλοι πάντως συμφωνούν ότι γράφτηκε στην Π.Τ εποχή.
( σαν Π.Τ εποχή ορίζουμε την ευτυχισμένη και ειρηνική εποχή στο Υπόστεγο-ε πριν ενσκήψουν από τις άγονες κοιλάδες των Αμπελοκήπων οι Βάρβαροι με τα άγρια σκυλιά τους. Το πέρασμα αυτών των απαίδευτων βαρβάρων ( άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ήταν μόνο ένας…) όπως είναι γνωστό συνετέλεσε να επικρατήσει η χυδαιότητα στον μέχρι τότε εκλεπτυσμένο πολιτισμό του χώρου).
Η επιστημονική διαμάχη ( που μερικές φορές ξεπέρασε την ακαδημαϊκή αβρότητα ) είχε σαν θέμα τον συγγραφέα της επιγραφής.
Ο υπεύθυνος, πάντως, της ανασκαφής υποστήριξε , με αληθοφανή επιχειρήματα, ότι συγγραφέας υπήρξε η, γνωστή από άλλες γραπτές μαρτυρίες, αλλοπαρμένη ιέρεια του οικισμού.
ʼλλοι επιστήμονες υποστηρίζουν με θέρμη ότι όπως είναι γνωστό εκείνη περίπου την περίοδο ο κηδεμόνας και οι ιππότες-προστάτες της ιέρειας την είχαν υποβάλει σε αναγκαστική αφωνία.
Ο επικεφαλής ανασκαφέας υποστηρίζει από την μεριά του ότι η αφωνία επεβλήθη στην Μ.Τ εποχή, αρκετά αργότερα……..
( Αμάν πια αυτού οι επιστήμονες δεν μας αφήνουν να απολαύσουμε τα κείμενα ).
Όσο για το καίριο ερώτημα : που πήγε τελικά ο Λόγος που το έβαλε στα πόδια… η επιστήμη δεν έχει ακόμα απάντηση. Ίσως στο μέλλον.
Κι'αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακους γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει...
Tanton
full member
 
Δημοσιεύσεις: 127
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 20, 2003 3:15 am

Δημοσίευσηαπό xotik0 » Σάβ Ιαν 14, 2006 4:46 pm

Σε μένα, δεν ήρθε σίγουρα (...ο Λόγος...).

Σίγουρα άριαλ 8; Εγώ γιατί χρειάζομαι λούπα για να το διαβάσω;

Αφήστε τα αυτά που ξέρετε... Ακόμα και οι όροι στα συμβόλαια, μεγαλύτερα γράμματα έχουν!


















(άσχετο:

...μαρήηηηη πού σφάζεσαι; Έχω γυρίσει όλο το φόρουμ κι ακόμα δεν σ' έχω ανακαλύψει! )
Τίποτα δεν είναι τόσο καλό ώστε να μην είναι αληθινό...
Τίποτα δεν είναι τόσο καλό ώστε να μην μπορεί να κρατήσει για πάντα...
Τίποτα δεν είναι τόσο καλό ώστε να μην είναι για μένα...
Άβαταρ μέλους
xotik0
junior member
 
Δημοσιεύσεις: 26
Εγγραφή: Κυρ Ιαν 19, 2003 11:59 pm
Τοποθεσία: Ιδιόκτητη Βελανιδιά

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Κυρ Ιαν 15, 2006 10:10 am

Εικόνα
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό atomant » Τρί Φεβ 28, 2006 4:15 pm

Επιτέλους έφτασα στην Πύλο

Το πλοίο θα περάσει τράνζιτ

Ταξιδεύοντας μέσα από την λάσποβροχή βρήκα την άνοιξη εδώ στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου βλέποντας το Ναβαρίνο

Είχε ψιλόβροχο και διαλείμματα λιακάδας.
Υγροί ακόμα οι δρόμοι της Πύλου και χαρούμενες παιδικές φωνές.



Πειραματίζομαι με τον ύπνο αλλά η παρέα καπνίζει στο μπαλκόνι.

Ο ουρανός καθαρός τώρα κι ελάχιστα ψυχρός.

Η προβληματική μου ακοή συλλαμβάνει από το ράδιο σπαράγματα από θεωρητικούς θρήνους του Γιανναρά.
Έτσι μου φαίνεται.
Το όνομα του Στέλιου Ράμφου πετά σαν γκρίζα πεταλούδα στο δωμάτιο κάνοντας επανάληψη στην τουρκική γραμματική που κουβαλώ μαζί μου.

Έπειτα, να και ο Ηράκλειτος, δεν θυμάμαι σε τι.

Η γραμματική με καταπλάκωσε, μα δεν το κατάλαβα...
Ονειρεύτηκα πως η μητέρα μου χτυπούσε στο ξύλινο γουδί σκορδαλιά με καρύδια. Ένας αρωματικός μοβ πολτός που αντί σκόρδο μοσχοβολούσε λιβάνι, τριαντάφυλλο. Τακ, τακ, τακ. Ονειρεύτηκα πως μια στρατιά γυναικών της κόλασης προχωρούσε στο λιθόστρωτο. Τακ, τακ. τακ. Πως χαμένοι άγγελοι της νιότης χτυπούσαν την πόρτα επίμονα αλλά ευγενικά. Δεν επέμειναν.
Οι ξύλινοι ήχοι χάθηκαν σαν βήματα.



Στον ήλιο ξαναβρήκα την προσφιλή μου ημικρανία, αλλά ποσώς μ' ένοιαξε.
Ειπα να πάω μια βόλτα στο λιμάνι

Ο ποδαρόδρομος με συνέφερε.

Κι ο ήλιος ευχάριστα επίμονος.

Ίχνη ναυτικών στα μονοπάτια.

Κάποιοι είπαν πως ο καιρός θα χαλούσε το τριήμερο, αλλά εγώ θα προλάβω να φύγω εγκαίρως.
Άβαταρ μέλους
atomant
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 698
Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2004 4:39 pm

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Πέμ Μαρ 16, 2006 3:29 pm

Ax...βαχ σουρεκλεμέ δύσκολα τα πράγματα...... :roll:
Είμαι για πέτα(γ)μα.....

....και αγόρασα ασπίδα......
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Προηγούμενη

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron