ας γράψουμε ιστορίες

ΑΣ ΓΡΑΨΟΥΜΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ......

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

ΑΣ ΓΡΑΨΟΥΜΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ......

Δημοσίευσηαπό fbl » Τρί Σεπ 27, 2005 1:13 pm

:arrow: Κόκκινα γράμματα σε μαύρο φόντο κυλούσαν στην οθόνη του υπολογιστή προστατεύοντάς την από την φθορά: «Γλυκέ μου υπολογιστή, ποια είναι η ομορφότερη;».

Κάθε φορά που η Τέσα επέστρεφε από κάποιο ολιγόλεπτο διάλειμμα τσιμπολογήματος ή φυσικής ανάγκης, αν και στην περίπτωσή της οι δύο αυτές εκδοχές συνιστούσαν μια ταυτολογία, έβρισκε στον αναμμένο υπολογιστή της να κυλά το παραπάνω μήνυμα και χαμογελούσε με συγκατάβαση. Εξυπακούεται ότι δεν περίμενε καμία απάντηση... Διάολε, δεν ήταν ούτε εγωπαθής, ούτε επηρμένη, ούτε φαντασιόπληκτη…

Ήταν μια γυναίκα που θα μπορούσε να γίνει σύμβολο αντι-διαφήμισης μιας φράξιας φανατικών φεμινιστριών. Που θα μπορούσε να στοιχειώνει τα όνειρα κάθε ανασφαλούς τοπ μόντελ. Που θα μπορούσε να σώσει από το λιμό τον τελευταίο παρακμάζοντα θύλακα κανίβαλων…

Βασικά ήταν κυνική. Όταν τη ρωτούσαν γιατί ξημεροβραδιάζεται μπροστά σ’ αυτό το διαολομηχάνημα, απαντούσε σαν τον αγαπημένο της φαναροφόρο φιλόσοφο: «Μακάρι να μπορούσα καθισμένη μπροστά σ’ αυτό το μηχάνημα να χορτάσω και τη σεξουαλική μου πείνα όπως χορταίνω τη δίψα μου για γνώση».

Στην αρχή το έλεγε σαν τσιτάτο γιατί το έβρισκε απλώς έξυπνο. Σύντομα όμως ανακάλυψε ότι ίσως θα μπορούσε να ήταν και πρακτικό, και άρχισε να διερευνά κάποιες πιθανές εναλλακτικές λύσεις στο μεγάλο πρόβλημα της μικρής ζωής της, η οποία είχε ακούσει τον πυροβολισμό του αφέτη πριν από 28 χρόνια κι ενώ έφυγε προς την παιδική ηλικία με την ορμή του σπρίντερ, κατέληξε να τρέχει στην εφηβεία σαν φυματικός μαραθωνοδρόμος.

Παιδιόθεν γαλουχήθηκε με το πατροπαράδοτο ελληνικό δόγμα «η θέση της γυναίκας είναι στην κουζίνα» και το τηρούσε με μια ζέση που θα ενθουσίαζε το σύντροφο Φαράκο της δεκαετίας του ’70. Εφαρμόζοντας κατά γράμμα το οικογενειακό δόγμα, περνούσε ευτυχισμένη το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μασουλώντας και καταπίνοντας τον αγλέουρα.

Ήταν ευτυχισμένη σαν ηγεμόνας μέσα σε μια αυτάρκη πόλη-κράτος που ονομαζόταν κουζίνα. Τα αγνά παιδικά της όνειρα δεν τα στοίχειωναν απορρίψεις και το λευκό χαρτί της συνείδησής της δεν το μουντζούρωνε καμία ενοχή.

Ήταν ακόμη βουτυρωμένη και ζαχαρωμένη μέχρι τα μπούνια, όταν η εφηβεία χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της σκουπίζοντας τα λερωμένα με οιστρογόνα πόδια της στο χαλάκι της εξώπορτας.

Όταν ο ευτυχισμένος μικρός ηγεμόνας άνοιξε τις πύλες της πόλης-κράτους του και βγήκε ακολουθώντας τη στον αληθινό, έξω κόσμο, κατάλαβε τι εστί παγκοσμιοποίηση. Η αυτάρκεια πήγε περίπατο και νέες επιτακτικές ανάγκες έπρεπε να ικανοποιηθούν σύντομα. Φευ…

Στην αρχή των γυμνασιακών της χρόνων ήταν υπέρβαρη, απεριποίητη, ασχημάτιστη και με μια εφηβική ακμή όνομα και πράμα. Τότε κατάλαβε για πρώτη φορά και τη μεταφορική έννοια του αγαπημένου της όρου: «μου τρέχουν τα σάλια»…

Γλυκοκοίταζε ολοένα και περισσότερο τα ρωμαλέα αγόρια στις μεγαλύτερες τάξεις… Ονειρευόταν ένα τους χαμόγελο και λαχταρούσε να δοκιμάσει και μια άλλη αρσενική αγκαλιά εκτός απ’ του πατέρα της. Η μητέρα της βέβαια εξακολουθούσε να την κανακεύει νυχθημερόν. Τα μεζεδάκια και τα γλυκίσματα εξακολουθούσαν να παράγονται με φρενήρεις ρυθμούς, αλλά δεν μπορούσαν να προλάβουν τις εξελίξεις.

Οι λιχουδιές ήταν μια παραγωγή που μπορούσε να απολαύσει ένας κοριτσίστικος ουρανίσκος.… Αλλά όχι και μια κοριτσίστικη καρδιά που πλησίαζε στο 17ο χρόνο κωδωνοκρουσίας και είχε αρχίσει να βαριέται σαν καντηλανάφτης τη Μεγάλη Παρασκευή.

Τα βράδια, στο αρωματισμένο με παιδική κολόνια μαξιλάρι της, έρχονταν ποπ σταρ, αθλητές, ηθοποιοί και μερικές φορές, ναι τώρα τελευταία είχε καταφέρει να τον πείσει, ο ίδιος ο George Michael. Της τραγούδαγε το “Careless Whisper” συνοδεύοντας το μαξιλάρι της που, σαν αποδημητικό πουλί, κατέβαινε από το παγωμένο κεφάλι σε πιο καυτά κλίματα του κορμιού της, όπου νέες πιο ανθρώπινες και φυσικές οσμές εμπλούτιζαν την γκάμα των αρωμάτων του.

Γύρω στα 16 έκανε κάποιες διστακτικές απόπειρες προσέγγισης σε αγόρια που μεθοδικά είχε επιλέξει ανάλογα με τη συχνότητα της εμφάνισής τους στα όνειρά της. Κάποια ανυπόγραφα κολακευτικά σημειώματα αποτελούσαν τις πρωτόλειες απόπειρες. Κατόπιν δοκίμασε τα ανώνυμα τηλεφωνήματα. Λίγο αργότερα κατάλαβε ότι η ανωνυμία έφερνε μεν κάποιο ενδιαφέρον, αλλά επ’ ουδενί δεν θα κατάφερνε να φέρει και ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Ύστερα από ένα καλοκαίρι περισυλλογής μπήκε στην αίθουσα της Β΄ Λυκείου αποφασισμένη να το ρισκάρει και να δημοσιεύσει και ενυπόγραφα άρθρα στη λιλιπούτεια εφημερίδα των πόθων που εξέδιδε τακτικότατα. Το πρώτο πανηγυρικό τεύχος είχε μοναδικό παραλήπτη τον ʼλκη, τον ωραίο του σχολείου. Ουαί κι αλίμονο... Το απονενοημένο διάβημα της «χοντρής» διαδόθηκε τάχιστα στο σχολείο εκτοπίζοντας αμέσως τα δημοφιλή ποντιακά ανέκδοτα από το top ten του σχολικού box-office.

Η Τέσα δεν το άντεξε και παρέμεινε επί ένα μήνα τυπικά κλινήρης αλλά ουσιαστικά συνδιαλεγόμενη με τον εαυτό της. Μετά την παρέλευση της μηνιαίας ενδοσκόπησης αποφάσισε τρεις αλλαγές. Να αλλάξει σχολείο, να αλλάξει στρατηγική και να αλλάξει πεδίο δράσης.

ʼρχισε να αλληλογραφεί με έναν μη ευκαταφρόνητο αριθμό αγοριών απανταχού της οικουμένης, από τους οποίους ξεχώρισε δυο τρεις περιπτώσεις όπου ανέπτυξε ιδιαίτερα θερμές σχέσεις, οι οποίες περιλάμβαναν εκ βαθέων εξομολογήσεις, ανομολόγητες -μέχρι τότε- επιθυμίες και κολάσιμες φαντασιώσεις, αλλά ποτέ φωτογραφίες για ευνόητους λόγους.

Ήταν καλά... Στην αρχή βοήθησαν την Τέσα να αποκτήσει ένα κομμάτι της χαμένης της αυτοπεποίθησης και αργότερα να βιώσει, εκ των ενόντων, στο στερημένο σαρκίο της πρωτόγνωρα ρίγη και ανατριχίλες. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, χαρά στα σκέλια της δεν είδε...

Με το πέρασμα του χρόνου, άρχισαν να την ενοχλούν και τα συνακολουθούντα. Τα μεγάλα διάστημα της αναμονής των επιστολών, η δυσκολία εξεύρεσης παραληπτών και κυρίως η έλλειψη απτών παραστάσεων. Η κραταιά αυτοκρατορία της αλληλογραφίας εμφάνιζε τα πρώτα σημάδια της παρακμής.

Το γιουρούσι όμως που έγινε και την κατέλυσε μια και καλή είχε σαν πολιορκητικό κριό τα κινητά τηλέφωνα που εκείνη την εποχή έκαναν την εμφάνισή τους στην ελληνική αγορά. Με σχετικά μικρό κόστος εξασφάλιζαν άμεση μετάδοση γραπτών μηνυμάτων και άρα εκμηδένιση του εκνευριστικού διαστήματος της αναμονής.

Η Τέσα, σαν πιονέρος, προμηθεύτηκε αμέσως μια συσκευή και άρχισε με φούρια και πάθος την αγαπημένη της ενασχόληση, αλλά γρήγορα απογοητεύτηκε σαν συνειδητοποιημένος ψηφοφόρος την επαύριον του εκλογικού θριάμβου. Διάολε, με 164 χαρακτήρες ανά μήνυμα δεν θα μπορούσε να περιγράψει και να ολοκληρώσει τη φαντασίωσή του ούτε και ο πιο χαρμάνης κόκορας.

Το ανεκπλήρωτο και κυρίως το ανικανοποίητο έφεραν την απογοήτευση. Και δυο τρεις οικτρά αποτυχημένες προσπάθειες για φυσικές επαφές σε πραγματικό χρόνο με τα σκοτεινά αντικείμενα του πόθου έφεραν τα πρώτα σημάδια της μελαγχολίας. Στερημένη, όχι μόνο από έρωτα, όχι μόνο από φιλί, όχι μόνο από χάδι, άλλα έστω κι από μια ερωτική ματιά, βολόδερνε μόνη κι έρημη στην ερωτική και σεξουαλική της έρημο, από την οποία απουσίαζαν πλέον οι οάσεις ακόμη και σαν οφθαλμαπάτες. Μέρα με τη μέρα, στέγνωναν μέσα της τα πάντα. Η ψυχή της, τα αισθήματά της και κυρίως το κορμί της...

Μέχρι που άκουσε για πρώτη φορά περί ηλεκτρονικής αλληλογραφίας... Ηλεκτρονική αλληλογραφία; Σαν πεινασμένες αρκούδες μετά τη χειμερία νάρκη οι καταπιεσμένες επιθυμίες της ένιωσαν το ζεστό αεράκι και βγήκαν λιγωμένες να ψάξουν για το μέλι.

Ξεκίνησε από μια ερώτηση σε μαγαζί ηλεκτρονικών και κατέληξε στο σπίτι της με έναν πανίσχυρο υπολογιστή, μόντεμ, εκτυπωτή και μια προπληρωμένη 12μηνη συνδρομή στον καλύτερο internet provider. Οι πρώτες ώρες ενασχόλησης με τα νέα τσουμπλέκια που μπήκαν στη ζωή της ήταν δύσκολες. Χανόταν μέσα στην ορολογία, δυσκολευόταν στο πληκτρολόγιο και πονούσαν τα μάτια της από την ακτινοβολία.

Τα δυσάρεστα και οφθαλμολογικώς επώδυνα συμπτώματα εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας την πρώτη φορά που κατάφερε να βρεθεί on-line και τότε λυπήθηκε τον Κολόμβο που ανακάλυψε μόνο την Αμερική. Ο καινούργιος θαυμαστός κόσμος ονομαζόταν παγκόσμιος ιστός και την περίμενε με τις εικόνες του, με τα μυστικά του, με τα θαύματά του...

Η πρώτη σύνδεσή της κράτησε τρία συνεχόμενα μερόνυχτα. Πραγματοποίησε εικονικά ταξίδια σε χώρες τροπικές, άκουσε σε ζωντανή μετάδοση τζαζιές από ραδιόφωνα της Νέας Ορλεάνης, εξοργίστηκε διαβάζοντας μαρτυρίες κακοποιημένων γυναικών από το Αφγανιστάν, ξεκοκάλισε τις αγγλόφωνες εφημερίδες της Καλκούτας, μέχρι που νόμισε ότι μύρισε το λιβάνι από ένα θιβετιανό μοναστήρι... αλλά κάπου εκεί πήρε πρέφα ότι ήταν απλώς αναμμένο το «γεμιστό τσιγαράκι» που είχε στρίψει πριν από λίγο και σταμάτησε να παριστάνει τον ιπτάμενο Ολλανδό, πέφτοντας σ’ έναν βαθύ 12ωρο ύπνο.

Την επομένη, πίνοντας τον καφέ της στοχάστηκε για λίγο επάνω στη λειτουργικότητα και τη χρησιμότητα των νέων τεχνολογιών και σκέφτηκε να παρατήσει τις επουσιώδεις, επιφανειακές εξερευνήσεις και να ανιχνεύσει τις ουσιώδεις επικοινωνιακές δυνατότητες του συστήματος σερφάροντας προς άγραν ελκυστικών αντρών.

Και ω του θαύματος... Με τη μία εξαφανίστηκαν όλοι οι ανασταλτικοί παράγοντες που την είχαν κάνει να κόψει τις επαφές με τους μακρινούς της φίλους. Δεν ήταν πλέον αναγκασμένη και δεσμευμένη να επικοινωνεί μαζί τους αποσπασματικά και περιγραφικά. Ένας ζωντανός, ολοζώντανος διάλογος έλυνε όλες τις απορίες αμέσως, διερευνούσε όλες τις πτυχές πάραυτα κι έκανε πράξη όλες τις επιθυμίες αυθωρεί και παραχρήμα. Αν και ψήφιζε χρόνια ΠΑΣΟΚ, μόλις τώρα αντιλαμβανόταν τον ενθουσιασμό του Ανδρέα όταν στα μπαλκόνια ούρλιαζε συνεπαρμένος: «Εδώ και τώρα»...

Κι όσο για την έλλειψη των απτών ερωτικών παραστάσεων; «Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα»... Δεν είχε παρά να κάνει το γνωστό κλικ και οι απτές παραστάσεις έρχονταν χωρίς πώς και γιατί, ενισχύοντας την οργιάζουσα ερωτική φαντασία που είχε αναπτυχθεί εντός της ύστερα από τόσα χρόνια αγρανάπαυσης. Ενθουσιάστηκε όταν κατάλαβε με πόσο απλό και διακριτικό τρόπο μπορούσε πλέον να ικανοποιήσει την οφθαλμολαγνεία που μεγάλωνε τόσα χρόνια στο θερμοκήπιο της μοναχικής ψυχούλας της κι έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα όταν διαπίστωσε έκπληκτη ότι μερικές φορές η πραγματικότητα ξεπερνά και την πιο πληθωρική φαντασία.

Ε, πολύ θέλει μια μόνη κι ενδεής ερωτικά γυναίκα να πέσει στα chat-rooms και στα sex-sites;

Ξεκίνησε δειλά δειλά έχοντας κατά νου το «παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο», αλλά γρήγορα θυμήθηκε ότι κατείχε ένα proficiency και αντικατέστησε τον Κώστα με τον Πάτρικ, τον Ζεράρ, τον Ιβάν, τον Χοσέ... Οι αλλαγές ήταν γρήγορες για δύο κυρίως λόγους. Αφενός ήθελε να ζήσει τη συντροφιά πολλών και διαφορετικών ανδρών την οποία τόσο οδυνηρά είχε στερηθεί όλα αυτά τα χρόνια, αφετέρου έβαζε ένα πανικόβλητο τέλος σε κάθε γνωριμία μόλις γινόταν και η παραμικρή νύξη για web-camera ή έστω για μια παραδοσιακή ανταλλαγή φωτογραφιών.

Μόνο σε μια περίπτωση το «συνεχίζεται» αντικατέστησε το «τέλος». Η περίπτωση αυτή άκουγε στο όνομα «Σίντα» και ήταν ένας Ινδός που κατοικοέδρευε ως φυσική παρουσία στην Τζαϊπούρ και ως ηλεκτρονική στη διεύθυνση: sinta@jaipurnet.in.

Αν ο κεραυνοβόλος έρωτας έρχεται με την πρώτη ματιά, στην περίπτωση της Τέσας ήρθε με τα πρώτα bytes. Επιπλέον η παραδοσιακή ινδική συστολή απέτρεψε την εμφάνιση πιέσεων ή έστω νύξεων για την απεχθή ανταλλαγή φωτογραφιών. Αντιθέτως, εδάφια από το Μαχαράστρα και κείμενα από το Κάμα Σούτρα ταξίδευαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα σε οπτικές ίνες για να διαβαστούν από τα συνεπαρμένα μάτια της Τέσας. Γοητευμένη και εκστασιασμένη αφέθηκε μπρος στα γραπτά του. Της αφηγήθηκε την ιστορία της ροδόχροης πόλης του, της διηγήθηκε τη μεγαλύτερη ιστορία αγάπης στον κόσμο και πως για εκείνη χτίστηκε το Ταζ-Μαχάλ, της δίδαξε τα τρία σκαλοπάτια των αισθημάτων, της έμαθε τα εννιά είδη ενώσεων σύμφωνα με την επιθυμία, της υπέδειξε τις βαθμίδες του έρωτα στην κλίμακα της έντασης, της περιέγραψε τους τρόπους για να διεγείρεται ο πόθος...

Όταν όμως τέθηκε επιτακτικό και το ζήτημα της ικανοποίησής του, η Τέσα διαπίστωσε απογοητευμένη ότι το «ΚΑΜΑ» στο ομώνυμο ερωτικό εγχειρίδιο σήμαινε απόλαυση των ερωτικών αγαθών μέσω των πέντε βασικών αισθήσεων, βοηθούμενων από το μυαλό και την ψυχή. Διέθετε τα βοηθητικά, αλλά από τα πέντε βασικά τής έλειπαν τα τέσσερα. Μόνο την όραση απολάμβανε. Ούτε ακοή, ούτε αφή, ούτε γεύση, ούτε όσφρηση... Με μία αίσθηση επιστρατευμένη και τέσσερις στην εφεδρεία, όχι μόνο δεν μπορούσε να απολαύσει μια πολλά υποσχόμενη ερωτική περίπτυξη αλά «Κάμα-Σούτρα», μα ούτε καν μια αξιομνημόνευτη κατά μόνας ικανοποίηση.

Παρόλο που, με τη φαντασία της να χτυπά υπερωρίες, προσπαθούσε απεγνωσμένα ν’ ακούσει τη βαριά ανάσα του, να χαϊδέψει το αξύριστο μάγουλό του, να γευτεί τα αγαπημένα χείλη, να μυρίσει τα αρώματα που ανέδιδε απ’ τον ιδρώτα της έντασης, δεν τα κατάφερνε. Ήταν όλα τόσο άπιαστα, τόσο μακρινά, τόσο αφηρημένα...

Η νέα αίσθηση του αδύνατου την οδηγούσε αργά και σταθερά στην παλιά αίσθηση της απογοήτευσης. Περιόρισε την εκφραστικότητά της επιβάλλοντας αυτοδεσμεύσεις, αραίωσε τις συνδέσεις και συντόμευσε τη διάρκειά τους, γιατί παρόλη την άφατη γλύκα της πρώτης επαφής, μόνο πίκρα την περίμενε κάθε φορά στο τέλος της επικοινωνίας τους.

Θέλησε κάποιον να συμβουλευτεί, αλλά δεν ήξερε ποιον να ρωτήσει. Η μόνη φίλη που εμπιστευόταν ήταν μια αλλοπαρμένη τυφλή γειτόνισσα, ονόματι Πηνελόπη, που γνώρισε όταν από μεγαλοψυχία προσφέρθηκε να τη συνοδεύσει σε κάποιον περίπατό της. Περίπατο στον περίπατο, κουβέντα στην κουβέντα, οι δυο γειτόνισσες έγιναν γνωστές και οι δυο γνωστές έγιναν φίλες... Η αλήθεια ήταν ότι η Τέσα έκανε γούστο την παρέα της γιατί ποτέ δεν έπληττε κοντά της. Μια συνηθισμένη κουβέντα της μπορούσε ανά πάσα στιγμή να παρεκτραπεί σε παραληρηματικά λογύδρια, ποιητικές απαγγελίες, άριες από όπερες, δημοτικά λιανοτράγουδα, μέχρι και κελαηδίσματα πουλιών...

Καμία λοιπόν έκπληξη δεν κατέλαβε την Τέσα, όταν σε κάποιον περίπατο, ένα πρωινό του Απρίλη, η τυφλή φίλη της διέκοψε αιφνιδίως την κουβέντα και άρχισε να σφυρίζει με πάθος, μιμούμενη τα κελαηδίσματα των πουλιών. Όταν όμως έπεσε στα τέσσερα κι άρχισε να χαϊδεύει τη φρεσκοφυτρωμένη χλόη και να μυρίζει με βαθιές εισπνοές το χώμα, η Τέσα όχι μόνο εξεπλάγη, αλλά και ανησύχησε, ιδίως όταν η Πηνελόπη άρχισε να μασουλά κάποια αγριόχορτα με εμφανή απόλαυση.

Ώσπου να αποφασίσει να επέμβει, η φίλη της είχε ήδη σταματήσει τις ιδιόμορφες αυτές δραστηριότητες και ξάπλωσε φαρδιά πλατιά επάνω στη χλόη, με ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Κάθισε δίπλα της και της χάιδεψε με τρυφερότητα και κατανόηση το μουσκεμένο από την πρωινή δροσιά μέτωπό της, κοιτώντας την με απορία. Είδε το στήθος της που ανεβοκατέβαινε αποσταμένο, είδε τα ακροδάχτυλα να σφίγγουν το νοτισμένο χώμα, είδε τα, ανήμπορα να θαυμάσουν την ομορφιά της φύσης, μάτια, είδε τα χαμογελαστά χείλη της φίλης της να τρεμοπαίζουν... Δεν άντεξε. Έσκυψε κι άκουσε τι ψιθύριζε:

«Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη
κ’ η φύσις ηύρε την καλή και την γλυκειά της ώρα...»

Και τότε κατάλαβε....

Την επόμενη μέρα έστειλε ένα e-mail στον ινδό φίλο της με το οποίο τον πληροφορούσε ότι για λόγους ανωτέρας βίας, κάτι που έκανε τον Σίντα που ήταν φανατικός οπαδός του Γκάντι να ριγήσει, θα απουσίαζε για ένα μικρό χρονικό διάστημα.

Οι επόμενες ημέρες της ζωής της Τέσας κύλησαν σε μια πρωτοφανή για τις συνήθειες και τους ρυθμούς της δραστηριότητα.

Περπάτησε ατελείωτες ώρες στη Σωκράτους και στα παρακείμενα στενά επισκεπτόμενη μαγαζιά όπου σύχναζαν ινδοί οικονομικοί μετανάστες με τους οποίους μίλησε και συναναστράφηκε επί μακρόν.

Έψαξε, βρήκε και νοίκιασε μια ντουζίνα βιντεοκασέτες με ινδικές κινηματογραφικές παραγωγές του Bollywood και τις οποίες είδε και ξαναείδε επανειλημμένα.

Αγόρασε μετά μανίας CD και άκουγε όλη τη νύχτα τις μουσικές του Ravi Shankar και του Kumar Gandharva καίγοντας αρωματικά κεριά και λιβάνια και διαβάζοντας μυθιστορήματα του Σαλμάν Ρούσντι και της Αρουντάτι Ρόι.

Μύρισε μια μεγάλη ποικιλία μπαχαρικών κι εφοδιάστηκε με μια ικανή ποσότητα από κάρυ, σαφράν, κουρκουμά και μοσχοκάρυδο, με τα οποία εμπλούτισε το φάσμα των αρωμάτων του σπιτιού της.

Παρασκεύασε μανιωδώς κλεισμένη στην κουζίνα της αρνάκι με κάρυ και κοτόπουλο με γκαράμ μασάλα.

Και τέλος επισκέφθηκε όλα τα ινδικά εστιατόρια της Αθήνας όπου γεύτηκε μέχρι σκασμού σπεσιαλιτέ από τις κουζίνες του Κασμίρ, του Ρατζαστάν και της Κεράλα.

Την 14η μέρα, με νωπή ακόμη την αίσθηση των χειραψιών με τους ινδούς μαγαζάτορες, γεμάτη από τις μουσικές του Ravi Shankar, σκασμένη από το Tandoori chicken και μπουκωμένη από τη βαριά μυρωδιά του κάρυ, έθεσε τον υπολογιστή σε λειτουργία, μπήκε στο Internet και με τρεμάμενα από την έξαψη και τον πόθο δάχτυλα πληκτρολόγησε: sinta@jaipurnet.in.
press alt + f4 after read..
Άβαταρ μέλους
fbl
super member
 
Δημοσιεύσεις: 224
Εγγραφή: Τρί Φεβ 15, 2005 1:47 am

Δημοσίευσηαπό atomant » Τρί Σεπ 27, 2005 3:30 pm

Μπράβο fbl.

Εξαιρετικό.

Όχι, μην πανικοβάλλεστε, δεν θα χρειαστεί να σας γλύψω ούτε να πλύνω τα οστά σας με κρασί, ούτε να καταπιώ με τις χούφτες ηρεμιστικά για να βρεθώ πλάι σας.

Απλώς θα ακουμπήσω τα δάχτυλά μου μαλακά στο πληκτρολόγιο.

Θα σας γράψω σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζω.

Τα βλέφαρά μου θα πέσουν βαριά.


Πρόκειται για τη γλώσσα που προσδοκά το αδύνατο· για μια γλώσσα που δεν μιλιέται πουθενά· για μια γλώσσα καταχωρισμένη στο Λεξικό του Κανένα ( Όχι εσύ Κανένα ), για μια γλώσσα που υπεραμύνεται μια αδιανόητη συναναστροφή:

ανάμεσα σ' αυτούς που δεν μπορούν να μεταδώσουν την εμπειρία τους (ή τη μη εμπειρία τους) και σε εκείνους που όλο και πιο αποφασιστικά, όλο και πιο εξαντλητικά κατανοούν ότι εμπειρία είναι αυτό που δεν μεταδίδεται στον άλλο.

Το μόνο συντοπίτη που γνώρισα στο Ντι-Σι που μυήθηκα σε αυτή την τρέλα – παναθεμάτην - ήταν ένα γκαρσόνι στα

«Τρία Π» ( Πάθος – Πόνος – Πόθος).

Ο Στέφανος καταγόταν από τη σίγουρη μεριά της μάνας μου.

Το μόνο κοινό σημείο που είχε ο Στέφανος μαζί μου ήταν η μανία του για χρυσάφι.

Ο βραχύσωμος άντρας όλο μπλεκόταν στα πόδια των εργολάβων.

Θύμα της σπερμολογίας περί αμύθητων τιμαλφών στα εγκαταλειμμένα σπίτια μια φορά έφτασε ως τα δικαστήρια εξαιτίας μιας φαιδρής ιστορίας με ανιχνευτή μετάλλων.

Υστέρα από μήνες, έμαθα ότι ξαναπαντρεύτηκε μια συνφορουμίστια από το Μούλτι κι εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση σαν καφετζής.


Με συγκινεί η ιδέα πως με τη γυναίκα του είχαμε πετάξει μεταξύ μας κομφετί στο αποκριάτικο ξεφάντωμα της Λέσχης των Μουλτικαμηλαίων.

Μπορεί, τελικώς, τη ψυχοπάθειά μου να τη θεράπευσε μόνον η υψηλότερη περιέργεια της ζωής , την πένα μου πάντως τη θεράπευσε μόνον η απόφασή μου να κοιτάξω κατάματα τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Τότε άρχισα να κατεβαίνω ντυμένος σκιέρ στα χιονισμένα γενέθλια βουνά, τότε παραφρόνησα για μια δεκατετράχρονη πιανίστρια, τότε η αγωνία της πλοκής μασκαρεύτηκε σε αγωνία της ύπαρξης.

Με άλλα λόγια, όταν συνειδητοποίησα ότι η πληκτρολόγηση είναι η μοναδική ίσως αρρώστια όπου πεθαίνεις από το ενδεδειγμένο φάρμακο.



Στεγασμένοι.


Σας βλέπω να σιάζετε τη μούκια από αστρακάν στο κεφάλι σας και με τη σουγλερή φωνή σας να λέτε: Το έδαφος του Μισσοκοβίου είναι ως γνωστόν σφόδρα μεταλλούχον (απάντηση σ' όλους αυτούς τους ρακιοσυρραπτάδες, που κατά καιρούς ανακαλύπτουν λαογραφικά υποστρώματα, αστυνομικές φλέβες, ψυχαναλυτικά ρινίσματα στα κείμενά μας).

Ένα παράδειγμα: Εκεί που ο αγρότης μας, μας νουθετούσε να ανακαλύψουν εικόνες ειδυλλιακής αγροτικής ζωής στα γραπτά τους, εσείς ξεριζώνατε την καρβουνοαστεστάδων ρίζα.

Εξάλλου, οι αντιπροσωπευτικοί γραφιάδες στο υπόστεγο είναι λογοτέχνες μιας εποχής , κατά κανόνα λογοτέχνες μικρής εμβέλειας , λόγω του περιορισμένου αριθμού μελών.

'Η, σουφρώνοντας μια φράση από τα παλιά κείμενα εδώ μέσα, ο ποιητής δεν είναι καρπός μόνο του milieu εν ω ζη.














ΥΓ1. Είναι γεγονός ότι στο Ντι-Σι και Μούλτι θέρισα πολλά μαύρα στάχυα και ταχυδρόμησα περισσότερα νοσταλγικά γράμματα.

Πάνω απ' όλα όμως έλιωσα τα παντελόνια μου μελετώντας κοντά σε γερούς δασκάλους σαν τον Ασπίκ (τελειωσε το σάλιο)


Τότε μάλλον πρέπει να είδα καθαρότερα τη σχέση μου με τον τόπο και τη λευκή σελίδα.

Τι μου συνέβη;

Τίποτε το εντυπωσιακό.

Απλώς κατανόησα ότι όπως ζώντας μαθαίνουμε πως κατά βάθος είμαστε αυτά που φοβόμαστε περισσότερο, έτσι και γράφοντας ασκούμαστε στο να εμπιστευόμαστε αυτά που μας ενοχλούν παρά εκείνα που μας κολακεύουν.


ΥΓ2. Σε κάποιο ανάστατο ενύπνιό μου ξύπνησα προσπαθώντας, ατελέσφορα, να ψελλίσω τη φράση Ο Παντελής ήμην εγώ.

Αμήν

Που ειναι ο Μήλος μπρε παιδιά.
Άβαταρ μέλους
atomant
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 698
Εγγραφή: Τρί Ιαν 20, 2004 4:39 pm

Δημοσίευσηαπό wpleftyboy » Τρί Σεπ 27, 2005 4:16 pm

το μπραβο ειναι λιγο εφμπιελ αλλα........ μπραβο !
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Άβαταρ μέλους
wpleftyboy
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 985
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 5:08 pm

Δημοσίευσηαπό kathy » Δευτ Οκτ 03, 2005 11:40 am

Προσπαθώντας να περιγράψεις το κενό ενός άλλου, δε φτάνεις παρά μονάχα στο δικό σου, ολόδικο σου κενό.
Κοιτάζοντας τα ξένα παράθυρα κανείς δεν μπορεί να ξεκολλήσει απ'το δικό του παράθυρο κι απ'το δωμάτιο που είναι καταδικασμένος να ζει.

Κοινώς, φουμπουλέ, μη γεμίζεις τα κενά σου με φαί και με κυβερνοσεξ.

Και φυσικά τώρα εσύ θα μου πεις ότι για να στο λέω εγώ, μάλλον εγώ το κάνω, και εγώ θα σου ξαναπώ ότι αφού εσύ το είπες πρώτος, αυτό βλέπω εγώ σε σένα και μπορεί να μου πεις ότι αυτό είδες εσύ σε μένα, κουτουλου, κουτουλου, κουτουλου.

Και το ηθικό δίδαγμα είναι μόνο ένα:

Τι ωραία να λέμε καμια μαλακία να περνάει η ώρα!!!

παπ παπ
(φιλικό χτύπημα στην πλάτη του φουμπουλέ, φουμπουλέ για πλάκα το είπα, μη θυμώσεις)

παπ παπ παπ ΙΙ
(γιατί όπως σας ανείγγειλα, πλέον είμαι πάπια)
kathy
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 478
Εγγραφή: Παρ Μάιος 06, 2005 12:34 am


Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 4 επισκέπτες

cron