ας γράψουμε ιστορίες

Γράμματα στην Έλενα

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Δημοσίευσηαπό Το Κολλητηράκι » Τρί Αύγ 07, 2007 9:27 pm

... τί με μπλέκετε εμένα με τους Σαββοπουλαίους ρε;... και με τους έρωτές σας, και τις σκοπιές σας, και τις παπαριές σας... εγώ Μπάμπης μου γέλασα με τον σκατόκοσμό σου - τα υψηλά νοήματα τα προσπέρασα κακήν - κακώς, γιατί είμαι και σε κλιμακτήριο το καημένο, πρόωρη και χωρίς να την επιδιώξω - και τέλος πάντων, όποιος δε μας χωνεύει, χεστήκαμε και σκουπιστήκαμε ήδη και χωνέψαμε και φάγαμε και το φρούτο μας για βράδυ...

... γι' αυτό λοιπόν κι εγώ, αφού είδα κι απόειδα, του ενός του μυρίζαμε και δε μας είπε τη γνώμη του, του αλλουνού του ξυνίσαμε γιατί, λέει, διαβάζει σαν εμάς 500 το μήνα - σιγά που είμαστε όλοι ίδιοι καημένε κι εσύ, που στην τελική, εμένα αυτό που θα μου μείνει είναι η στριμμενιά σου και η κακία σου, και ουχί τα ποιήματά σου... - και είπα να το γυρίσω... γιατί να χτυπιέμαι και να είμαι δημιουργός, ενώ μπορώ τόσο εύκολα και άνετα - κάτι που δεν αντιστοιχεί στους δημιουργούς δηλαδή - να γίνω...

... κριτικός;...

... ιδού η πρώτη μου αόπειρα Μπάμπης... δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο... μου ζήτησε μια φορουμίστρια να την σχολιάσω το λοιπόν, στο άλλο μαγαζί, κι εγώ μετά χαράς προσέφερα τις υπερεσίες μου... της άρεσε κιόλα και λέω να το κάνω τέχνη και να γλυτώσω από τις εμπνεύσεις και τους ξεροντολόγους που όλα είναι σε θέση να τα εκτιμήσουν... κι εσύ ωρέ παιδί μου, πώς το κατάκρινες έτσι εκείνο το κωλόπαιδο στο φαναρτζίδικο;... σκατά είναι αυτά Μπάμπη μου, δεν αντέχουν όλοι και άσε τί λένε...

... άντε γιατί κουράστηκα... φάε στη μάπα τώρα το μεγίστης τεχνικής ποίημα της φορουμίστριας και την υψίστης ασφαλείας κριτική...

(... έχει ψωμί η δουλειά σου λέω, κάτσε να την κάνω εγώ επάγγελμα και θα δεις... με τόσες ψωνάρες που κυκλοφορούν... ού να μου χαθείτε και οι 500 που όλοι ίδιοι είσαστε βρε...
... ίδιοι τρομάρα σας...




'... κι επειδή φίλες και φίλοι τέτοια πράματα δε πρέπει να πέφτουν χάμω, ας προχωρήσομε όλοι μαζί σε μια εκτίμηση, μεστή, ζεστή και ανιδιοτελή, έτσι όπως αξίζει στο δημιουργό και στην αντίπερα όχθη της έκφρασης αυτού...

'Σε μέρη ξένα μακρινά
αλλά σε χρόνια μαύρα
μια πίπα εξεκίνησε
να ψάχνει έναν άντρα

Έψαχνε 'δω, έψαχνε 'κει
έψαχνε παραπέρα...
ούτε πουλί πετάμενο
δεν είχε στον αιθέρα

Να μην τα πολυλέω συνφόρουμοι
και σας πολυκουράσω
η πίπα μας η ζηλευτή
εξέμεινε στον άσσο.

Απ' την πολλή την κούραση
το έριξε στον ύπνο
και ονειρεύτηκε πουλιά
να φτάνουν απ' την Κύθνο'...


... και τί άλλο θα μπορούσε να είναι το ζητούμενο στις 4 πρώτες στροφές, από την αιώνια ανθρώπινη αναζήτηση του εκάστοτε στόχου. Ο ποιητής, που έχει το απόλυτο 'γνώθι σ' αυτόν', δεν επιθυμεί να κρύψει ή έστω να παραποιήσει την πραγματικότητα από τον αναγνώστη του. Οι καιροί είναι κατάμαυροι, η αγαμία έχει χτυπήσει κόκκινο, αλλά ο ίδιος ανθίσταται και πολεμά μέχρις εσχάτων. Η δύναμη της θέλησης, να ξεδιπλώνεται γλαφυρά και με στόμφο, αλλά και η επερχόμενη κούραση, ως αποτέλεσμα του μόχθου και κόπου του... και ξαφνικά η κορύφωση, καθώς η κούραση συνοδεύεται απ' το όνειρο και ουχί από την εγκατάλειψη...




' Την ώρα που εξύπνησε
να σου και ο Νοτμάδας
της έδειχνε με νόημα
το τέλος της κοιλάδας

Η πίπα μας το νόημα
το 'πιασε με τη μία
και μια και δυο του όρμισε
και άρχισε τη μνεία...

- "μα τι αξιοζήλευτο
πουλί που είναι τούτο!
Γερό... στητό... πελώριο!
Αχ μάνα μου! Αγιούτο!"

- "Σκάσε μωρή και ρούφα τον
που έπιασες την πάρλα!"
- "αααα... όλα κι όλα μάστορα,
βαριέμαι τη γαργάρα!"

- "τότε τη σόι πίπα είσαι μωρή;
Τσάμπα μου εσηκώθη;"
- "Ιδέα Δεν Έχω, ορκίζομαι!
Μη σώσω ως την όχθη!"

Τότε ο Νοτμάδας μάζεψε
τ' αυγά του τα μελάτα
και άρχισε το χώσιμο
χύμα και τσουβαλάτα!'...


... κι εδώ, έχοντας πια περάσει στην υλοποίηση των επιθυμιών του, μας επιβεβαιώνει και τις παπαριές του Κοέλιο, του ευρέως γνωστού ως 'συμπαντολόγου', ο οποίος έγραψε δυο μαλακίες και χέστηκε στο τάληρο... η πραγμάτωση και ο φόβος σε μια αναμενόμενη σύγκρουση, ενώ οι ορμόνες και η λίμπιντο, έχοντας βαρέσει μπιέλα, οδεύουν στο δρόμο της ηδονής απηλλαγμένες από μέτρα και σταθμά ηθικής και σημειολογίας...

... και φτάνοντας στην κάθαρση, ο ποιητής καταφέρνει το στόχο... ο αναγνώστης, έντρομος και απογοητευμένος διαπιστώνει την αχαριστία του είδους του... οι αξίες της αναμονής, της υπομονής και της δύναμης της θέλησης, υποκύπτουν όλες με ύφος υποταγής μπροστά στο ανικανοποίητο του ανθρώπου... έτσι ο εραστής, μη κοιτώντας ότι ήταν απήδηχτος για έτη πολλά, απορρίπτει τον μέχρι τότε αναζητητή του, καταρρακώνοντας κάθε πίστη στην ομορφιά του έρωτα, καθώς επικεντρώνεται μόνο στα βέβηλα ένστικτά του...




'Την πίπα απ' τη φωτιά ποιος θα τη βγάλει;
Ο Αντλιμπίτουμ που την έχει πιο μεγάλη!)

Αίφνης παρουσιάζεται
άντρακλας δύο μέτρα
πετάει έξω το όρνεο
κι αρχίζει την κουβέντα.

- "ʼκου, Νοτμάδα, φίλε μου...
η πίπα είν' θρησκεία.
Αρχίζει με πατερημά
και γίνεται λατρεία.

Με τον μπρουτάλ τον τρόπο σου
το μόνο που θα τύχεις
είναι απογοήτευσης,
στο λέω, μην ελπίζεις."

Η πίπα μένει εμβρόντητη
από τον λόγιο άντρα
κι ευθύς πέφτει στα γόνατα
και γίνεται αντάρα.

Έτσι ο Νοτμάδας έμεινε
με το πουλί στο χέρι,
και με το στόμα ορθάνοιχτο
κοιτάζει κι υποφέρει.'...


... αλλά, ο αναγνώστης δεν έχει ξεμπερδέψει ακόμη... ο δημιουργός, τον αφήνει να πιστεύει ότι όλα τελείωσαν, χωρίς να του δίνει έναυσμα για να φαντασιωθεί κάτι διαφορετικό... και ξέροντας πως τον έχει απογοητεύσει, του ξαναπροσφέρει χωρίς ίχνος φειδούς την ελπίδα... ο χορός, αναλαμβάνει τα περαιτέρω, προδιαθέτοντας το κοινό για την επέμβαση του θείου, που αν και δεν έρχεται από την Αμερική, θα φανεί ευσπλαχνικό, σωτήριο και μεταίχμιο... ο νέος εραστής, ενσαρκώνει τη χαρά της ζωής, τη νίκη απέναντι σε κάθε φόβο και την πάταξη του ίδιου του θανάτου... η πίπα - δημιουργός, θα ανακάμψει και θα υπερισχύσει, δίνοντας νόημα και κίνητρο στον κάθε πικραμένο και πολυετώς αγάμητο αναγνώστη της...
...ένα ποίημα, γροθιά στο μαχαίρι, στο στομάχι και στα αρχίδια... μια καινοτόμος κραυγή που θα κερδίσει επάξια τη θέση της στο πάνθεο των απανταχού της γης κακομοίρηδων και απεγνωσμένων. Ένας ύμνος στην ηδονή και στην πλήρη ευτυχία...


Κολλητήρης Μπακογιαννόπουλος
(... του Σωτήρης χτες...) ...
'...sorry, i forgot your beauty... my life goes on, absolutely...'

Salento
Άβαταρ μέλους
Το Κολλητηράκι
super member
 
Δημοσιεύσεις: 268
Εγγραφή: Τετ Αύγ 31, 2005 1:18 pm
Τοποθεσία: Ο Κλαυσίγελος Της Τυρόπιττας Και Ο Πήδουλος Της Μελιτζάνας...

Δημοσίευσηαπό Το Κολλητηράκι » Τρί Αύγ 07, 2007 9:27 pm

... τί με μπλέκετε εμένα με τους Σαββοπουλαίους ρε;... και με τους έρωτές σας, και τις σκοπιές σας, και τις παπαριές σας... εγώ Μπάμπης μου γέλασα με τον σκατόκοσμό σου - τα υψηλά νοήματα τα προσπέρασα κακήν - κακώς, γιατί είμαι και σε κλιμακτήριο το καημένο, πρόωρη και χωρίς να την επιδιώξω - και τέλος πάντων, όποιος δε μας χωνεύει, χεστήκαμε και σκουπιστήκαμε ήδη και χωνέψαμε και φάγαμε και το φρούτο μας για βράδυ...

... γι' αυτό λοιπόν κι εγώ, αφού είδα κι απόειδα, του ενός του μυρίζαμε και δε μας είπε τη γνώμη του, του αλλουνού του ξυνίσαμε γιατί, λέει, διαβάζει σαν εμάς 500 το μήνα - σιγά που είμαστε όλοι ίδιοι καημένε κι εσύ, που στην τελική, εμένα αυτό που θα μου μείνει είναι η στριμμενιά σου και η κακία σου, και ουχί τα ποιήματά σου... - και είπα να το γυρίσω... γιατί να χτυπιέμαι και να είμαι δημιουργός, ενώ μπορώ τόσο εύκολα και άνετα - κάτι που δεν αντιστοιχεί στους δημιουργούς δηλαδή - να γίνω...

... κριτικός;...

... ιδού η πρώτη μου αόπειρα Μπάμπης... δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο... μου ζήτησε μια φορουμίστρια να την σχολιάσω το λοιπόν, στο άλλο μαγαζί, κι εγώ μετά χαράς προσέφερα τις υπερεσίες μου... της άρεσε κιόλα και λέω να το κάνω τέχνη και να γλυτώσω από τις εμπνεύσεις και τους ξεροντολόγους που όλα είναι σε θέση να τα εκτιμήσουν... κι εσύ ωρέ παιδί μου, πώς το κατάκρινες έτσι εκείνο το κωλόπαιδο στο φαναρτζίδικο;... σκατά είναι αυτά Μπάμπη μου, δεν αντέχουν όλοι και άσε τί λένε...

... άντε γιατί κουράστηκα... φάε στη μάπα τώρα το μεγίστης τεχνικής ποίημα της φορουμίστριας και την υψίστης ασφαλείας κριτική...

(... έχει ψωμί η δουλειά σου λέω, κάτσε να την κάνω εγώ επάγγελμα και θα δεις... με τόσες ψωνάρες που κυκλοφορούν... ού να μου χαθείτε και οι 500 που όλοι ίδιοι είσαστε βρε...
... ίδιοι τρομάρα σας...




'... κι επειδή φίλες και φίλοι τέτοια πράματα δε πρέπει να πέφτουν χάμω, ας προχωρήσομε όλοι μαζί σε μια εκτίμηση, μεστή, ζεστή και ανιδιοτελή, έτσι όπως αξίζει στο δημιουργό και στην αντίπερα όχθη της έκφρασης αυτού...

'Σε μέρη ξένα μακρινά
αλλά σε χρόνια μαύρα
μια πίπα εξεκίνησε
να ψάχνει έναν άντρα

Έψαχνε 'δω, έψαχνε 'κει
έψαχνε παραπέρα...
ούτε πουλί πετάμενο
δεν είχε στον αιθέρα

Να μην τα πολυλέω συνφόρουμοι
και σας πολυκουράσω
η πίπα μας η ζηλευτή
εξέμεινε στον άσσο.

Απ' την πολλή την κούραση
το έριξε στον ύπνο
και ονειρεύτηκε πουλιά
να φτάνουν απ' την Κύθνο'...


... και τί άλλο θα μπορούσε να είναι το ζητούμενο στις 4 πρώτες στροφές, από την αιώνια ανθρώπινη αναζήτηση του εκάστοτε στόχου. Ο ποιητής, που έχει το απόλυτο 'γνώθι σ' αυτόν', δεν επιθυμεί να κρύψει ή έστω να παραποιήσει την πραγματικότητα από τον αναγνώστη του. Οι καιροί είναι κατάμαυροι, η αγαμία έχει χτυπήσει κόκκινο, αλλά ο ίδιος ανθίσταται και πολεμά μέχρις εσχάτων. Η δύναμη της θέλησης, να ξεδιπλώνεται γλαφυρά και με στόμφο, αλλά και η επερχόμενη κούραση, ως αποτέλεσμα του μόχθου και κόπου του... και ξαφνικά η κορύφωση, καθώς η κούραση συνοδεύεται απ' το όνειρο και ουχί από την εγκατάλειψη...




' Την ώρα που εξύπνησε
να σου και ο Νοτμάδας
της έδειχνε με νόημα
το τέλος της κοιλάδας

Η πίπα μας το νόημα
το 'πιασε με τη μία
και μια και δυο του όρμισε
και άρχισε τη μνεία...

- "μα τι αξιοζήλευτο
πουλί που είναι τούτο!
Γερό... στητό... πελώριο!
Αχ μάνα μου! Αγιούτο!"

- "Σκάσε μωρή και ρούφα τον
που έπιασες την πάρλα!"
- "αααα... όλα κι όλα μάστορα,
βαριέμαι τη γαργάρα!"

- "τότε τη σόι πίπα είσαι μωρή;
Τσάμπα μου εσηκώθη;"
- "Ιδέα Δεν Έχω, ορκίζομαι!
Μη σώσω ως την όχθη!"

Τότε ο Νοτμάδας μάζεψε
τ' αυγά του τα μελάτα
και άρχισε το χώσιμο
χύμα και τσουβαλάτα!'...


... κι εδώ, έχοντας πια περάσει στην υλοποίηση των επιθυμιών του, μας επιβεβαιώνει και τις παπαριές του Κοέλιο, του ευρέως γνωστού ως 'συμπαντολόγου', ο οποίος έγραψε δυο μαλακίες και χέστηκε στο τάληρο... η πραγμάτωση και ο φόβος σε μια αναμενόμενη σύγκρουση, ενώ οι ορμόνες και η λίμπιντο, έχοντας βαρέσει μπιέλα, οδεύουν στο δρόμο της ηδονής απηλλαγμένες από μέτρα και σταθμά ηθικής και σημειολογίας...

... και φτάνοντας στην κάθαρση, ο ποιητής καταφέρνει το στόχο... ο αναγνώστης, έντρομος και απογοητευμένος διαπιστώνει την αχαριστία του είδους του... οι αξίες της αναμονής, της υπομονής και της δύναμης της θέλησης, υποκύπτουν όλες με ύφος υποταγής μπροστά στο ανικανοποίητο του ανθρώπου... έτσι ο εραστής, μη κοιτώντας ότι ήταν απήδηχτος για έτη πολλά, απορρίπτει τον μέχρι τότε αναζητητή του, καταρρακώνοντας κάθε πίστη στην ομορφιά του έρωτα, καθώς επικεντρώνεται μόνο στα βέβηλα ένστικτά του...




'Την πίπα απ' τη φωτιά ποιος θα τη βγάλει;
Ο Αντλιμπίτουμ που την έχει πιο μεγάλη!)

Αίφνης παρουσιάζεται
άντρακλας δύο μέτρα
πετάει έξω το όρνεο
κι αρχίζει την κουβέντα.

- "ʼκου, Νοτμάδα, φίλε μου...
η πίπα είν' θρησκεία.
Αρχίζει με πατερημά
και γίνεται λατρεία.

Με τον μπρουτάλ τον τρόπο σου
το μόνο που θα τύχεις
είναι απογοήτευσης,
στο λέω, μην ελπίζεις."

Η πίπα μένει εμβρόντητη
από τον λόγιο άντρα
κι ευθύς πέφτει στα γόνατα
και γίνεται αντάρα.

Έτσι ο Νοτμάδας έμεινε
με το πουλί στο χέρι,
και με το στόμα ορθάνοιχτο
κοιτάζει κι υποφέρει.'...


... αλλά, ο αναγνώστης δεν έχει ξεμπερδέψει ακόμη... ο δημιουργός, τον αφήνει να πιστεύει ότι όλα τελείωσαν, χωρίς να του δίνει έναυσμα για να φαντασιωθεί κάτι διαφορετικό... και ξέροντας πως τον έχει απογοητεύσει, του ξαναπροσφέρει χωρίς ίχνος φειδούς την ελπίδα... ο χορός, αναλαμβάνει τα περαιτέρω, προδιαθέτοντας το κοινό για την επέμβαση του θείου, που αν και δεν έρχεται από την Αμερική, θα φανεί ευσπλαχνικό, σωτήριο και μεταίχμιο... ο νέος εραστής, ενσαρκώνει τη χαρά της ζωής, τη νίκη απέναντι σε κάθε φόβο και την πάταξη του ίδιου του θανάτου... η πίπα - δημιουργός, θα ανακάμψει και θα υπερισχύσει, δίνοντας νόημα και κίνητρο στον κάθε πικραμένο και πολυετώς αγάμητο αναγνώστη της...
...ένα ποίημα, γροθιά στο μαχαίρι, στο στομάχι και στα αρχίδια... μια καινοτόμος κραυγή που θα κερδίσει επάξια τη θέση της στο πάνθεο των απανταχού της γης κακομοίρηδων και απεγνωσμένων. Ένας ύμνος στην ηδονή και στην πλήρη ευτυχία...'.


Κολλητήρης Μπακογιαννόπουλος
(... του Σωτήρης χτες...) ...
'...sorry, i forgot your beauty... my life goes on, absolutely...'

Salento
Άβαταρ μέλους
Το Κολλητηράκι
super member
 
Δημοσιεύσεις: 268
Εγγραφή: Τετ Αύγ 31, 2005 1:18 pm
Τοποθεσία: Ο Κλαυσίγελος Της Τυρόπιττας Και Ο Πήδουλος Της Μελιτζάνας...

Δημοσίευσηαπό Το Κολλητηράκι » Τρί Αύγ 07, 2007 9:33 pm

... το έντιτ μου, γαμώ το φελέκι μου γαμώ... τόσα χρόνια εδώ χάμω, ένα έντιτ δέ δικαιούμεθα...


:evil:
'...sorry, i forgot your beauty... my life goes on, absolutely...'

Salento
Άβαταρ μέλους
Το Κολλητηράκι
super member
 
Δημοσιεύσεις: 268
Εγγραφή: Τετ Αύγ 31, 2005 1:18 pm
Τοποθεσία: Ο Κλαυσίγελος Της Τυρόπιττας Και Ο Πήδουλος Της Μελιτζάνας...

Δημοσίευσηαπό epsilon » Τρί Αύγ 07, 2007 10:14 pm

δεν υπάρχει δικαίωμα στο έντιτ, ωιμέ! αλλά, ευτυχώς απ΄ό,τι φαίνεται, υπάρχει δικαίωμα στη μαλακία. ακόμη και τη γραπτή!
την καλησπέρα μου!
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό aspic » Τρί Αύγ 07, 2007 10:33 pm

Δέν μου λές κολλητηράκι,τι πράγματα είναι αυτά;
Ή έλενα η φίλη της κυρίας έψιλον τα έγραψε αυτά τα πορνοστιχουργήματα;
Κυρία έψιλον ήμουν σίγουρος για τις παρέες που κάνετε.
Και ο νοτμάδας ποιός είναι;
Ο κούκος;
Ο κουκος είναι καλο παιδί και δέν είναι σωστό να του λετε τέτοια πράγματα.
Πρέπει να του πείτε πολύ περισσότερα.
Και σε παρακαλώ κολλητήρι να μου επιστρέψεις αμέσως τα γυαλιά και τα μουστάκια του μπακογιανόπουλου αλλοιώς θα φάμε τα δικά μας μουστάκια.
Να βρείς δικά σου αξεσουάρ να κάνεις τον κριτικό,εν ανάγκη φόρα μιά βράκα και κάνε και τον κρητικό.
Πάντως καλή επιτυχία και σε αυτή την καινούργια σου ενασχόληση.
Κανείς ποτέ δέν κατάλαβε περισσότερο την τέχνη από έναν κριτικό,αλλά και κανείς ποτέ δέν κατάλαβε περισσότερο από την τέχνη, έναν κριτικό.

































Έ,κολλητηράκι εδώ κάτω,εδώ.....για πες μου κανένα κουτσομπολιό από δίπλα με τον κούκο και την μουλτοπαρέα του.
Θα είμαι τάφος,δέν θα τα πώ πουθενά.
Σιγά όμως να μήν μας ακούσουν οι άλλοι.
Και εξάλλου, η μοναδική μου αλήθεια είναι ότι λέω πάντα ψέμματα.
Ώστε.
aspic
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1407
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 20, 2003 12:07 am

Δημοσίευσηαπό kanenas » Σάβ Σεπ 15, 2007 9:24 am

Η ποδιά σου μυρίζει κατρουλιό
άμμο και κολοκύθες
φεύγουνε σίδερα σαν τ'αυτοκίνητα στην εθνική οδό.

Χαράζει σύννεφα
ψάρια
και ποδοβολητό.

Λύπη διώρυγα
φρένα με το στανιό
kanenas
senior member
 
Δημοσιεύσεις: 592
Εγγραφή: Πέμ Ιούλ 29, 2004 8:17 pm

Δημοσίευσηαπό epsilon » Σάβ Σεπ 15, 2007 9:58 am

είναι ακριβώς έτσι.
τίποτα δεν έχω να πω.
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό epsilon » Πέμ Σεπ 20, 2007 10:49 pm

λεπτή διώρυγα
λέπι από ψάρι σαν καρφωθεί, όλα καμώνονατι πως σταμάτησαν. φρίττεις, φρίττεις, κι η λύπη αφορμίζει σαν σπυρί.
σου λέω σε πήρα μπρος, σε κοίταξα αδιάφορα τάχατες τάχατες, και μετά, στην έξοδο της μόνης εθνικής οδού που λέγεται οιίπους τύραννος, σου περνάνε στα πόδια κείνο το τσιγκέλι και σου λεν περπάτα!
περπάτα!
παράτα μας χρόνε!
εμείς ίδιοι θα μείνουμε και θ'αγαπιόμαστε!
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό Palladian » Παρ Νοέμ 16, 2007 4:45 pm

Περνούσε...

Περνούσε κάνοντας την αγέρωχη και την απτόητη με τη βρομιάρα ποδιά της, Ανεβασμένη σ' ένα δίτροχο που τα πετάλια δεν τα γύριζαν τα παχουλά της πόδια. Οι αστραπές στα μάτια της ήταν που κινούσαν το δίτροχο. Η λύσσα η μαύρη που την έπιανε στην ανηφόρα και δεν ήθελε να ελαφρύνη τη σέλλα. Αντίθετα κολλημένη πάνω της με όση δύναμη της έδιναν τα λίγο παραπάνω κιλά της, μαζί και το μυαλό που 'μενε κολλημένο στο πρόβλημα...

«Πούστης μου βγήκε μάνααα! Πούστης! Με το Τάσσο φιλιότανε στην άκρη του χωριού, που άντρακλα μου τον ανέβαζες, άντρακλα μου τον κατέβαζες κι άλλος δεν ύπαρχε στο γκόσμο»...

«Σκάσε, μωρή, που μου φωνάζεις κιόλας. Λεφτά έχει... Σκάσε παναθεμά σε και πάρτονε».

Στην Αθήνα να πάη. Στην Αθήνα, να ζήση σαν άνθρωπος... Να να μη το ξέρη ούτε η Παναγία αν έχη να φάη, αν ζη ή αν πεθαίνη.

Της φάγανε τα νιάτα στο χωριό. Της ρουφήξανε το μεδούλι τα μάτια της γειτονιάς που μετράγανε πίσω απ' τις κουρτίνες το κάθε της βήμα, μπας και στραβοπατήση να τη ξομπλιάσουνε. Αλλά 'κείνος στο απυρόβλητο. Ό,τι και νάκανε ήτανε λέει άντρας. Και τώρα; Και τώρα που τον έπιασε στ' «αντριλίκια» του, πάλι το φταίξιμο δικό της;

Τόπε και του παπά. Αμ, δε θα τόλεγε;
«Σώπασε, τέκνο μου», της είπε. «Αυτά δεν πρέπει να λέγονται. Εσύ το ξέρεις κι ο Θεός».

- Ποιός Θεός ρε τράγο; Τι θες και τον ανακατεύεις; Τη παρθενιά μου πήρε, ρε κερατά, κι εμένα ποιός θα με πάρη τώρα άπροικη και σπασμένη; Λες και δε ξέρεις πως τρέχουνε τα νέα από στόμα σ' αυτί... Αει στο διάλο κι εσύ, υποκριταρά, μα το μπούστη δε τονε παίρνω...

Τον επόμενο μήνα της κόπηκε κι η περίοδος. Χάλια τα μαντάτα. Έπρεπε να βρη τρόπο να φύγη όσο ήτανε καιρός. Ο πατέρας της θα τη πάντρευε με το ζόρι μαζί του αν δε τη σκότωνε, που αυτό ήτανε το πιο σίγουρο.

Και που να πάη; Στη θειά της τη Μαρία; Χειρότερη αυτή απ' το πατέρα της. Ρουφιάνα ονομαστή, με τον άντρα της που πούλησε στη ζωή του ό,τι έλαχε μπροστά του. Λεφτά με τη σέσουλα έκανε επί χούντας. Στα μέσα και στα έξω με τους καραβανάδες. Αφού και το γιο του αποκλήρωσε τότε, γιατί έκανε λέει φίλους κάτι τσογκλάνια που πηγαίνανε στο Πολυτεχνείο.

Στη Κατερίνα τη ξαδέρφη της; Σιγά μη τη δεχότανε... Μα και να τη δεχότανε, χειρότερο καταδότη δε θα 'βρισκε.

Αδιέξοδο κι απελπισία...


(Μπορεί και να συνεχίζεται...)



____________
Μια ευγενική προσφορά του πνεύματος της μακαρίτισσας Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου
Άβαταρ μέλους
Palladian
junior member
 
Δημοσιεύσεις: 37
Εγγραφή: Δευτ Ιαν 20, 2003 2:52 am
Τοποθεσία: όξ' από 'δω και μακριά

Δημοσίευσηαπό epsilon » Παρ Αύγ 01, 2008 9:44 pm

δεν ξέρει τι συνεχίζει απ'όλη την ιστορία που απλώνεται με τόση φειδώ πάνω στις στιγμές.
οι στιγμές αγέρωχες, κρατάνε καλά.
καλημέρα, σε είδα σήμερα.
ήσουνα γερασμένος κι αγέρωχος.
έτοιμος να κλείσεις τα μάτια για να γευτείς τον έρωτα του ανένωτοιμου. την απίστευτη ελεημοσύνη του μηδενός.
ήπια λίγο, αλήθεια.
πώς να μην αναγνωρίζεις την έξοδο κινδύνου από τον ίδιο σου τον εαυτό.
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

ΠροηγούμενηΕπόμενο

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 2 επισκέπτες

cron