ας γράψουμε ιστορίες

Short-short stories

εδώ ο καθένας γράφει ένα κομμάτι από ένα "παραμύθι" που κανείς δεν ξέρει πότε,που και πως θα τελειώσει...

Short-short stories

Δημοσίευσηαπό ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΥΚΟΣ » Κυρ Οκτ 03, 2004 6:10 pm

The Empire Of The Parakeets
by Fernando Sorrentino

The nickname 'parakeets' is often given to those quite harmless, short-lived, tiny green orthoptera that, on summer nights, keep flying round and round lights. Their movements do not appear to be governed by intelligent thought. Lacking the fly's sharp sight and rapid reactions, the nuisance is easily eliminated by crushing them between the thumb and index finger. In contrast to the mosquito, they are incapable of biting. Nevertheless, they are sheer torment for anyone trying to read or eat. They throw themselves blindly against your face or eyes; they drown in your soup; they smudge your writing. By the time you manage to brush aside the five or six parakeets walking on your fork, another ten or twelve are already in your ears or up your nose.
Why should these tiny green orthoptera, the parakeets, be so stupid, so feeble-minded? Their behaviour is perhaps the least sensible of any living thing - those who believe that this behaviour is common to all insects are wrong. For instance, a man can establish, with a cockroach, a kind of relationship, if not friendly then logical at least: the man will attempt to kill the cockroach, which will try to run away and hide. This is simply not possible with the parakeets: no one knows what they are doing or why they are doing it.
"But," asks Dr. Ludwig Boitus himself in one of his latest papers, "is the parakeets' behaviour really so mad? Let us start from the premise that all living beings orientate their actions towards the preservation of their species. Why should the parakeets' behaviour be an exception to such sound, well-proven law? [...] The modern researcher," he adds, "must not limit himself to simple statements to the effect that the parakeets' actions are gratuitous and senseless; he should make an effort to determine the true logic behind the apparently absurd, illogical behaviour of the parakeets. This behaviour is merely an outward expression of an inner motivation and it is time we found out what that might be."*
Dr. Boitus mentions two facts that have generally been ignored: firstly, in recent times it has been observed that the parakeets fly less around lights than around people's heads and secondly, their numbers are increasing. He points out that although the parakeets seem to lack even a minimal offensive or defensive weapon, five hundred or a thousand of them, by continuously harassing a man -- entering his ears and eyes, walking on his neck, stopping him from thinking, reading, writing or sleeping -- can force him -- in fact, do force him -- into a state of complete mental derangement. In this state, it is the man not the parakeet who does not know what he is doing or why he is doing it. It is a state in which the man does not even know who he is and when he enters it, when he loses consciousness of his own self, he inevitably becomes resigned to being surrounded and dominated by the parakeets. Furthermore, from that moment on he can no longer live without the parakeets, without feeling them inside his ears, his eyes, his mouth. What has occurred is a phenomenon that "in the field of drug addiction is known as dependency. And this," Boitus adds, "is the true purpose of the parakeets, the underlying logic behind their apparently absurd and illogical behavior."

The parakeets are inexorably expanding their empire. To date, they have taken over every civilized country -- the more advanced a nation's technology, the stronger their hold. Wherever there is electric light, the parakeets reign supreme.
On this point, a world atlas accompanying the article shows how few countries are still free of the Empire of the Parakeets. However, we believe that the inclusion of this map is a fallacy: this is not a political empire. Parakeets rule only over minds. When these have been 'parakeetised' -- to use the neologism coined by Boitus -- they go on to parakeetise the bodies, which consequently begin to perform essentially parakeetic actions. As Dr. Boitus concludes: "At this point, only primitive communities and the poorest countries remain almost free of parakeets, countries untouched by the development of mass media."

* BOITUS, Ludwig: "Funcion de la cónducta de los insectos en la preservación de la especie", en Anales del Mundo Contemporáneo, XXXIV, 158, La Plata, Universidad de La

---
για περισσοτερα εδω:
( http://www.short-stories.co.uk/ )
Άβαταρ μέλους
ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΥΚΟΣ
full member
 
Δημοσιεύσεις: 113
Εγγραφή: Δευτ Σεπ 06, 2004 12:24 pm

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Σάβ Οκτ 16, 2004 11:35 pm

..........
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΥΚΟΣ » Κυρ Νοέμ 14, 2004 11:39 pm

ΤΥΨΗ
(της Τατιανας Λουκιτς)

Πρωινος καφες
"φτιαξε ενα καφε για μενα, αγαπη μου, και θα'ρθώ
να ξαπλωσω διπλα σου."

(Βοσνιακό λαϊκο τραγουδι)


αναψε το ματι για να βρασει νερο για καφε, και
σερβιρισε δυο φλυτζανια, κουτάλια και ενα βαζακι ζαχαρη στο δισκο,
αυτος διαβαζε μια παληα εφημεριδα, στη μερια του, στο τραπεζι, που εβλεπε
σε μια τζαμενια μπαλκονοπορτα,
ενα καμπαναριο και ενας μιναρες εγερναν περα μπρος απο το παραθυρο της κουζινας,
ψάχνοντας για καποιον ζωντανο,
η πολη ηταν αδεια εκει κατω, ολοι τρεξανε στα δαση την περασμενη νυχτα,
η καταιγιδα ερχεται, θρηνουσαν, και ειναι φευγατοι πια, ενοιωθε οτι επρεπε να το ξαναπει,
γιατι επρεπε να φυγουμε; το σπιτι μας ειναι εδω,
και αυτος ο πολεμος δεν ειναι δικος μας,
το επανελαβε σιωπηλα, αυτη εγειρε και ανοιξε ενα βαζακι του καφε,
που θα μπορουσαμε να παμε,
τελος παντων, δεν το ειπε,
εκεινος αναψε ενα τσιγαρο για αυτη και ενα για τον εαυτο του,
και μετα

συνεβη,

ενας ανδρας εισεβαλε βιαια,

ενα προτεταμενο πολυβολο εσπασε την πορτα,
ενα αγορι, εικοσι, εικοσιδυο, οχι παραπανω, με πληρη στρατιωτικη εξαρτηση,
γουρλωσε τα ματια προς το μερος τους λες και ειδε δυο φαντασματα να καθονται,
ποιοι ειστε και τι κανετε εδω, ακουστηκε σαν φωνακλαδικη διαταγη,
αλλα εκεινος απο τη μερια του στο τραπεζι ειπε ηρεμα,
ειμαστε σπιτι παιρνοντας τον καφε μας,
εκεινη εγειρε και πεταξε ενα τσιγαρο σ'ενα σταχτοδοχειο,
παει πια, αυτο ειναι το τελος,
δεν το ειπε αυτο αλλα πειθαρχησε στην επομενη εντολη,
σηκωθηκε και εστρεψε στον τοιχο διπλα στο ψυγειο,
το οπλο του αγοριου την εσπρωξε βιαια, εμεινε ακινητη και παγωμενη,
κοιταζοντας προς τη ξεθωριασμενη γαλαζωπή μπογιά,
εισαστε στο σπιτι σας, ναι, γεροντια, καλοπερνατε στο σπιτι σας,
το αγορι βηματισε πισω προς την πορτα και πυροβολησε μιά, δυό, εξη φορες, ποσες ακριβως,
δεν ηταν σιγουρη, γυρω-γυρω απο αυτην στον τοιχο, η κουζινα ετρεμε,
ή μηπως τουτη 'δω ηταν κιολας η κολαση, δεν ηξερε, δεν μπορουσε να γυρισει,
ακομα κι οταν σταματησαν ολα, και το αγορι ειπε,
αρκετα, ας παρουμε το καφε μας τωρα,
παρατησε το οπλο κατω απο το τραπεζι, και καθησε
διπλα σ' εκεινον,
που ατενιζε την μπαλκονοπορτα

ενα χρονο αργωτερα αναψε το ματι για να φτιαξει καφε και
περπατησε προς το μπαλκονι να ποτισει τα λουλουδια,
αυτος καθοταν στη μερια του, στο τραπεζι, διαβαζοντας την εφημεριδα,
αλλα οταν αυτη επεστρεψε,
εκεινος ηταν στο πατωμα, πεσμενος διπλα στο ψυγειο,
ακινητος,
το προσωπο του μελανιασμενο,
ηδη κρυος,
εντελως ξαφνικα,
ετσι απλα,
φευγατος.

Tatjana Lukic ©



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παραπανω το βρηκα στο διαδυκτιο και σκεφτηκα να το ανα-δημοσιευσω εδω οποτε αναγκαστικά το μετεφρασα απο το πρωτοτυπο αγγλικο ( ? ) κειμενο (εκτος κιαν το πρωτοτυπο γραφτηκε στα σερβικα -πολυ πιθανο επισης). Επειδη οι γνωσεις μου στην αγγλικη δεν θα μπορουσαν να θεωρηθουν ιδιαιτερα αξιοπιστες παρακατω ακολουθει και το αγγλικο κειμενο για τους αγγλομαθεις αναγνωστες. Δεν δισταζω να 'πω οτι ειναι ενα απο τα πιο συνταρακτικα διηγηματα που εχω διαβασει, εδω και πολυ καιρο. Οι κοφτες φρασεις αραδιασμενες με τον χωρις ανασα ρυθμο και το υποκωφο υφος της Τατιανας μου θυμισαν την ριπη του πολυβολου καθως "αλεθει" την δεσμιδα και ξερναει με το ξερο υποκωφο κροταλισμα του καυτο θανατο που πυρακτωνει την κανη του οπλου και μαγνητιζει το βλεμμα του πυροβολητη, ζεματιζοντας την συνειδηση του για να την προετοιμασει ωστε να αποδεχτει ευκολωτερα την αγριοτητα του πολεμου αλλα και το αδιανοητο (κατω απο φυσιολογικες συνθηκες) αιματοκυλισμα και την χωρις δισταγμο εξοντωση του "εχθρου". (οσοι τυχον ειχατε την ευκαρια πολεμικων "παιχνιδιων" -ασκησεις τις λεμε στο στρατο- με βαρυ οπλισμο και πραγματικα πυρα θα καταλαβαινετε ισως τι εννοω.)




***************** english version *******************************

Remorse
by Tatjana Lukic


morning coffee

make a coffee for me, darling, and i will come
to lie down next to you…
bosnian folk song



she just turned on the hot plate to boil water for coffee, and
arranged two small cups, spoons and a sugar bowl on the plate,
he was reading an old paper at his place at the table, facing
a glass balcony door
a church tower and a mosque were leaning towards their
kitchen window, searching for someone alive, the town was
empty down there, everyone ran to the forests last night,
the storm is coming, they cried, and they are gone, he felt he
had to say it again, why should we leave, our home is here, and
this is not our war, he repeated quietly, she nodded and opened
a coffee jar, where should we go, anyway, she didn't say it, he
lit a cigarette for her, and one for himself, and then
it happened,
a man stormed in,
a pointed machine gun crashed through the door, a boy, twenty, twenty two,
no more, in full uniform, stared at them
as he saw two sitting ghosts, who are you, and what are you doing here, it
sounded like a shouted command, but he from his place at the table calmly
said we are at home having our coffee, she nodded, and threw a cigarette
into an ashtray, this is it, this is the end, she didn't say it
but followed the next order, stood up and turned to the wall next to the
fridge, the boy's gun pushed her hard, she stayed still and cold, looking
at the fading bluish paint, you are in your home, yeah, oldies, have some
fun in your home, the boy stepped back to the door and fired one, two, six
shots, how many she was not sure, all around her into the wall, the
kitchen was shaking, or was it hell already, she did not know, could not
turn around, even when it all stopped and the boy said that's enough,
let's have coffee now, dropped the gun under the table, and sat next to
him,
who was gazing at the balcony door
a year later she just turned on the hot plate to make coffee, and walked
to the balcony to water the flowers, he was sitting at his place at the
table, reading the paper, but when she came back, he was on the floor,
lying next to the fridge, still, his face bluish, already cold, all of a
sudden,
just like that,
gone

Tatjana Lukic ©
Άβαταρ μέλους
ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΥΚΟΣ
full member
 
Δημοσιεύσεις: 113
Εγγραφή: Δευτ Σεπ 06, 2004 12:24 pm

Δημοσίευσηαπό epsilon » Δευτ Νοέμ 15, 2004 6:56 am

ευχαριστώ για την μετάφραση, εμένα μου ήταν απαραίτητη.
διάβασα το κείμενο σχεδόν κρατώντας την αναπνοή μου, γιατί η διαφορά ανάμεσα στην φαντασία και την πραγματικότητα δεν υφίσταται. στη μικρή κοινωνία του μισσός φαντάζομαι κανένας μας δεν έχει ζήσει πόλεμο. το κάρφωμα της μνήμης είναι σταύρωση με δύσκολη ανάσταση τελικά.
δε θα το διαβάσεις ποτέ Χ αυτό, και δε με νοιάζει καθόλου.
ήρθες στο γραφειάκι μου μπερδεμένη, σχεδόν χωρίς διαφορά ανάμεσα στην έννοια προδοσία και αναζήτηση, δεν το είχα ποτέ φανταστεί αυτόν το συνδυασμό. σαν να χρειαζόταν κάτι εκεί, και ξαφνικά τα μάτια σου κοκκίνησαν και με ρώτησες αν είμαι πιστή
τι μπουρδουκλωτική ερώτηση για μένα, ναι, δε θα ήθελα να μην είμαι κομμάτι Του, μα αυτό είναι μέσα μου, εκεί που δεν μπορώ ούτε καν εγώ καλά καλά να το ξέρω από τώρα
κατάλαβα εν ριπή σκέψης: η Χ είναι μια εικοσάχρονη καλλονή από το σεράγεβο, ένας άνθρωπος όπως όλοι ΜΑΣ.
με ρωτάς γιατί με ρωτάς; σου πέρασε απ' το νου να πας απέναντι, στην άλλη όχθη του μονοθεισμού
όχι όχι μου είπε με γοερα΄κλα΄ματα εγώ χριστιανή θα πεθάνω, πάει τελείωσε μα δεν ξέρετε εσείς τι έχω περάσει ναι το σκέφτηκα
πρώτη φορά είδα τη λύπη να περπατάει όρθια, να φοράει ρούχα όμορφα, να στέκει τόσο χαριτωμένα όσο αυτό το κορίτσι, και στη θέση αριστερά στο στήθος να ακούγεται ένας αδελφοκτόνος πόλεμος που σκοτώνει.
την είδα μήνες αργότερα. μου έφερε ένα δώρο από το σεράγεβο, φύλλαξα ακόμη και το χαρτί
είδα ξανά ένα κορίτσι μετρημένο με το σταγονόμετρο της φοβερής μνήμης μα ειρηνευμένο πια, δεν έκλαιγε κοιτάζοντας πλάγια τους τοίχους, μα τα μάτια του ήταν σβηστά. Χ, θα ήθελα το παραπάνω διήγημα να ταν απλώς ένα ρουχο στην πλάτη σου, να μπορούσα να'ρθω να στο πάρω και να σου πω: 'δε σου χρειάζεται πια, έχει αλλάξει η εποχή, κάνει ζέστη τώρα, δεν το έχεις ανάγκη', και να το πάρω στοργικά από πάνω σου. αλλά τα κουρέλια της μνήμης δεν φεύγουν έυκολα τα άτιμα, μένουν σαν άδειοι ήχοι.
ντύσε τους όσο μπορείς καλύτερα
σου εύχομαι να ξεχάσεις όσο πιο βαθιά γίνεται. σου είχομαι να είσαι καλά, πάντα τόσο όμορφη, και έξω σου, και μέσα σου.
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό dianathenes » Τρί Νοέμ 16, 2004 12:23 am

Dejeuner du matin /Πρωινό

Il a mis le cafe /έβαλε τον καφέ
Dans la tasse /στο φλυτζάνι
Il a mis le lait /έβαλε γάλα
Dans la tasse de cafe / μέσα στο φλυτζάνι του καφέ
Il a mis le sucre /έβαλε τη ζάχαρη
Dans le cafe au lait / μέσα στον καφέ με το γάλα
Avec le petit cuiller /με το κουταλάκι
Il a tourne /ανακάτεψε
Il a bu le cafe au lait /ήπιε τον καφέ με το γάλα
Et il a repose la tasse /και ξανακούμπησε το φλυτζάνι

Sans me parler /χωρίς να μου μιλήσει
Il a allume /άναψε
Une cigarette /ένα τσιγάρο
Il a fait des ronds /έκανε κυκλάκια
Avec la fumee /με το καπνό
Il a mis les cendres /έβαλε τη στάκτη
Dans le cendrier /στο στακτοδοχείο
Sans me parler /χωρίς να μου μιλήσει
Sans me regarder /χωρίς να με κοιτάξει
Il s est leve /σηκώθηκε

Il a mis /έβαλε
Son chapeau sur sa tete / στο κεφάλι το καπέλο του
Il a mis son manteau de pluie / έβαλε το αδιάβροχό του
Parce qu il pleuvait /γιατί έβρεχε
Et il s est parti /και έφυγε
Sous la pluie /μες τη βροχή
Sans une parole /χωρίς μια κουβέντα
Sans me regarder /χωρίς να με κοιτάξει
Et moi j ai pris /κι εγώ έβαλα
Ma tete dans ma main /το κεφάλι μου μέσα στις χούφτες μου
Et j ai pleure /κι έκλαψα.



J. Prevert "paroles" 1949.
Άβαταρ μέλους
dianathenes
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 1193
Εγγραφή: Τρί Απρ 08, 2003 10:08 pm

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Τρί Νοέμ 16, 2004 6:02 pm

Ποιος δεν θα θεωρούσε ως κενή περιεχομένου π.χ. τη φράση που διαβάζω τυχαία σε παλαιό δοκίμιο, ότι ο Ντοστογιέφσκι μαζί με άλλους δημιουργούς ζητούσε από την ποίηση



πράγματα, ουσίες κι όχι λόγια, cose e non parole.??
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό epsilon » Τρί Νοέμ 16, 2004 6:31 pm

η παρατήρηση μου φαίνεται σπουδαία. γιατί μερικές φορές δεν φαίνεται να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα κόζε και στα παρόλε, στα πράγματα και τα λόγια.
και ο μπαλζάκ νομίζω από τα λόγια ζούσε. μα ήταν λόγια μόνο;
μερικές φορές τα λόγια είναι όντως έργα, και μάλιστα μεγάλα. υπάρχει και το αντίθετο, αφού έργα είναι ακόμη πιο επιφανειακά από ηλίθια λόγια...
τελικά, έχει δικαίωμα ο ποιητής να είναι ποιητής μέσα στην κοινωνία, ή πρέπει να είναι περιθώριο η ενασχόλησή του;
το ίδιο με οποιοδήποτε συγγραφέα.
δηλαδή η ενασχόληση αυτή πρέπει να έχει σχέση με το χρήμα, και αν ναι, με ποιο; ας πούμε με αυτό των επιδοτήσεων, που είναι τόσο λερό μερικές φορές όσο δύσκολο να το υποψιαστεί ένας απλός πολίτης...
πολύτιμη παρατήρηση γκεστ.
όχι στη βία.
epsilon
e-missos master
 
Δημοσιεύσεις: 3331
Εγγραφή: Δευτ Δεκ 02, 2002 12:40 am

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Τρί Νοέμ 16, 2004 6:38 pm

Parole










Μίγμα από δηλητήριο και μέλι


Guest / Γκεσταμπο
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό Επισκέπτης » Τετ Νοέμ 17, 2004 6:05 pm

Καταργήθηκε μέσα σου ο χρονοχώρος που βολεύει τους φόβους και τα ηλικιακά σου συμφέροντα. Δεν έχεις κινητό, δεν είσαι καλωδιωμένος -και γελοιοποιημένος- με τα γνωστά θαύματα της κινητής τηλεφωνίας, δεν σημαίνει τίποτα το ρήμα «παρκάρω» -ενδεχομένως σε παραπέμπει στην αδόκιμη έννοια «φτιάχνω πάρκο»- είσαι μια σταλαγματιά που απλά γνωρίζει πως κάποτε θα εξατμιστεί βάσει της φυσικής. Ο ουρανός όμως παραμένει μαρτιάτικος και μαρτυριάρικος για την άνοιξη που πασχίζει να στεριώσει.

Είναι 17,11,67 κι έχεις να διαλέξεις -λέω τώρα- τρεις περιπτώσεις.
Ή ότι είσαι μαθητής του κρυφού σχολειού στα 1821 και ΔΕΝ σε αφορά η 17η ως γιορτή ΑΦΟΥ ακόμη ΔΕΝ συνέβη τίποτα, ή ότι είσαι μαθητής στα 1959 και απολαμβάνεις την ηρωική ψύχρα της παραμονής της Εθνικής Επετείου της 25ης Μαρτίου ή ότι είσαι μαθητής, πάλι, στο 2020, μισότυφλος απ' το φως του σούπερ υπολογιστή σου βλαστημώντας στις 17,11 να αντιληφθείς τη χρησιμότητα της φουστανέλας.

Οπως στο έργο του Θόρντον Ουάιλντερ «Η μικρή μας πόλη», προτιμάς, εφόσον δύνασαι να επιλέξεις, να ζήσεις την παραμονή της Επετείου στα 1959, που αν μη τι άλλο ο Κυβερνήτης ονομάζεται Καραμανλής. Είσαι παιδί έτοιμο να καβατζάρει την εφηβεία. Είσαι μαθητής. Χαίρεσαι την αργία. Ο χρόνος διαστέλλεται αργά, αργά, αργά και εσύ ονειρεύεσαι τη νεότητά σου και τον θρίαμβό της. Οι γονείς σου είναι νέοι ακόμη, οι γάτες -τις θυμάσαι εκείνες τις κατάξανθες κεραμιδόγατες;- καραδοκούν για λίγα εντόσθια ψαριού. Δεν υπάρχουν κονσέρβες για γάτες ή μάλλον δεν υπάρχουν καθόλου κονσέρβες. Τα τρόφιμα δεν είναι αμπαλαρισμένα. Ανασαίνουν ελεύθερα σε ξύλινα κασόνια και τσουβάλια ή σε ράφια με λίγη σκόνη. Κι αν βρέξει κι αν χιονίσει, εσύ θα παρελάσεις κάτω απ' την προβεβλημένη επωδό «Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ». Παραδόξως, ως παιδί έχεις σχηματίσει την αφελή γνώμη πως στην ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ εκτός και αν είναι γέρος. Η Ελλάς είναι μια εκπάγλου σοβαρότητας αντρογυναίκα τίγκα στη δάφνη και στο γαλάζιο, αν πιστέψεις τις συγκινητικές αφίσες του σχολείου. Και ΔΕΝ έχεις λόγο να ΜΗΝ τις πιστέψεις.

Στη σχολική χορωδία, την παραμονή, ερμηνεύσατε εξαιρετικά άσματα ιστορικού περιεχομένου, είπατε ποιήματα συνεπέστατης ομοιοκαταληξίας, θαυμάσατε οσονούπω και τα πρώιμα στήθη της συμμαθήτριας Ευαγγελίας (.. Λίτσα): Η συμμαθήτρια Λίτσα απ' ό,τι δείχνει θα βγάλει βυζιά πριν βγάλει το Δημοτικό. Ψιχαλίζει κατά διαστήματα. Καιρός σοβαρός κι επαναστατικά ανοιξιάτικος αφού μοσχοβολά φρέσκα κρεμμυδάκια -απ' την αυλή- ο νεροχύτης της κουζίνας. Δεν ακούγονται αυτοκίνητα, πού και πού κανένα στρατιωτικό λασπωμένο, ενώ κάτι συγγενείς, κομμουνιστές μεν αλλά εξημερωμένοι, είναι περήφανοι . Δεν ακούγονται μηχανές πλην μιας πριονοκορδέλας που κόβει κάπου ξύλα για τη σόμπα. Τα τελευταία.

Η μητέρα σού σιδέρωσε το μπλε παντελόνι. Τα παπούτσια μαύρα με κρεπ σόλες για την υγρασία. Κάλτσες λευκές σαν το πουκάμισο το χασεδένιο που σε ανατριχιάζει όταν το φοράς το πρωί έτσι που δροσίζεται στην καρέκλα της «υποδοχής». Ο πατέρας βλαστημά χαμηλόφωνα για τα λαχεία. «Ούτε καν στον λήγοντα». ΟΛΟΙ είναι ζωντανοί στη γειτονιά που συγκρατεί επίμονα η μνήμη. Στο ωραίο περιοδικό «ΕΙΚΟΝΕΣ» της κυρίας Βλάχου η βασίλισσα ποζάρει ντυμένη Κερκυραία. Σε άλλες σελίδες, ο Ζεράρ Φιλίπ ποζάρει ανάμεσα στη σύζυγό του Ανν και τη Σιμόν Σινιορέ, γοητευτικά απόμακρος. Υπάρχουν επίσης γκραβούρες ξένων με θέματα τοπία δραματικής ειρήμωσης . Σε πνίγει «μια εθνική στενοχώρια κι αισθάνεσαι τύψεις για την τσιχλόφουσκα που παιδεύεις στο στόμα. Την πετάς και πας ν' αγοράσεις ένα φακελάκι μαστίχα Χίου. Σκληρή. Να σου βασανίσει τα δόντια. Δεν πειράζει.

Χ χρόνια αργότερα θα παρακολουθήσεις μαθήματα βασανιστή στο Ελληνοαμερικάνικο Ινστιτούτο με πρωτεργάτη τον Μαλιο. Τέλος πάντων. Για την ώρα πικραίνεσαι που ζεις σε χρόνια τόσο λίγο ηρωικά. Δεν καταλαβαίνεις τη γιαγιά σου όταν λέει «Εμείς ζήσαμε πολέμους, προσφυγιά, κατοχή... Να μην αξιωθείτε να περάσετε τα δικά μας».

Αυτά σε κάνουν έξω φρενών. Διψάς για δράση, ΟΛΑ σε στενεύουν. Απ' το σπίτι κι απ' την πατρίδα ώς τα παπούτσια. Ανασαίνεις τη θανατερή αποφορά των ηρώων του '21, το σκονισμένο φράκο του Μαυροκορδάτου κι αναρωτιέσαι πού θα ξοδέψεις την αδρεναλίνη σου. Ισως στο θέατρο, ίσως στη Λεγεώνα των Ξένων... ίσως σε μια θεαματική πράξη αυτοθυσίας. Το βράδυ στα όνειρά σου έρχεται ο Καρμανλης, η φωτογραφία της Μπριτζίτ Μπαρντό και ο Μιχαήλ Στρογκόφ ως ταχυδρόμος του τσάρου. «Κοιμήσου ήσυχα... Πιες λίγο νερό. Τι ονειρεύτηκες πάλι;» ακούς τη φωνή της μητέρας. «Ακόμη είναι σκοτάδι...». Σε πιάνει μια χαρά που ΟΛΑ είναι εδώ στο 1959, που σε λίγες ώρες θα χαράξει 17η ... Κοιμάσαι... Κοιμάσαι και ξυπνάς στο 2004. Μεγάλο νούμερο για να το αντέξεις. Είναι πάλι 17η . Ψάχνεις να κρατηθείς από κάπου... Εξω χαλά ο κόσμος απ' τις βοές και τα... Λουί Βουιτόν. Τόσο βουιτόν, τόσο ξέμακρα και ξέβαθα. Δαγκώνεις το μαξιλάρι και μαστιγώνεις τη μνήμη. Κι εκείνη, αξιοπρεπής κι όσο χρειάζεται κουρασμένη, σου προβάλλει το φιλμ
«Τα απομεινάρια μιας μέρας».
Ελεος.
Επισκέπτης
 

Δημοσίευσηαπό ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΥΚΟΣ » Παρ Νοέμ 26, 2004 10:48 pm

«Στο λέω δικέ μου, γλιτώσαμε!»

Συμπαθάτε με! δεν είμαι ποιητής, ούτε πεζογράφος, δεν ξέρω από τεχνικές γραφής και παρόμοια κόλπα. Χτες το πρωί επιστρέφοντας σπίτι απάντησα στη μέση της δημοσιάς ένα χτυπημένο σκύλο. Δεν πρέπει να ήταν πολύ ώρα που τον είχε βρει το κακό, το καφετί τρίχωμά του γυάλιζε στο χειμωνιάτικο ήλιο, σου ‘δινε την εντύπωση ότι κοιμόταν. Δεν υπήρχε αίμα, ούτε ίχνη από φρενάρισμα, ούτε τίποτα. Ο δρόμος πεντακάθαρος με την άσπρη διαχωριστική γραμμή του να χάνεται προς στιγμήν κάτω από την κοιλιά ενός κοιμισμένου σκύλου.

Δεν είχα ανταμώσει το σκύλο στη ζωή μου και μάλλον δεν θα τον απάνταγα ποτέ ξανά. Ο σκύλος δεν με είχε συναντήσει ποτέ επίσης, αυτό κι αν ήταν σίγουρο. Και στην κατάσταση του ήταν σχεδόν βέβαιο ότι δεν είχε ελπίδες να συναντήσει κανέναν πια. Οι άνθρωποι συναντιούνται με τους σκύλους; ρωτήστε τους και θα σας απαντήσουν κοροϊδευτικά. Οι άνθρωποι τα ξέρουν όλα, αυτό είναι γνωστό από παλιά. Οι σκύλοι, ωστόσο, μπορεί και να έχουν διαφορετική άποψη. Μόνο που δεν έχουμε βρει την ευκαιρία να το συζητήσουμε.

Έτρεχα.
Η αλήθεια είναι ότι σκέφτηκα να σταματήσω για να μεταφέρω το άτυχο ζώο στην άκρη του δρόμου, κυρίως για λόγους πρακτικούς, μη χτυπήσει πάνω του κανένα μικρό όχημα και πάθει ζημιά. Το όχημα. Ο σκύλος, έτσι κι αλλιώς, την είχε πια "πατήσει". Καμιά φορά, σπρωγμένος ίσως από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης στη πιο βελτιωμένη εκδοχή του, κάνω κινήσεις καλής κοινωνικής θέλησης. ʼλλωστε τραβώντας το σκύλο στην άκρη, θα είχα την ευχέρεια να διαπιστώσω μήπως παρ' ελπίδα ήταν ακόμα ζωντανό το κακόμοιρο το ζώο, οπότε θα είχε συνδυαστεί το ωφέλιμο με το τερπνό. Και το τερπνό ποιο θα ήταν εν προκειμένω, θα μου πεις. Μα το γεγονός ότι ίσως και να είχα την ευκαιρία να αναδειχτώ "σωτήρας" του σκύλου. Ίσως να είχα το πολύ εξαιρετικό «προνόμιο» να μετατραπώ σε χέρι του Θεού! Χμ.. Ο Θεός, "ός τα πάνθ’ ορά" και απλώνει τα «φιλεύσπλαχνα» πλοκάμια του για να προστατέψει τα αθώα (αλλά μάλλον απρόσεκτα) δημιουργήματά του όταν οι δείκτες του καταραμένου ρολογιού τους καβαλήσουν την "κούφια ώρα". Μόνο που ο γερο-παράξενος θεός μερικές φορές -που τις τελευταίες χιλιάδες χρόνια μοιάζουν να πληθαίνουν ανησυχητικά- δεν δείχνει την ετοιμότητα που απαιτεί η κρισιμότητα κάποιων περιστάσεων. Και τότε βρίσκουν την ευκαιρία τα αδυσώπητα, κακόβουλα πνεύματα που λουφάζουν στις σκοτεινές ρωγμές του χωροχρόνου ή του μυαλού μας, -όπως το πάρεις- να βάλουν σε εφαρμογή τα φρικτά τους σχέδια.

Έτρεχα.
Σ' αυτές τις απροετοίμαστες στιγμές, είτε «πέφτεις» ακαριαία στα φρένα και το «κωλώνεις» επιτόπου, όπως λένε οι ειδικοί επί των τροχών.. είτε δεν σταματάς ποτέ.
Δεν σταμάτησα ποτέ.
Ώσπου να προλάβω να το σκεφτώ, ήμουνα κιόλας μακριά.
Με πρόλαβε όμως ο σκύλος. ʼκουσα το θλιμμένο του γαύγισμα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Ένα διπλό ματωμένο γαύγισμα, που ερχότανε από την ψυχή του ζώου, μια ψυχή που άχνιζε ξαφνιασμένη και λίγο "χαμένη" έτσι καθώς γυρόφερνε πάνω από το νεκρό κουφάρι, στη μέση το οδοστρώματος. Έχουν οι σκύλοι ψυχή; Περίπου όση έχουν κι οι άνθρωποι, είναι η διαβασμένη απάντηση. Μπορεί και περισσότερη. Και ίσως λίγο πιο παραπονεμένη, αν κρίνω από το γαύγισμα που ξανακούστηκε μέσα στο κεφάλι μου.
Κοίταξα από το καθρεφτάκι.
Ο δρόμος πίσω έφευγε με φούρια για να προλάβει το νεκρό σκυλί που και ‘κεινο με τη σειρά του έτρεχε τρομαγμένο στο παρελθόν του. Τώρα ήταν ήδη ένας μικρόσωμος νεαρός σκύλος, σε λίγο μετατράπηκε σε παιχνιδιάρικο κουτάβι, και μίκραινε κι άλλο. Δεν χρειάστηκε πολύ να γίνει ένα καφέ σημείο, μια σχεδόν αόρατη τελεία πάνω σε λωρίδα γκρι χαρτιού. Μια αδιόρατη τελεία που σαν να ενοχλούσε ανεπαίσθητα την λευκή γραμμή η οποία χώριζε το χαρτί στα δυο. Ο δρόμος που φεύγει κυνηγημένος από την ταχύτητα, αφήνει πίσω του ένα ψυχεδελικό ίχνος που παρασύρει το μυαλό. Αν δεν προσέξεις και δεν αποσπάσεις έγκαιρα τη ματιά σου, μπορεί να την ‘πατήσεις’. Χάνεσαι μέσα σε ένα κυκεώνα γκρίζων σκιερών ακτινών που εξακοντίζονται σαν χιλιάδες βέλη μπροστά στα μάτια σου και σου κλέβουν το φως. ʼλλες φορές πάλι, ο αμφιβληστροειδής παγώνει και μετατρέπεται σε καθρέφτη που αντανακλά την εικόνα της πραγματικότητας, ξαποστέλνοντάς τη, πριν αγγίξει το οπτικό νεύρο που με την σειρά του θα την πασάρει στον εγκέφαλο για παραπέρα επεξεργασία. Πολύ επικίνδυνο κοίταγμα.

Με "ξύπνησε" το άγριο ουρλιαχτό απ' τη κόρνα της νταλίκας που όρμαγε καταπάνω μου. Ή μήπως εγώ είχα πάρει φόρα και είχα χαράξει πορεία λοξή, γυρεύοντας ακούσια να καρφωθώ στα πλευρά της; Δεν είχε και τόση σημασία αφού το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο κι απαράλλαχτο.
Το ’κοψα δεξιά. Μου ‘φευγε…
Τρόμαξα. Το πήρα αριστερά.
Σπασμωδικά. Με νεύρο αταίριαστο. Κι ύστερα, ακόμα πιο ανεπίτρεπτο φρενάρισμα του πανικού. Τα ελατήρια βόγκηξαν και οι ελαστικές παλάμες του αμαξιού ξεφλουδίσανε και στρίγκλισαν έντρομες. Το ανόητο μέταλλο, σε μια επίδειξη αφόρητης απάθειας, αφέθηκε να συνεχίζει την πορεία του προς το "κεκλιμένο πουθενά".
Ο σκύλος αλύχτησε μέσα στο αυτί μου. «ΟΧΙ ΠΑΛΙ ΔΕΞΙΑ! ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙΣ! ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΡΟΦΗ.! ΚΙ ΕΧΕΙ ΓΚΡΕΜΟ ΚΑΤΩ!» Μου δάγκωσε το πόδι άγρια. Το σήκωσα άτσαλα από το φρένο. «ΚΟΨ'ΤΟ ΚΙ ΑΛΛΟ. ΚΑΤΕΒΑΣΕ! ΚΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΤΟ!» Γάβγιζε θέλοντας, λες, να φοβίσει τον ίδιο μου το φόβο και να κυνηγήσει τις ενστικτώδεις αντιρρήσεις μου. «ΚΑΝ’ ΤΟ ΝΑ ΔΑΓΚΩΣΕΙ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΤΟΥ!» λύσσαξε και μου τράβηξε με τα δόντια το χέρι στο χειρόφρενο. «ΑΝΑΠΟΔΟ ΓΕΡΑ ΚΑΙ ΓΚΑΖΙΑ ΤΩΡΑ!» πνιχτό, εμπόλεμο παράγγελμα που άστραψε και σπίθισε κατευθείαν μέσα στο μυαλό μου. Κλώτσησα μανιασμένα το γκάζι με το κάτω μέρος του ποδιού. Δεν μ’ έπαιρνε πια να κάνω πίσω. Γαντζωμένος άγρια στο βολάν, σταθερό, κομμένο ελάχιστα δεξιά τώρα, ένοιωσα το χρόνο να επιβραδύνει, να καθυστερεί ακατανόητα. Αισθάνθηκα τη σόλα του παπουτσιού μου να ισοπεδώνει το πεντάλ και τα νύχια μου να μπήγονται στο δέρμα του τιμονιού. Μύρισε καμένο λάστιχο. Κάπνισε. Και η άσφαλτος σύριξε και κουλουριάστηκε σαν πατημένο φίδι. Η συνείδησή μου έντρομη διπλώθηκε σε εμβρυϊκή στάση, οι λαμαρίνες περιστράφηκαν, το πείσμα τους κάμφθηκε και οι αρμοί τους αναστέναξαν παραπονεμένα από τις αντίρροπες δυνάμεις που τις πάλευαν να τις διαμελίσουν. Ακινητοποιήθηκαν για ένα μακρόσυρτο, βρυχώμενο δευτερόλεπτο και μετά χύθηκαν επιτέλους μπροστά, καθώς η τριβή κέρδιζε την εφιαλτική της μάχη, εξουδετερώνοντας την αδράνεια που μας έσπρωχνε «πακέτο» έξω από τον "οδικό χάρτη".
Ο δρόμος ίσιωσε σιγά-σιγά, η δύσκολα κερδισμένη ταχύτητα έβαλε το όχημα σε μια υποφερτή πορεία. Βρισκόμουνα ακόμα μέσα στο αυτοκίνητο κι αυτό, αν και ‘βάδιζε’ προς την αντίθετη κατεύθυνση τώρα, τουλάχιστον έμοιαζε να κινείται σχετικά ομαλά. Η αδρεναλίνη, ορμητική ως πριν λίγο, χαμήλωνε στάθμες αργά, αφήνοντας στο κατόπι της μια «δούλα» κούραση να ξεπλένει το δηλητήριο της. «Ανάθεμα με! βλαστήμησα Δεν είμαι για τέτοια. Όχι, όχι που ο διάβολος να με πάρει! Όχι, δεν είμαι για τέτοια πια..»

Συνεχίζω. Τα ‘μπρος-πίσω τώρα.
Μέχρι το σκύλο.
Η νταλίκα δεν τον έχει κόψει στα δυο γιατί όπως φαίνεται είχε «μαζευτεί» τέρμα δεξιά στην προσπάθεια της να με αποφύγει. Την βλέπω ν’ απομακρύνεται, κορνάροντας πίσω της θυμωμένες βρισιές. Κατεβαίνω και τον παρατηρώ. «Κοιμάται» ακόμα αμέριμνος. Το κεφάλι του γερμένο στο πλάι. Τον ανασηκώνω προσεκτικά από τα μπροστινά ποδάρια και τον σέρνω μαλακά στην άκρη. Μισανοίγει το θολό του μάτι και με κοιτάζει. Με βλέπει; Είναι σχεδόν νεκρός. Πόσο «σχεδόν»; Για να το μάθω, αποφασίζω να τον μεταφέρω στο πλησιέστερο «κάπου» για περίθαλψη και τον σηκώνω για να τον βάλω στο αμάξι. Με δαγκώνει.
Αποφεύγω να σκεφτώ που βρήκε την δύναμη να το κάνει. Ούτε τι τον έσπρωξε σ’ αυτή την αντίδραση. Το χέρι μου γεμίζει αίματα. Δικά του που ανηφόρισαν από τα σμπαραλιασμένα του συκώτια και δικά μου που κατηφορίζουν από το δάγκωμα. Ανάθεμά τον, οι κυνόδοντες του σαν μαχαίρια κοφτερά. Στην εθνική οδό τα μαχαίρια σπανίζουν. Ευτυχώς αφθονούν οι νταλίκες. Τις τραγούδησαν τις «άτιμες», λες και ήταν άξιες για οποιοδήποτε τραγούδι. Κανένας δεν έχει «τραγουδήσει» σκύλο –μα ούτε και άνθρωπο- με μυαλά και άντερα χυμένα στην άσφαλτο. Χαρά στο πράμα, βέβαια. ʼδοξος, ανόητος σκοτωμός, προσφάι στη γαβάθα του Μολώχ, του πιο καλοθρεμμένου δαίμονα στο άθλιο «πάνθεο» της αφόρητης βλακείας μας.
Τον ακουμπάω στο κάθισμα, κουλουριασμένο και αμίλητο. Βήχει από τον πόνο και στο μουσούδι του αφρίζει αίμα. Ξεκινάω. Απαλό γκάζι. Ήρεμες αλλαγές, ήπιες επιταχύνσεις. Μέσα από ένα μισάνοιχτο μάτι με κοιτάζει σαν να θέλει να πάρει πίσω τη δαγκωματιά. Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται.

- Δεν νομίζω ότι θα γλιτώσω, γρυλίζει πνιχτά.
- Δεν νομίζω ότι θα γλιτώσεις, συμφωνώ μαζί του.
- Κι εσύ; μια ματωμένη ανησυχία στη χροιά της φωνής του.
- Δεν ξέρω. Ίσως ούτε κι εγώ, του αντιγυρίζω.
- Ναι! Και ποιος γλιτώνει άλλωστε; μονολογεί πικρά ανάμεσα στα ματωμένα του δόντια.
- ʼνοιξε μου το τζάμι και σανίδωσε το, ψιθυρίζει, θέλω να νοιώσω τον κρύο αέρα.
Κατεβάζω το τζάμι και πατάω βαθιά το γκάζι.
- Φτάνουμε του λέω, βαστήξου.

Έφυγε! Το ‘σκασε από τ' ανοιχτό παράθυρο.

Με ξεγέλασε και του κατέβασα το τζάμι. Πέταξε ψηλά ο αλητάμπουρας!
Ένας αγριεμένος κόμπος, ξερός και παγωμένος σαν τον θυμωμένο αέρα που ορμάει από το παράθυρο, με σφίγγει στο λαιμό. Συνεχίζω να πατάω γκάζι. Βγάζω το κεφάλι έξω από το παράθυρο. Μια κρύα, δύσκολη ανάσα. Ένας πνιχτός ματωμένος βήχας. Μια εκπνοή. Αρχίζω να νοιώθω καλλίτερα. Σαν να μου 'φυγε το βάρος. Το βλέπω να βουτάει στο γκρεμό. Με το αριστερό του φανάρι σπασμένο. «Παρ’ όλα τα καπρίτσια του, ήταν καλό εργαλείο», συλλογίζομαι λυπημένα. Το ακούω να τσακίζεται στα βράχια με ένα κρότο σαν λυγμό οβίδας. Είμαι δυο μέτρα ψηλότερα και συνεχίζω να παρατηρώ την παραμορφωμένη γεωμετρία του. Ήταν όμορφο αμάξι κάποτε. Τώρα μοιάζει να έχει δανειστεί το σχήμα των βράχων με τις αιχμηρές ρυτίδες, τις σκουριασμένες ουλές και το γκρίζο πέτρινο βλέμμα.

- Παράτα το! Πάει πια, τον ακούω να μου φωνάζει από πιο ψηλά.

Σηκώνω το κεφάλι και τον βλέπω. Με κοιτάζει και δείχνει ευδιάθετος.

- Ώρα να την κάνουμε από δω κάτω, δικέ μου. Όπου νάναι θα πλακώσει κόσμος. Ξέρεις πως είναι. Περιπολικά, περίεργοι, σειρήνες, ασθενοφόρα.

Σωστή παρατήρηση. ʼντε να του δίνουμε..

- Τελικά τη γλίτωσες παλιό-κάθαρμα, του λέω αναθαρρυμένος
- Ασφαλώς! Και συ το ίδιο, μου απαντάει κοροϊδευτικά. Στο λέω δικέ μου, γλιτώσαμε!

Κοιτάζω κάτω. Σκοτεινιάζει. Ένα τενεκεδένιο σύννεφο κουτρουβαλάει στα χαμηλά.

- Θα την πιεις μια μπύρα, έτσι; του κάνω.
- Θέλει και ρώτημα; Κάν’ τες δυο, συμφωνεί πρόθυμα.
- Σήμερα εσύ πληρώνεις, προσθέτει με νόημα.
- Έγινε. Μονάχα λύσε μου την απορία.
- Για ρίχτο να 'δω την μπορω να κανω..
- Θέλω, ρε παλιό-μούργο, να μου πεις που έμαθες να οδηγάς έτσι;
- Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση. Τι σημαίνει «οδηγώ»;

---
Νοέμβρης 2004.
Άβαταρ μέλους
ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΥΚΟΣ
full member
 
Δημοσιεύσεις: 113
Εγγραφή: Δευτ Σεπ 06, 2004 12:24 pm

Επόμενο

Επιστροφή στο ας γράψουμε ιστορίες

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης

cron